Σάββατο, 19 Ιουνίου 2010

Η ΕΛΛΑΔΑ ΣΗΜΕΡΑ - ΕΚΘΕΣΗ ΕΚΚΕ

Πηγή: www.ekke.gr
Με ενδιαφέροντα πορίσματα για την παρελθούσα δεκαετία δημοσιεύεται έκθεση του Εθνικού Κέντρου Κοινωνικών Ερευνών (συγκριτική - Πανευρωπαϊκή). Ολόκληρη η έκθεση των 160 σελίδων βρίσκεται εδώ: http://www.ekke.gr/html/gr/NewsEvents/ESS4_results.pdf
Στο τέλος της παρούσας ανάρτησης (υπό τον υπότιτλο κοινωνική ανοχή - συνοχή) δημοσιεύονται συμπεράσματα για το πόσο "ξένιος" είναι σήμερα ο Έλληνας.
Μεταξύ των ενδιαφέροντων συμπερασμάτων της έκθεσης τα παρακάτω:
• η κοινωνική αποξένωση διευρύνεται και αντ’ αυτού συμπληρώνεται με μια «θέαση» της κοινωνίας παρά συμμετοχή.
• η κοινωνική εμπιστοσύνη, όπως αυτή οικοδομείται με όρους απουσίας εκμετάλλευσης και δικαιότητας/δικαιοσύνης – απουσία αδικίας, συνεχίζει να κυμαίνεται στη χώρα μας κάτω από τον Ευρωπαϊκό Μέσο Όρο (στο εξής ΕΜΟ)
Οι Έλληνες σε μεγαλύτερα ποσοστά από τον ΕΜΟ πιστεύουν πως «οι περισσότεροι άνθρωποι θα προσπαθούσαν να τους εκμεταλλευτούν αν είχαν την ευκαιρία» και σε μικρότερα ποσοστά από τον ΕΜΟ θεωρούν πως «οι άνθρωποι θα προσπαθούσαν να είναι δίκαιοι απέναντί τους». Με το τέλος της δεκαετίας, όλο και λιγότεροι Έλληνες πιστεύουν ότι «οι άνθρωποι νοιάζονται κυρίως για τον εαυτό τους» και η διαφορά από τον αντίστοιχο ΕΜΟ δείχνει να μειώνεται. Η απόκλιση όμως παραμένει ακόμη σημαντική. Ως προς τη δίκαιη αντιμετώπιση από τον συνάνθρωπο ο φόβος της αδικίας ενισχύεται με αποτέλεσμα η απόκλιση από τον ΕΜΟ να μεγαλώνει.
• Η πεποίθηση για την ύπαρξη κοινωνικής αλληλεγγύης στη χώρα μας παραμένει σε χαμηλά ποσοστά. Το ενδιαφέρον είναι ότι στην παράμετρο αυτή διαπιστώνεται σύγκλιση με τον ΕΜΟ διότι όλο και λιγότερο ευρωπαίοι πιστεύουν (απόλυτα) στην ύπαρξη αλληλεγγύης και αλληλοβοήθειας στη σύγχρονη κοινωνία.
• Εμπιστοσύνη στην κοινωνία:
Οι Έλληνες εξακολουθούν να εμφανίζονται επιφυλακτικοί στις σχέσεις τους
με τους συνανθρώπους τους. Σε σχέση με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο (εφεξής ΕΜΟ)
των χωρών που συμμετείχαν στα 1ο, 2ο και 4ο «κύματα» (Πίνακας 1), οι Έλληνες
εμφανίζονται με σημαντική απόκλιση περισσότερο επιφυλακτικοί από τους λοιπούς
ευρωπαίους. Και ενώ η απόκλιση τείνει να μειώνεται ιδιαίτερα στις απόλυτες τιμές
της κλίμακας (0 και 1, όπου 0=πρέπει να είμαστε πάντα επιφυλακτικοί, καθώς και
στις τιμές 9 και 10, όπου 10=μπορούμε να έχουμε εμπιστοσύνη στους περισσότερους
ανθρώπους), η ρωγμή της κοινωνικής δυσπιστίας που είχε διαπιστωθεί ήδη από την
αρχή της δεκαετίας παραμένει ισχυρή. Η σχετική σύγκλιση που φάνηκε να
διαγράφεται στη μέση της δεκαετίας δεν κινήθηκε προς τη θετική πλευρά της
εμπιστοσύνης αλλά παρέμεινε στην αρνητική εκδοχή της επιφυλακτικότητας. Φαίνεται
πως η κοινωνική αποξένωση διευρύνεται και αντ’ αυτού συμπληρώνεται με μια
«θέαση» της κοινωνίας παρά συμμετοχή.
Αν σκιαγραφούσαμε την καθημερινή χρήση των Μέσων επικοινωνίας στην
χώρα μας, θα διαπιστώναμε ότι: Οι μισοί περίπου των ερωτηθέντων πολιτών δεν
έχουν πρόσβαση στο διαδίκτυο, τα δύο τρίτα των πολιτών δεν διαβάζουν καθόλου
εφημερίδα, το ένα τρίτο παρακολουθεί τηλεόραση περισσότερο από τρεις ώρες την
ημέρα και περίπου το ένα τέταρτο ακούει καθημερινά ραδιόφωνο περισσότερο από
τρεις ώρες. Επιπλέον, παρά την ιδιαίτερα αυξημένη χρήση της τηλεόρασης δεν
φαίνεται να αφιερώνεται χρόνος σε πολιτικά και ειδησεογραφικά θέματα.
παρακολουθούν καθόλου πολιτικά θέματα στην τηλεόραση. Το ραδιόφωνο δεν
χρησιμοποιείται για πολιτική ενημέρωση από την συντριπτική πλειοψηφία των
ακροατών. Όσον αφορά στην ανάγνωση εφημερίδων όπου έχουμε ήδη επισημάνει
ιδιαίτερα μεγάλο ποσοστό μη ανάγνωσης, παρατηρούμε ότι το ποσοστό που δηλώνει
χρήση του μέσου αυτού είναι το 38,7% των ερωτηθέντων. Από αυτούς, το 22,2% δεν
διαβάζει καθόλου πολιτικά θέματα ή πολιτική ειδησεογραφία, ενώ το 69,3% των
αναγνωστών διαθέτει λιγότερο από μία ώρα (51.6% λιγότερο από μισή ώρα και το
17,7% από μισή έως μία ώρα). Η κυριαρχία της τηλεόρασης αφορά τόσο στην
σταθερή εγχώρια προτίμηση σε σχέση με άλλα μέσα όσο και στην ιδιαίτερα μεγάλη
χρήση της τηλεόρασης σε σύγκριση με άλλες ευρωπαϊκές χώρες.
• Ενδιαφέρον για την πολιτική:
Η ΕΚΕ επιβεβαιώνει την πλήρη απαξίωση της πολιτικής στη χώρα μας, όπως
άλλωστε έχει διαπιστωθεί σε όλες τις σύγχρονες πολιτικές έρευνες. Η
απόκλιση από τον ΕΜΟ είναι σημαντική στην αρνητική εκδοχή της μεταβλητής.
Τελευταία διαπιστώνεται μεγαλύτερη απόκλιση των ελληνικών δεδομένων από τον
ΕΜΟ και στην απόλυτα θετική εκδοχή της μεταβλητής (μεγάλο ενδιαφέρον).
• Εμπιστοσύνη στους θεσμούς:
Α) Εμπιστοσύνη στο Κοινοβούλιο: Γενικά, τόσο στη χώρα μας (σε μεγαλύτερο
βαθμό) όσο και στην Ευρώπη (σε μικρότερο βαθμό), η εμπιστοσύνη στο Κοινοβούλιο
φθίνει (Πίνακας 5). Στη χώρα μας η απόλυτη απαξίωση σχεδόν διπλασιάστηκε κατά
τη διάρκεια της δεκαετίας και σχεδόν εξαφανίστηκε η απόλυτα θετική ψήφος
εμπιστοσύνης. Οι ευρωπαϊκοί μέσοι όροι επίσης αναδεικνύουν μια κρίση αξιοπιστίας
του θεσμού σε πανευρωπαϊκό επίπεδο.
Β) Εμπιστοσύνη στους Νόμους: Οι απόλυτες τιμές της μεταβλητής (καμία απολύτως
εμπιστοσύνη – απόλυτη εμπιστοσύνη) υποδεικνύουν ότι διπλασιάζεται σχεδόν η
δυσπιστία ενώ μειώνεται εξαιρετικά σημαντικά (υποπενταπλασιάζεται) η απόλυτη
εμπιστοσύνη στη χώρα μας με το τέλος της δεκαετίας (Πίνακας 6). Οι διακυμάνσεις
του ΕΜΟ επίσης καταδεικνύουν μια αργή αλλά σταθερή δυσπιστία του κοινωνικού
σώματος κατά των νόμων – νομικού συστήματος.
Γ) Εμπιστοσύνη στην Αστυνομία: Ούτε ο θεσμός της Αστυνομίας, ο οποίος
απολάμβανε της εμπιστοσύνης του κοινού στη χώρα μας κατά τη διάρκεια του 1ου
«κύματος» και εμφανίζεται ακόμη και σήμερα ισχυρός στις μέσες όμως τιμές της
μεταβλητής, δεν ξέφυγε του γενικότερου κλίματος δυσπιστίας και απαξίωσης
(Πίνακας 7). Αυτό καταδεικνύεται από τα αυξημένα ποσοστά στις απόλυτες τιμές της
μεταβλητής όπου η θέση «καμία απολύτως εμπιστοσύνη» διπλασιάζει τα ποσοστά της
στο κοινωνικό σώμα ενώ η «απόλυτη εμπιστοσύνη» υποτριπλασιάζεται. Με αυτόν τον
τρόπο η απόκλιση του ελληνικού κοινού από τον ΕΜΟ, ο οποίος χαρακτηρίζεται από
σχετική σταθερότητα, σταδιακά διευρύνεται προς την κατεύθυνση της μεγαλύτερης
κρίσης εμπιστοσύνης στο θεσμό στη χώρα μας.
Δ) Εμπιστοσύνη στους πολιτικούς: Εξαιρετικά αυξημένα - και δραματικά μειούμενα
με την πάροδο των χρόνων της δεκαετίας - εμφανίζονται τα ποσοστά απαξίωσης των
πολιτικών στη χώρα μας ενώ και στον ΕΜΟ η απαξίωση εμφανίζεται διευρυμένη
(Πίνακας 8). Με το τέλος της δεκαετίας, το 40,4% του ελληνικού κοινού «δεν έχει
καμία απολύτως εμπιστοσύνη στους πολιτικούς», (ο αντίστοιχος ΕΜΟ είναι 23,2%)
ενώ «απόλυτη εμπιστοσύνη» συνεχίζει να επιδεικνύει μόλις το 0,6% (με τον
αντίστοιχο ΕΜΟ να φθάνει μειούμενος από την αρχή της δεκαετίας μόλις το 1%).
Και ενώ με την αρχή της δεκαετίας η απόλυτη εμπιστοσύνη του ελληνικού κοινού
προς τους πολιτικούς εμφανιζόταν μεγαλύτερη από τον ΕΜΟ, σήμερα είναι εμφανώς
μεγαλύτερη του ΕΜΟ η δυσπιστία στη χώρα μας.
Ε) Εμπιστοσύνη στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο: Φαίνεται πως ο Έλληνας
μεταμορφώνεται σε ευρωσκεπτικιστή. Η τάση εμπιστοσύνης που εμφανίστηκε στα
μέσα της δεκαετίας φαίνεται πως έχει υποχωρήσει αισθητά σήμερα (Πίνακας 9). Ενώ
στην αρχή της δεκαετίας η θέση της «καμίας εμπιστοσύνης» στο θεσμό από το
ελληνικό κοινό βρισκόταν κάτω από το ποσοστό του ΕΜΟ, σήμερα βρίσκεται
αισθητά παραπάνω και με υπερδιπλάσιο σκεπτικισμό. Αναφορικά με τη θέση της
«απόλυτης εμπιστοσύνης» κι ενώ στον ΕΜΟ διαπιστώνεται επίσης μια κατεδάφιση (!)
των ποσοστών και για ολόκληρη τη δεκαετία, στην Ελλάδα διαπιστώνεται πλήρης
ανατροπή επί τα χείρω.
ΣΤ) Εμπιστοσύνη στα Ηνωμένα Έθνη: Φαίνεται πως η ήδη διαπιστωμένη δυσπιστία
απέναντι σε υπερεθνικούς οργανισμούς έχει ενισχυθεί έτι περαιτέρω (Πίνακας 10).
Το ελληνικό κοινό σε μεγαλύτερα (υπερδιπλάσια) ποσοστά - και διαχρονικά - «δεν
έχει καμία απολύτως εμπιστοσύνη» στον Ο.Η.Ε. συγκριτικά με τον ΕΜΟ, ενώ τα
ποσοστά όσων «έχουν μεγάλη εμπιστοσύνη» στο θεσμό σταδιακά μειώνονται
(υποδιπλασιάζονται) με μεγαλύτερη ταχύτητα από την αντίστοιχη θέση του ΕΜΟ.

• Αυτοτοποθέτηση στην κλίμακα «Αριστερά – Δεξιά»:
Οι μετατοπίσεις κατά τη διάρκεια της δεκαετίας είναι μικρές. Στη μέση της
δεκαετίας κέρδιζε έδαφος η Δεξιόστροφη αυτοτοποθέτηση, ενώ σήμερα η σχεδόν
Αριστερόστροφη, δεδομένο που επιβεβαιώνεται και από τα εκλογικά
αποτελέσματα των εθνικών εκλογών της δεκαετίας. Ανησυχία προκαλεί το υψηλό
ποσοστό όσων δεν επιθυμούν να αυτοτοποθετηθούν (αμηχανία, αποχή, αδιαφορία,
αδιευκρίνιστη ψήφος) το οποίο παραμένει υψηλότερο των αντίστοιχων ποσοστών του
ΕΜΟ που όμως και αυτός καταγράφεται διογκωμένος ως προς αυτή την κατηγορία
της μεταβλητής.
Κατόπιν τούτων δικαιολογημένο εμφανίζεται το αίτημα για ισοκατανομή
εισοδημάτων με την παρέμβαση της κυβέρνησης - της κάθε κυβέρνησης, όπου ένας στους δύο περίπου Έλληνες - και διαχρονικά – συμφωνεί απόλυτα με
την άποψη ότι «η κυβέρνηση πρέπει να πάρει μέτρα για να μειωθούν οι διαφορές
μεταξύ των εισοδημάτων». Τα ποσοστά που συγκεντρώνονται στη συγκεκριμένη
υποκατηγορία της μεταβλητής - κατά μιας ανεξέλεγκτης από το Κράτος οικονομικής
ασυδοσίας - είναι πολύ υψηλότερα από τον ΕΜΟ.
Τέλος, φαίνεται πως σήμερα περισσότερο από τα προηγούμενα χρόνια με
εξαιρετικά κλονισμένη την εμπιστοσύνη σε ολόκληρη τη θεσμική συγκρότηση της
πολιτείας οι Έλληνες στρέφονται σε μεγαλύτερα ποσοστά και από τον ΕΜΟ στη
σύγχρονη επιστήμη για να επιλυθούν τα προβλήματα του μέλλοντος. Η
αύξηση των ποσοστών που σημειώνονται στη χώρα μας σταδιακά κατά τη διάρκεια
της δεκαετίας για να φθάσουν το 36,9% στην κατηγορία «συμφωνώ απόλυτα» και το
41,7% στην κατηγορία «συμφωνώ» (με αντίστοιχους ΕΜΟ, 21,1% και 36,9%) είναι
ενδεικτική της εμπιστοσύνης με την οποία εξακολουθεί να περιβάλλει τη γνώση το
ελληνικό κοινό, ένα ιδιαίτερα αισιόδοξο εύρημα.
• Δείκτες ατομικής και κοινωνικής ευημερίας - ευρωστίας:
Α) Ικανοποίηση από τη ζωή γενικά: Ενώ γενικά το κοινωνικό σώμα δείχνει
ικανοποιημένο από τη ζωή του, συγκεκριμένοι δείκτες πιστοποιούν ότι μετά από μια
παροδική βελτίωση στη μέση της δεκαετίας το επίπεδο ικανοποίησης χειροτερεύει
και στη χώρα μας όπως και στην υπόλοιπη Ευρώπη (Πίνακας 12). Οι «απόλυτα
δυσαρεστημένοι» στην Ελλάδα είναι ποσοστιαία περισσότεροι από τον ΕΜΟ που κι
αυτός αργά χειροτερεύει, ενώ οι «απόλυτα ευχαριστημένοι» υποχωρούν ως ποσοστό
στη χώρα μας και συγκριτικά είναι υποδιπλάσιοι του ΕΜΟ ο οποίος υποχωρεί επίσης.
Β) Ικανοποίηση από την οικονομία: Διαπιστώνεται μεγάλη απόκλιση των
πεποιθήσεων του ελληνικού κοινού από το ΕΜΟ και για ολόκληρη τη δεκαετία με
εμφανή σημάδια επιδείνωσης πρόσφατα (Πίνακας 13). Το διπλάσιο ποσοστό του
ελληνικού κοινού από τον ΕΜΟ που δήλωναν ότι «είναι απόλυτα δυσαρεστημένοι από
την κατάσταση στην οικονομία στην Ελλάδα» στην αρχή της δεκαετίας, μετά από μια
συγκρατημένη αισιοδοξία στη μέση της δεκαετίας βυθίζονται σε ποσοστό 37,7% στη
δυσαρέσκεια με το τέλος της δεκαετίας, ενώ ο ΕΜΟ παραμένει στο 15,8%. Οι
«απόλυτα ευχαριστημένοι» Έλληνες με την πάροδο του χρόνου συρρικνώνονται στο
0,1% ενώ ο ΕΜΟ συρρικνώνεται επίσης σε ποσοστό 2,6%.
Γ) Ικανοποίηση από τον τρόπο λειτουργίας της δημοκρατίας: Σχετικά
ικανοποιημένοι εμφανίζονται οι Έλληνες με τον τρόπο λειτουργίας του
κοινοβουλευτικού πολιτεύματος και της δημοκρατίας μας μέχρι τα μέσα περίπου της
δεκαετίας (Πίνακας 14). Ο 4ος γύρος όμως της ΕΚΕ καταδεικνύει ότι σήμερα υπάρχει
εμφανής αντιστροφή του κλίματος. Τα σημαντικότερα ποσοστά αθροίζονται προς τον
άξονα δυσαρέσκειας αντίθετα με ότι συνέβαινε προηγούμενα, ενώ απόκλιση
εντοπίζεται και από τον ΕΜΟ στις ακραίες θέσεις της μεταβλητής. Έτσι, οι Έλληνες
εμφανίζονται σε μεγαλύτερα ποσοστά «απόλυτα δυσαρεστημένοι» σήμερα από
παλαιότερα (διπλάσιο ποσοστό) και με σημαντική απόκλιση από τον ΕΜΟ ο οποίος
επίσης επιδεινούται, και σε εξαιρετικά χαμηλότερα ποσοστά από προηγούμενα στη
θέση των «απόλυτα ικανοποιημένων», (η μεταβολή ήταν από 14,4% σε μόλις 3,7%),
με τον ΕΜΟ να παραμένει εδώ σχετικά σταθερός.
Δ) Αίσθηση ατομικής ευτυχίας: Γενικά φαίνεται πως εξακολουθούμε να είμαστε
χαρούμενος λαός και σε γενικές γραμμές «νοιώθουμε καλά». Όμως νοιώθουμε
λιγότερο καλά συγκριτικά με τον ΕΜΟ ενώ μειώνονται αισθητά τα ποσοστά αυτών
που νοιώθουν πολύ ευτυχισμένοι / ευχαριστημένοι, τα οποία σε κάθε περίπτωση είναι
υποδιπλάσια του ΕΜΟ που και αυτός εμφανίζεται μειωμένος (Πίνακας 19). Οι
ενδείξεις για μια αργή αλλά σταθερή επιδείνωση της εικόνας των αρχών της
δεκαετίας είναι σήμερα ηχηρά παρούσες.
Ε) Κοινωνικότητα: Εξακολουθούν να παραμένουν κοινωνικοί οι Έλληνες σε γενικές
γραμμές αν και οι πολλές επαφές κατά τη διάρκεια της εβδομάδας με φίλους,
συγγενείς ή συναδέλφους σε κοινωνικές εκδηλώσεις εμφανίζονται περιορισμένες σε
σχέση με τον ΕΜΟ (Πίνακας 20).
• Κοινωνικές φοβίες - ανασφάλεια
Α) Η Βία στην Κοινωνία: Με τον τρόπο που καταμετράται η άμεση και η έμμεση
θυματοποίηση σε βίαιη εγκληματικότητα από την ΕΚΕ προκύπτει ότι η άμεση και
έμμεση έκθεση του ελληνικού κοινού στη βία εμφανίζεται σχετικά μειωμένη - στη
βάση βιωματικής εμπειρίας (αντικειμενικό κριτήριο) - με το τέλος της δεκαετίας που
διανύουμε. Οι αντίστοιχοι ΕΜΟ εμφανίζονται επίσης σταδιακά να μειώνονται. Οι
διαφοροποιήσεις του ελληνικού κοινού με τον ΕΜΟ είναι μικρές (Πίνακας 21).
Β) Το αίσθημα ανασφάλειας: Αντίθετα με το παραπάνω αντικειμενικό κριτήριο, το
μέγεθος της ανασφάλειας του Έλληνα πολίτη (υποκειμενικό κριτήριο) εμφανίζεται να
μεγαλώνει (Πίνακας 22), αφού τα ποσοστά του κοινού που αισθάνονται «πολύ
ασφαλείς» σταδιακά μειώνονται δραματικά στη χώρα μας (ο αντίστοιχος ΕΜΟ
παραμένει σχετικά σε σταθερά επίπεδα) και αντιστοίχως εμφανίζονται κατά πολύ
μεγαλύτερα τα ποσοστά του κοινού που αισθάνονται «ανασφαλείς και πολύ
ανασφαλείς» (ποσοστό 42,5% του ελληνικού κοινού με σημαντική απόκλιση -
διπλάσιο ποσοστό σχεδόν- από το αντίστοιχο 25,2% του ΕΜΟ). Η τάση αυτή
ερμηνεύεται συνδυαστικά και αναφορικά με την κρίση εμπιστοσύνης στο θεσμό της
αστυνομίας αλλά και την όξυνση των ξενοφοβικών τάσεων (βλ. κατωτέρω).
• Κοινωνική ανοχή – συνοχή
Α) Πολιτική απέναντι σε άτομα διαφορετικής φυλής ή εθνικής ομάδας: Ως πλέον
αποδεκτή πολιτική απέναντι στους «ξένους» για το ελληνικό κοινό και σε ποσοστό
που ξεπερνά το 50% (54,5% για την ακρίβεια) θεωρείται εκείνη που επιτρέπει σε
λίγους να έρχονται και να ζουν εδώ. (Πίνακας 24). Ως δεύτερη πλέον αποδεκτή
πολιτική και σε ποσοστό της τάξης του 28,5% θεωρείται εκείνη που δεν επιτρέπει σε
κανέναν να έρχεται και να ζει εδώ. Οι τάσεις αυτές φαίνεται να παγιώνονται στη
δεκαετία και να αφίστανται σημαντικά των αντίστοιχων ΕΜΟ (33,9% για την πρώτη
περίπτωση και 14,5% για τη δεύτερη).
Β) Πολιτική για αλλοδαπούς από φτωχότερες χώρες της Ευρώπης: Ως πλέον
αποδεκτή πολιτική και σε αυτήν την περίπτωση αναδεικνύεται από το ελληνικό κοινό
και σε ποσοστό 49,6% θεωρείται εκείνη που επιτρέπει σε λίγους να έρχονται και να
ζουν εδώ. (Πίνακας 25). Ως δεύτερη πλέον αποδεκτή πολιτική και σε ποσοστό της
τάξης του 34,2% θεωρείται εκείνη που δεν επιτρέπει σε κανέναν να έρχεται και να ζει
εδώ. Οι τάσεις αυτές φαίνεται να οξύνονται εσχάτως και να παγιώνονται σε υψηλά
ποσοστά απόρριψης στη δεκαετία. Από την άλλη πλευρά αφίστανται σημαντικά των
αντίστοιχων ΕΜΟ των οποίων το αρνητικό πρόσημο δείχνει επίσης αργά αλλά
σταθερά να μεγεθύνεται (34,1% για την πρώτη περίπτωση και 17,3% για τη δεύτερη).
Γ) Στάσεις απέναντι στους ‘ξένους’ – Επίδραση των ‘ξένων’ στην (εθνική)
οικονομία: Σταθερά αλλά με αυξημένη δυσανεξία το ελληνικό κοινό φαίνεται να
πιστεύει πως επιδρούν περισσότερο αρνητικά οι ‘ξένοι’ στην εθνική οικονομία παρά
θετικά (Πίνακας 26). Μια μικρή ένδειξη ανοχής στο μέσον της δεκαετίας δείχνει πώς
σύντομα εξουδετερώθηκε από την ενεργοποίηση ισχυρών αρνητικών
αντανακλαστικών τα οποία επανέκαμψαν σύντομα. Μάλιστα οι ακραία αρνητικές
θέσεις της κλίμακας συγκεντρώνουν υψηλά ποσοστά που αθροίζουν στο 25%
(αρκετά υψηλότερα από τον ΕΜΟ που κυμαίνεται στο 9,4%). Η δε στάση απόλυτης
αποδοχής μειώθηκε από το 4,4% στο μόλις 2% ενώ και ο ΕΜΟ υποχωρεί
ανεπαίσθητα στο 5,3%.
Β)Στάσεις απέναντι στους ‘ξένους’ – Επίδραση των ‘ξένων’ στην (εθνική)
πολιτιστική ζωή: Αντίθετα με τις ευρωπαϊκές καταγραφές που τοποθετούνται σε
υψηλότερα ποσοστά προς την κατεύθυνση της πεποίθησης ότι με τους ‘ξένους’ η
πολιτιστική ζωή εμπλουτίζεται, το ελληνικό κοινό διακατέχεται από μια εμμονή στη
θέση ότι με τους ‘ξένους’ η πολιτιστική ζωή υποβαθμίζεται (Πίνακας 27). Στη
συνέχεια οι απόλυτα αρνητικές ακραίες θέσεις εμφανίζουν αυξημένα ποσοστά σε
σχέση με τις προηγούμενες καταγραφές (27,4% στο 4ο κύμα έναντι 23,4% του 1ου και
20,5% του 2ου) ενώ κινούνται σε σημαντική απόκλιση από τον αντίστοιχο ΕΜΟ
(7,6%). Οι δε απόλυτα θετικές θέσεις εμφανίζουν στη χώρα μας μείωση από το 3,6%
(το 2002-3) στο 2,3% (2009),υστερώντας έτσι επίσης σημαντικά από τον ΕΜΟ
(10,2% το 2008-9).
Γ) Λοιπές ελευθερίες: Σε αντίθεση με τα παραπάνω, η ελληνική κοινωνία
εμφανίζεται περισσότερο ανεκτική απέναντι στην ελευθερία των ομοφυλοφίλων να
ζουν τη ζωή τους όπως τη θέλουν συγκλίνοντας σχετικά με τον ΕΜΟ (Πίνακας 16)
ενώ παράλληλα φαίνεται πως η θρησκευτικότητα εκκοσμικεύεται - βρίσκεται σε τάση
υποχώρησης (19,9% θεωρούν ότι είναι πολύ θρήσκοι το 2009 έναντι ποσοστού
42,9% το 2002-3 και 5,9% θεωρούν ότι δεν είναι καθόλου θρήσκοι έναντι του 2,2%
στην αρχή της δεκαετίας). Τα ποσοστά αποκλίνουν σε κάθε περίπτωση από τον
αντίστοιχο ΕΜΟ ο οποίος εμφανίζει (2008-9) υψηλότερα ποσοστά στην κατηγορία
«καθόλου θρήσκος» (19,5%) και μικρότερα στην κατηγορία «πολύ θρήσκος» (10,2%).

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου