Παρασκευή, 11 Απριλίου 2014

Μη καταβολή χρεών προς το Δημόσιο κατ’ εξακολούθηση: η αυτόφωρη διαδικασία πλήττει δυσανάλογα τα δικαιώματα του κατηγορουμένου και παραβιάζει το άρθρο 6 της ΕΣΔΑ (απόφαση 196/2014 Τριμ. Πλ/κείου Κατερίνης)

  
ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΚΑΤΕΡΙΝΗΣ 

Αριθμός: 196/2014

ΠΡΑΚΤΙΚΑ ΚΑΙ ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΤΡΙΜΕΛΟΥΣ ΠΛΗΜΜΕΛΕΙΟΔΙΚΕΙΟΥ ΚΑΤΕΡΙΝΗΣ

Συνεδρίαση της 03ης Φεβρουάριου 2014

ΣΥΝΘΕΣΗ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ: Κασσιανή Μπουροδήμου Προεδρεύουσα Πλημμελειοδίκης, Ιωάννης Μαμαδάς Πλημμελειοδίκης, Μαρία Δουλάμη Πάρεδρος Πρωτοδικείου (Επειδή κωλύονται οι τακτικοί δικαστές) Ορίστηκε με την αρ. 6/2014 πράξη της Προέδρου Πρωτοδικών Κατερίνης Δήμητρα Τσιαρδακλή Αντεισαγγελέας (Επειδή κωλύεται ο Εισαγγελέας) Βασιλική Χωρίκη Γραμματέας Κατηγορούμενος: ..... ....... Κάτοικος: Κατερίνης Πιερίας Παρών 

Πράξη: Μη καταβολή χρεών προς το Δημόσιο κατ’ εξακολούθηση 

ΕΚΘΕΣΗ ΠΡΑΚΤΙΚΩΝ ΚΑΙ ΑΠΟΦΑΣΗ

Στη σημερινή συνεδρίαση του Δικαστηρίου, που έγινε δημόσια στο ακροατήριό του κατά τη διαδικασία του αυτοφώρου ύστερα από αναβολή της υπόθεσης κατ` άρθρο 423 παρ. 1 ΚΠΔ, η Προεδρεύουσα εκφώνησε το όνομα του κατηγορουμένου ο οποίος εμφανίστηκε, ρωτήθηκε από την Προεδρεύουσα για τα στοιχεία της ταυτότητάς του και είπε ότι ονομάζεται όπως αναφέρεται πιο πάνω και ότι διορίζει συνήγορο υπεράσπισης του τον παρόντα δικηγόρο Κατερίνης Εμμανουήλ Παπά.

Η Προεδρεύουσα είπε στον κατηγορούμενο ν` ακούσει με προσοχή την κατηγορία και να παρακολουθήσει τη συζήτηση στο ακροατήριο. Επίσης του είπε ότι έχει δικαίωμα να εκθέσει τους ισχυρισμούς του και να υποβάλει τις παρατηρήσεις του ύστερα από την εξέταση κάθε μάρτυρα και την έρευνα κάθε αποδεικτικού μέσου.

Στη συνέχεια έλαβε το λόγο η Εισαγγελέας, η οποία συνοπτικά ανέφερε την πράξη για την οποία κατηγορεί ο κατηγορούμενος. Επίσης είπε, για να υποστηρίξει την κατηγορία να αναγνωστούν τα έγγραφα που αναφέρονται στο τέλος του κατηγορητηρίου.

Στη συνέχεια πήρε το λόγο ο συνήγορος του κατηγορουμένου και ζήτησε την αναβολή της δίκης και είπε: Η διάταξη του άρθρου 3 του ν. 3943/2011, με την οποία αντικαταστάθηκε η παράγραφος 1 του άρθρου 25 του ν. 1882/1990 και ορίζεται ότι χρόνος τέλεσης του αδικήματος είναι το χρονικό διάστημα από την παρέλευση των τεσσάρων μηνών μέχρι τη συμπλήρωση χρόνου αντίστοιχου με το 1/3 της κατά περίπτωση προβλεπόμενης προθεσμίας παραγραφής και στην ουσία χαρακτηρίζει διαρκές το αδίκημα μη καταβολής χρεών στο Δημόσιο, είναι αντίθετη στα άρθρα 2 παρ. 1 και 7 παρ. 1 του Συντάγματος, αλλά και σε θεμελιώδεις αρχές του Ποινικού Δικαίου. Στην υπ’αριθ. 1/2011 ερμηνευτική εγκύκλιο που είχε εκδώσει ο κ. αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου όταν θεσπίστηκε το αυτόφωρο αναφέρει ότι «η συμβατότητα της ρύθμισης με τα άρθρα του συντάγματος θα κριθεί στην πράξη από τα δικαστήρια». Ζητώ από το δικαστήριό σας α) να κρίνει την ως άνω διάταξη αντισυνταγματική και αντίθετη σε θεμελιώδεις αρχές του Ποινικού Δικαίου, β) να κρίνει ότι δεν συντρέχουν εν προκειμένω οι προϋποθέσεις εφαρμογής των διατάξεων του άρθρου 242 παρ. 1 και 2 ΚΠΔ, γ) να παραπέμψει την υπόθεση στην τακτική διαδικασία κατ’ άρθρο 424 ΚΠΔ άλλως να αναβληθεί η υπόθεση εντός δεκαπενθημέρου.

Στο σημείο αυτό πήρε το λόγο η Εισαγγελέας και πρότεινε να αναβληθεί η δίκη για την 01-10- 2014 και ώρα 09:00`.

Στη συνέχεια το Δικαστήριο σε μυστική διάσκεψη, στην οποία παραβρέθηκε και η Γραμματέας, εξέδωσε την παρακάτω απόφαση την οποία η Προεδρεύουσα δημοσίευσε αμέσως σε δημόσια συνεδρίαση :

ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ

I. Από την ερμηνεία των διατάξεων των άρθρων 5 παρ. 3 και 6 παρ. 1 του Συντάγματος συνάγεται ότι ο συνταγματικός νομοθέτης κατοχύρωσε την προστασία της προσωπικής ελευθερίας υπό την ειδικότερη μορφή της προσωπικής ασφάλειας (βλ. σχ. Μάνεση, Συνταγματικά Δικαιώματα, α` ατομικές ελευθερίες-πανεπιστημιακές παραδόσεις, δ` έκδοση, σελ. 173). Στο πλαίσιο της θεσμοθετημένης συνταγματικά αυτής προστασίας του ατόμου από αυθαίρετες καταδιώξεις, συλλήψεις και φυλακίσεις από μέρους της κρατικής εξουσίας, προκειμένου να λάβει νομότυπα χώρα η σύλληψη οποιουδήποτε προσώπου, πρέπει να συντρέχουν σωρευτικά οι ακόλουθες προϋποθέσεις: (α) η σύλληψη να βρίσκει έρεισμα σε διάταξη νόμου και (β) να εκτελείται με βάση δικαστικό ένταλμα, δηλαδή ένταλμα, το οποίο έχει εκδοθεί από κρατικό όργανο που κατά το Σύνταγμα και την κείμενη νομοθεσία αναγνωρίζεται ως δικαστική αρχή και περιβάλλεται με όλες τις εγγυήσεις της λειτουργικής και προσωπικής ανεξαρτησίας που ορίζονται από τις διατάξεις των άρθρων 87-91 του Συντάγματος (βλ. σχ. Χρυσόγονο, Ατομικά και κοινωνικά δικαιώματα, 2002, σελ. 216). Το ένταλμα αυτό πρέπει να είναι αιτιολογημένο, να μνημονεύει δηλαδή με ακρίβεια τα στοιχεία του προσώπου που πρόκειται να συλληφθεί (όνομα, επώνυμο, κατοικία, περιγραφή) και να επιδίδεται στο τελευταίο κατά τη στιγμή της σύλληψής του (βλ. Μάνεση, ό.π., σελ. 180). Επομένως, τα όργανα της εκτελεστικής εξουσίας στερούνται της δυνατότητας να προβούν με δική τους πρωτοβουλία στη σύλληψη οποιουδήποτε προσώπου. Ωστόσο, η απαγόρευση αυτή δεν είναι απόλυτη, αλλά κάμπτεται στην περίπτωση του αυτόφωρου εγκλήματος (βλ. Μαργαρίτη Μ., Ερμηνεία Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, 2008, άρθρο 242, αριθ. 2, σελ. 466). Η διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 του Συντάγματος δεν περιέχει αυθεντικό ορισμό της έννοιας του αυτόφωρου εγκλήματος, αλλά αντίθετα επαφίεται για αυτόν στον κοινό νομοθέτη (βλ. Μάνεση, ό.π., σελ. 180). Ήδη από τη διάταξη του άρθρου 242 παρ. 1 ΚΠΔ ορίζεται ότι προκειμένου να χαρακτηριστεί ένα έγκλημα ως αυτόφωρο πρέπει να συντρέχει μία από τις ακόλουθες περιπτώσεις: (α) να καταληφθεί κατά το χρονικό σημείο της διάπραξής του ή (β) να έχει τελεστεί πρόσφατα, περίπτωση η οποία συντρέχει, ιδίως όταν ο δράστης καταδιώκεται μετά τη διάπραξη του εγκλήματος από τη δημόσια δύναμη ή τον παθόντα ή με δημόσια κραυγή, όπως και όταν συλλαμβάνεται οπουδήποτε κατέχοντας αντικείμενα ή φέροντας ίχνη, από τα οποία συμπεραίνεται ότι διέπραξε το έγκλημα σε πολύ πρόσφατο χρόνο. Η πρώτη από τις παραπάνω περιπτώσεις αφορά το γνήσιο αυτόφωρο έγκλημα, ενώ στη δεύτερη από αυτές πρόκειται για την οιονεί ή καταχρηστική μορφή του, στην οποία όμως τίθεται από τη διάταξη του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠΔ συγκεκριμένο χρονικό όριο, το οποίο συμπίπτει με την παρέλευση της επομένης ημέρας από την τέλεση της πράξης (βλ. σχ. Καλφέλη-Μαργαρίτη Λ., Ποινική Δικονομία-Ειδικές Διαδικασίες, Αυτόφωρο έγκλημα και αυτόφωρη διαδικασία-Αίτηση ακυρώσεως διαδικασίας και αποφάσεως, 1998, σελ. 47επ. και 65επ.). Επομένως, ενόψει της προστασίας της προσωπικής ασφάλειας αλλά και του τεκμηρίου αθωότητας ο νομοθέτης υπήγαγε στην έννοια του αυτόφωρου εγκλήματος μόνον εκείνες τις αξιόποινες πράξεις, το χρονικό σημείο της κατάληψης του δράστη των οποίων τελεί σε στενή εγγύτητα προς το χρονικό σημείο της διάπραξής τους, καθώς η χρονική αυτή εγγύτητα έχει ως συνέπεια τη δυνατότητα ταχείας συλλογής των αναγκαίων αποδεικτικών στοιχείων. Η αποδεικτική αυτή ευχέρεια απόδοσης της τέλεσης των παραπάνω αξιόποινων πράξεων στο πρόσωπο του δράστη τους, η οποία αγγίζει τα όρια της βεβαιότητας, δικαιολογεί την άρση της απαγόρευσης της σύλληψης του τελευταίου χωρίς την προηγούμενη έκδοση δικαστικού εντάλματος και την κάμψη του τεκμηρίου της αθωότητάς του χάριν της ταχείας αποκατάστασης της έννομης τάξης και της αποτελεσματικότερης προστασίας των εννόμων αγαθών και συνιστά περιορισμό των σχετικών δικαιωμάτων του ο οποίος δεν παραβιάζει την αρχή της αναλογικότητας, όπως αυτή ρητά κατοχυρώνεται από τη διάταξη του άρθρου 25 παρ. 1 του Συντάγματος. Με βάση όσα εκτίθενται ανωτέρω προκύπτει ότι στο πλαίσιο της προστασίας της προσωπικής ασφάλειας του ατόμου και του σεβασμού του τεκμηρίου αθωότητας του κατηγορουμένου, ο νομοθέτης πρέπει να επιδεικνύει ιδιαίτερη φειδώ ως προς τον καθορισμό της έννοιας του αυτόφωρου εγκλήματος, ώστε σε αυτή να περιλαμβάνονται μόνον οι περιπτώσεις εκείνες των αξιόποινων πράξεων, οι οποίες λόγω της κατάληψης του δράστη τους κατά τη διάρκεια της διάπραξής τους ή εντός σύντομου χρονικού διαστήματος μετά από αυτήν δύνανται με ευχέρεια να αποδοθούν στον τελευταίο. Αντίθετα, οποιαδήποτε νομοθετική απόπειρα διεύρυνσης της έννοιας του αυτόφωρου εγκλήματος, με σκοπό να καταστεί δυνατή η χωρίς τις εγγυήσεις της δικαστικής εξουσίας σύλληψη του φερόμενου ως δράστη του, συνιστά ευθεία παράβαση των διατάξεων των άρθρων 5 παρ. 3, 6 παρ. 1 και 25 παρ. 1 του Συντάγματος, προσβάλλει δε παράλληλα και το τεκμήριο αθωότητας, το οποίο κατοχυρώνεται από την υπερνομοθετικής ισχύος διάταξη του άρθρου 6 παρ. 2 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου.

II. Από την ερμηνεία της διάταξης του άρθρου 7 παρ. 1 του Συντάγματος, με την οποία κατοχυρώνεται στην ελληνική έννομη τάξη η βασική αρχή του ποινικού δικαίου «κανένα έγκλημα καμία ποινή χωρίς νόμο (nullum crimen nulla poena sine lege), προκύπτει η δέσμευση της κρατικής εξουσίας και στις τρεις λειτουργίες της (νομοθετική, εκτελεστική, δικαστική) να διατηρεί διαρκώς τυποποιημένο το ποινικό φαινόμενο σε ολόκληρη την έκταση του τριπτύχου που το συνθέτει (έννομο αγαθό, έγκλημα, ποινή) (βλ. σχ. Μανωλεδάκη, Ποινικό Δίκαιο-Γενική Θεωρία, 2004, σελ. 33επ.). Ειδικότερα, από την παραπάνω συνταγματική διάταξη απορρέει η υποχρέωση της νομοθετικής λειτουργίας στο πλαίσιο της τυποποίησης του ποινικού φαινομένου να ορίζει τα στοιχεία της πράξης που τυποποιείται ως αξιόποινη. Η υποχρέωση αυτή έχει μεταξύ άλλων ένα θετικό περιεχόμενο, το οποίο συνίσταται στην υποχρέωση ακριβούς προσδιορισμού των στοιχείων της αξιόποινης πράξης (nullum crimen nulla poena sine lege certa), και αφετέρου ένα αρνητικό περιεχόμενο, το οποίο συνίσταται στην απαγόρευση επέκτασης του αξιόποινου χαρακτήρα μίας συμπεριφοράς πέραν των στοιχείων που συγκροτούν τη νομοτυπική μορφή του τυποποιούμενου εγκλήματος. Δηλαδή ο νομοθέτης υποχρεούται αφενός να προσδιορίζει με σαφήνεια τα στοιχεία της νομοτυπικής μορφής της προσβολής του εννόμου αγαθού, την οποία τυποποιεί ως αξιόποινη, ώστε να μην καταλείπονται αμφιβολίες σχετικά με το ακριβές περιεχόμενό της (βλ. σχ. Μανωλεδάκη, ό.π., σελ. 38 και επίσης Ανδρουλάκη, Nullum crimen sine lege certa, ΠοινΧρ ΚΓ`. 513επ.) και αφετέρου να περιορίσει τον αξιόποινο χαρακτήρα μίας συμπεριφοράς στην έκταση, η οποία προκύπτει από την αντικειμενική και την υποκειμενική υπόσταση του οικείου εγκλήματος. Από την άλλη η δικαστική λειτουργία έχει την υποχρέωση να μην εφαρμόζει οποιονδήποτε κανόνα δικαίου, ο οποίος τυποποιεί ως έγκλημα μία συμπεριφορά, εφόσον ο τελευταίος δεν πληροί τις ανωτέρω προϋποθέσεις (βλ. Μανωλεδάκη, ό.π., σελ. 42επ.).

III. Από την ερμηνεία της διάταξης του άρθρου 20 παρ. 1 του Συντάγματος σε συνδυασμό προς τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 και 3 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τα δικαιώματα του ανθρώπου συνάγεται ότι στο πλαίσιο της εξασφάλισης του δικαιώματος προς παροχή δικαστικής προστασίας και της διασφάλισης του δικαιώματος σε δίκαιη δίκη ο κατηγορούμενος σε ποινική δίκη, ο οποίος βρίσκεται σε ιδιαίτερα δυσχερή θέση, καθώς εναντίον του στρέφεται ο κατασταλτικός μηχανισμός της Πολιτείας διαθέτει μεταξύ των υπόλοιπων δικαιωμάτων του και το δικαίωμα της παροχής επαρκούς χρόνου για την προετοιμασία της υπεράσπισής του, όπως επίσης και της παροχής από μέρους της κρατικής εξουσίας των αναγκαίων προς τούτο διευκολύνσεων (βλ. σχ. Χρυσόγονο, ό.π., σελ. 430επ.). Ωστόσο, με τις διατάξεις των άρθρων 417 επ. ΚΠΔ θεσμοθετείται για τα πλημμελήματα, τα οποία χαρακτηρίζονται ως αυτόφωρα, μία ιδιαίτερα συνοπτική διαδικασία, στο πλαίσιο της οποίας παραγκωνίζονται και προστατεύονται δευτερογενώς μόνο τα δικαιώματα του κατηγορουμένου προς όφελος της ταχύτερης και αποτελεσματικότερης προστασίας των εννόμων αγαθών (βλ. σχ. Καλφέλη-Μαργαρίτη Λ., ό.π., σελ. 20επ., Αδάμπα σε Μαργαρίτη Λ., Κώδικας Ποινικής Δικονομίας-Ερμηνεία κατ’ άρθρο, τόμος πρώτος, 2010, άρθρο 242, αριθ. 1, σελ. 837). Ωστόσο, ο περιορισμός που συνεπάγεται η εφαρμογή της αυτόφωρης διαδικασίας στο δικαίωμα του κατηγορουμένου προς παροχή δικαστικής προστασίας και για εξασφάλιση δίκαιης δίκης είναι ανεκτός κατά τη διάταξη του άρθρου 25 παρ. 1 του Συντάγματος κατά το μέτρο που, σύμφωνα και προς όσα ήδη εκτίθενται ανωτέρω, υφίσταται αποδεικτική ευχέρεια ως προς την απόδοση της αξιόποινης πράξης σε ενοχή του κατηγορουμένου και εφόσον με τον τρόπο αυτό διασφαλίζεται και εξυπηρετείται η άμεση και ταχεία αποκατάσταση της τρωθείσας έννομης τάξης. Επομένως, η υπερβολική από μέρους του νομοθέτη διεύρυνση της έννοιας του αυτόφωρου εγκλήματος και σε περιπτώσεις εγκλημάτων, για τα οποία δεν συντρέχουν οι ουσιαστικές προϋποθέσεις που εξασφαλίζουν τη δυνατότητα γρήγορης και αποτελεσματικής συλλογής του αναγκαίου αποδεικτικού υλικού, με βάση την οποία διευρύνεται η εφαρμογή της αυτόφωρης διαδικασίας και ουσιαστικά φαλκιδεύονται τα δικαιώματα του κατηγορουμένου, χωρίς να συντρέχει νόμιμος λόγος που να δικαιολογεί έναν τέτοιου είδους περιορισμό, συνιστά παραβίαση των διατάξεων των άρθρων 20 παρ. 1 και 25 παρ. 1 του Συντάγματος, όπως επίσης και της υπερνομοθετικής ισχύος διάταξης του άρθρου 6 παρ. 1 και 3 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου.

IV. Με τη διάταξη του άρθρου 3 παρ. 1 περ. α` του ν. 3904/2011 αντικαταστάθηκε η διάταξη του άρθρου 25 παρ. 1 του ν. 1882/1990 ως εξής: «Οποιος δεν καταβάλλει τα βεβαιωμένα στις δημόσιες οικονομικές υπηρεσίες (Δ.Ο.Υ.) και τα τελωνεία χρέη προς το Δημόσιο, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, τις επιχειρήσεις και τους οργανισμούς του ευρύτερου δημόσιου τομέα για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης: (α) έως ένα έτος, εφόσον το συνολικό χρέος από κάθε αιτία, συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του πίνακα χρεών, που αναφέρεται στην παράγραφο 5, υπερβαίνει το ποσό των πέντε χιλιάδων (5.000) ευρώ, (β) έξι τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α` υπερβαίνει το ποσό των δέκα χιλιάδων (10.000) ευρώ, (γ) ενός τουλάχιστον έτους, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α`, υπερβαίνει το ποσό των πενήντα χιλιάδων (50.000) ευρώ, (δ) τριών τουλάχιστον ετών, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α`, υπερβαίνει το ποσό των εκατόν πενήντα χιλιάδων (150.000) ευρώ. Χρόνος τέλεσης του αδικήματος είναι το χρονικό διάστημα από την παρέλευση των τεσσάρων μηνών μέχρι τη συμπλήρωση χρόνου αντίστοιχου με το 1/3 της κατά περίπτωση προβλεπόμενης προθεσμίας παραγραφής. Η ποινική δίωξη ασκείται ύστερα από αίτηση του προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. ή του Τελωνείου προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών της έδρας τους, που συνοδεύεται υποχρεωτικά από πίνακα χρεών, συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων. Η πράξη μπορεί να κριθεί ατιμώρητη, εάν το ποσό που οφείλεται εξοφληθεί μέχρι την εκδίκαση της υπόθεσης σε οποιονδήποτε βαθμό». Με την ανωτέρω διάταξη τυποποιείται ως έγκλημα η μη καταβολή βεβαιωμένων χρεών προς το Δημόσιο, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου και τις επιχειρήσεις και τους οργανισμούς του ευρύτερου δημόσιου τομέα. Σύμφωνα με τα οριζόμενα από τη διάταξη του άρθρου 25 παρ. 1 εδ. α’ του ν. 1882/1990 για την πλήρωση της αντικειμενικής υπόστασης του εν λόγω εγκλήματος πρέπει να συντρέχουν τα ακόλουθα στοιχεία: (α) ύπαρξη χρέους του φυσικού αυτουργού προς το Δημόσιο, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου ή τις επιχειρήσεις και τους οργανισμούς του ευρύτερου δημόσιου τομέα, (β) βεβαίωση του χρέους από την αρμόδια δημόσια οικονομική υπηρεσία ή τελωνείο και (γ) παρέλευση άπρακτου χρονικού διαστήματος τεσσάρων (4) μηνών από τη βεβαίωση του χρέους, ενώ για την πλήρωση της υποκειμενικής του υπόστασης απαιτείται δόλος οποιουδήποτε βαθμού, έστω και ενδεχόμενος (άρθρα 12, 18 εδ. β`, 26 παρ. 1 εδ. α` και 53 ΠΚ). Το έννομο αγαθό που προστατεύεται από τη διάταξη αυτή είναι η περιουσία του Δημοσίου, υπό την ειδικότερη μορφή της αποφυγής της αύξησης του παθητικού της. Ειδικότερα, η προσβολή του προστατευόμενου εννόμου αγαθού επέρχεται με την παρέλευση του χρονικού διαστήματος των τεσσάρων (4) μηνών από τη βεβαίωση του χρέους, χωρίς να λάβει χώρα η καταβολή αυτού, οπότε και επέρχεται η αύξηση του παθητικού της περιουσίας του Δημοσίου κατά το ποσό της σχετικής οφειλής. Επομένως, το έγκλημα που τυποποιείται από την παραπάνω διάταξη διαμορφώνεται ως στιγμιαίο, δεδομένου ότι η χρονική στιγμή της τυπικής περάτωσής του σύμφωνα με την αντικειμενική του υπόσταση, όπως αυτή περιγράφεται ανωτέρω, δεν μπορεί να παραταθεί κατά τη βούληση του δράστη (βλ. σχ. Μανωλεδάκη, ό.π., σελ. 300επ.), καθώς το αξιόποινο αποτέλεσμα της αύξησης του παθητικού της περιουσίας του Δημοσίου επέρχεται κατά τη στιγμή της παρέλευσης άπρακτης της νόμιμης προθεσμίας προς καταβολή, το γεγονός δε ότι η σχετική οφειλή εξακολουθεί να υφίσταται και κατά το μεταγενέστερο του χρονικού αυτού σημείου διάστημα είναι ποινικά αδιάφορη, καθώς έχει ήδη ολοκληρωθεί η προσβολή του ως άνω προστατευόμενου έννομου αγαθού. Ωστόσο, με τη διάταξη του άρθρου 25 παρ. 1 εδ. β` του ν. 1882/1990, όπως αυτή αντικαταστάθηκε από τη διάταξη του άρθρου 3 παρ. 1 περ. α` του ν. 3943/2011 ορίζεται ότι: «Χρόνος τέλεσης του αδικήματος είναι το χρονικό διάστημα από την παρέλευση των τεσσάρων μηνών μέχρι τη συμπλήρωση χρόνου αντίστοιχου με το 1/3 της κατά περίπτωση προβλεπόμενης προθεσμίας παραγραφής». Με τη διάταξη αυτή το παραπάνω τυποποιούμενο έγκλημα χαρακτηρίζεται από τον ίδιο το νομοθέτη ως διαρκές, ενώ από τη νομοτυπική μορφή του, όπως τα στοιχεία αυτής αναλυτικά εκτίθενται ανωτέρω, προκύπτει ότι πρόκειται για στιγμιαίο έγκλημα. Μάλιστα, η διάταξη αυτή περικλείει σχήμα οξύμωρο, δεδομένου ότι αφενός γίνεται δεκτός ως χρόνος τέλεσης του εγκλήματος το χρονικό σημείο της παρέλευσης των τεσσάρων (4) μηνών από την βεβαίωση του χρέους, προς το οποίο συνδέεται η κατά τη διάταξη του άρθρου 112 ΠΚ έναρξη του χρόνου της παραγραφής του, ενώ αφετέρου ορίζεται κατά τρόπο αυθαίρετο και ανακόλουθο προς τη νομοτυπική μορφή του εγκλήματος ότι ο χρόνος τέλεσης αυτού εκτείνεται μέχρι την παρέλευση χρονικού διαστήματος ίσου προς το ένα τρίτο του χρόνου παραγραφής του, δηλαδή για χρονικό διάστημα είκοσι (20) μηνών. Με το περιεχόμενό της όμως αυτό η εν λόγω διάταξη αντίκειται, σύμφωνα και προς όσα εκτίθενται ανωτέρω (υπό το στοιχείο II) στους ορισμούς της διάταξης του άρθρου 7 παρ. 1 του Συντάγματος, αφενός διότι προκαλεί σύγχυση ως προς τον ορισμό των στοιχείων της νομοτυπικής μορφής του υπό κρίση εγκλήματος, με αποτέλεσμα να μην προσδιορίζεται κατά τρόπο σαφή και κατηγορηματικό ο χρόνος ολοκλήρωσης αυτού και αφετέρου διότι επεκτείνει τον αξιόποινο χαρακτήρα της αξιόποινης συμπεριφοράς του δράστη πέρα από τα στοιχεία της τυποποιούμενης ως έγκλημα πράξης του. Περαιτέρω, από την ιστορικοβουλητική και τη συστηματική ερμηνεία της παραπάνω διάταξης (θέσπιση αυτής μετά την υπογραφή την 03.05.2010 του «Μνημονίου Συνεννόησης» από τον Υπουργό Οικονομικών της Ελληνικής Κυβέρνησης και το Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος, ως εκπροσώπους της Ελληνικής Δημοκρατίας, και από τον Επίτροπο Οικονομικών και Νομισματικών Υποθέσεων, ως εκπρόσωπο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής ενεργούσας για λογαριασμό των κρατών-μελών που μετέχουν στην Οικονομική και Νομισματική Ένωση, και ενόψει των αυξημένων εισπρακτικών αναγκών που αντιμετωπίζει έκτοτε η ελληνική κυβέρνηση και η ένταξη αυτής στο νόμο 3943/2011, με τον οποίο ρυθμίζονται αποκλειστικά φορολογικής φύσης ζητήματα, όπως επίσης και θέματα που άπτονται των ασφαλιστικών ταμείων) προκύπτει ότι η θέσπιση αυτής δεν είχε ως αντικείμενό της τη συμπλήρωση της νομοτυπικής μορφής του εγκλήματος της μη καταβολής χρεών ττρος το Δημόσιο, αλλά κατά κύριο λόγο αποσκοπούσε στην επέκταση της δυνατότητας σύλληψης των κατηγορούμενων για την παραπάνω πράξη προσώπων χωρίς σχετικό ένταλμα των αρμόδιων δικαστικών αρχών, όπως και στην εκδίκαση των σχετικών υποθέσεων κατά την ειδική διαδικασία για τα αυτόφωρα πλημμελήματα. Με την πρωτοβουλία του δηλαδή αυτή ο νομοθέτης επέκτεινε την έννοια του αυτοφώρου για το συγκεκριμένο αδίκημα, χωρίς ωστόσο να συντρέχουν οι προϋποθέσεις που δικαιολογούν την απόδοση του χαρακτηρισμού αυτού, καθώς από τη μία καταλύεται πλέον το στοιχείο της εγγύτητας μεταξύ του χρονικού σημείου της τέλεσης της πράξης και του χρόνου εκδίκασης αυτής και από την άλλη δεν υφίσταται το στοιχείο της ευχερούς και ταχείας συλλογής του σχετικού αποδεικτικού υλικού. Ενόψει των ανωτέρω δύναται με ασφάλεια να εξαχθεί το συμπέρασμα ότι με την εν λόγω διάταξη ο νομοθέτης επιχειρεί να κάμψει την προστασία που παρέχεται στους πολίτες από τις διατάξεις των άρθρων 5 παρ. 1, 6 παρ. 3 και 20 παρ. 1 του Συντάγματος σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 6 παρ. 1, 2 και 3 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου, προκειμένου να ενισχύσει την εισπρακτική ικανότητα του Δημοσίου, επισείοντας σε βάρος των οφειλετών του την απειλή της άμεσης σύλληψής τους και της υπαγωγής τους σε έκτακτου χαρακτήρα ποινική διαδικασία, στην οποία όπως προαναφέρθηκε πλήττονται τα υπερασπιστικά δικαιώματα του κατηγορουμένου. Ωστόσο, η εξυπηρέτηση των εισπρακτικών αναγκών του Δημοσίου σε καμία περίπτωση δεν δικαιολογεί ενόψει της ρύθμισης του άρθρου 25 παρ. 1 του Συντάγματος τον επιχειρούμενο περιορισμό στην προσωπική ασφάλεια και στην παροχή δικαστικής προστασίας, δύναται δε να εξυπηρετηθεί χωρίς την περιστολή των παραπάνω δικαιωμάτων με την λήψη των κατάλληλων διοικητικού χαρακτήρα μέτρων. Κατά συνέπεια ενόψει του ανωτέρω περιεχομένου της η διάταξη του άρθρου 3 παρ. 1 περ. α` του ν. 3943/2011 παραβιάζει τις διατάξεις των άρθρων 5 παρ. 1, 6 παρ. 3, 7 παρ. 1, 20 παρ. 1 και 25 παρ. 1 του Συντάγματος σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 6 παρ. 1, 2 και 3 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου, σύμφωνα προς όσα αναλυτικά εκτίθενται ανωτέρω (υπό τα στοιχεία I και III).

Στην προκειμένη περίπτωση, στις 29-1-2014 κατατέθηκε ενώπιον του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Κατερίνης, η με αριθμό πρωτοκόλλου ........ αίτηση ποινικής δίωξης του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ Κατερίνης (άρθρο 41 ΚΠΔ) κατά του ............ διότι στην Κατερίνη στις 31/8/2012, 29/1/2013, 11512013, 1/1212013,29/6/2013 και την 31/12/2013, ως Διευθύνων Σύμβουλος της εδρεύουσας στην Κατερίνη εταιρείας με την επωνυμία κατέβαλε χρέη προς το Δημόσιο που ήταν βεβαιωμένα στις δημόσιες οικονομικές υπηρεσίες (Δ.Ο.Υ.) για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, το συνολικό δε χρέος από κάθε αιτία, συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του πίνακα χρεών, υπερβαίνει το ποσό των 150.000 ευρώ. Συγκεκριμένα: [...] το συνολικό δε χρέος του από κάθε αιτία, συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του πίνακα χρεών (24/1/2014) ανέρχεται 397.521,29 ευρώ. Ο υπαίτιος συνελήφθη στις 30-1-2014 και σε βάρος του ασκήθηκε ποινική δίωξη για παράβαση του άρθρου 25 παρ. 1 στοιχ. δ-α του ν. 1882/1990, εισήχθη δε η υπόθεση προς εκδίκαση ενώπιον του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Κατερίνης, δικάζοντος κατά την αυτόφωρη διαδικασία, κατά τη συνεδρίαση της 31-1-2014 και μετά από αναβολή για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας συνεδρίαση. Καθόσον, ωστόσο, οι επιμέρους πράξεις τελέστηκαν κατά τις ημερομηνίες που ανωτέρω αναφέρονται και όλες έχουν εκφύγει των πλαισίων του αυτοφώρου, το Δικαστήριο κρίνει, δεκτού γενομένου του αυτοτελούς ισχυρισμού που πρότεινε ο συνήγορος του κατηγορουμένου, ότι η υπό κρίση υπόθεση εσφαλμένα εισήχθη προκειμένου να δικασθεί κατά την αυτόφωρη διαδικασία. Τούτο δε, λόγω της πρόδηλης, κατά τα διαλαμβανόμενα στην προπαρατεθείσα μείζονα σκέψη, αντίθεσης της διάταξης του άρθρου 25 παρ. 1 του ν. 1882/1990 (όπως αυτή αντικαταστάθηκε από τη διάταξη του άρθρου 3 παρ. 1 περ. α του ν. 3943/2011), σύμφωνα με την οποία χρόνος τέλεσης του αδικήματος είναι το χρονικό διάστημα από την παρέλευση των τεσσάρων μηνών μέχρι τη συμπλήρωση χρόνου αντίστοιχου με το 1/3 της κατά περίπτωση προβλεπόμενης προθεσμίας παραγραφής, στις διατάξεις των άρθρων 5 παρ. 1, 6 παρ. 3, 7 παρ. 1, 20 παρ. 1 και 25 παρ. 1 του Συντάγματος σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 6 παρ. 1, 2 και 3 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου, μη συντρεχουσών εν προκειμένω των προϋποθέσεων εφαρμογής των διατάξεων του άρθρου 242 παρ. 1 και 2 Κ.Π.Δ. Πρέπει, συνεπώς, μετά ταύτα να παραπεμφθεί η υπόθεση προκειμένου να εισαχθεί στο ακροατήριο και να δικαστεί κατά την τακτική διαδικασία, ως προσήκει.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Δικάζει με παρόντα τον κατηγορούμενο ................. , κάτοικο Κατερίνης Πιερίας.

Παραπέμπει στην τακτική διαδικασία.

Ορίζει ρητή δικάσιμο την 01-10-2014 και ώρα 09:00`, χωρίς κλήτευση του παρόντα κατηγορουμένου προς τον οποίο γνωστοποιήθηκε η παραπάνω δικάσιμος.

Κρίθηκε, αποφασίστηκε και δημοσιεύτηκε στο ακροατήριο.

Κατερίνη 03 - 02 - 2014

Η Προεδρεύουσα Πλημμελειοδίκης Η Γραμματέας

Ρ.Κ.


 

Τετάρτη, 26 Μαρτίου 2014

ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ: Να αποσυρθεί αμέσως η απαράδεκτη τροπολογία – Να κατοχυρωθεί η προστασία των θυμάτων ρατσιστικής βίας

ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ
Να αποσυρθεί αμέσως η απαράδεκτη τροπολογία – Να κατοχυρωθεί η προστασία των θυμάτων ρατσιστικής βίας
Αθήνα, 25 Μαρτίου 2014 – Οι 35 οργανώσεις που απαρτίζουν το Δίκτυο Καταγραφής Περιστατικών Ρατσιστικής Βίας εκφράζουν την κατηγορηματική τους αντίθεση  για την προωθούμενη τροπολογία στο Άρθρο 19 του Μεταναστευτικού Κώδικα, η οποία, εάν υιοθετηθεί,  θα αποτελέσει ασπίδα προστασίας για όσους επίορκους κρατικούς λειτουργούς εμπλέκονται σε περιστατικά ρατσιστικής βίας και θα αναιρέσει ουσιαστικά κάθε δυνατότητα προστασίας στα θύματα.
Το Δίκτυο έχει επανειλημμένα τονίσει πως η ρατσιστική βία δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί αποτελεσματικά χωρίς εγγυήσεις για τη δυνατότητα καταγγελίας. Σύμφωνα με τα στοιχεία του Δικτύου, οι στερούμενοι νομιμοποιητικών εγγράφων αποτελούν την πλειονότητα των θυμάτων ρατσιστικών επιθέσεων. Ακόμα και στις λίγες εκείνες περιπτώσεις στις οποίες αποτολμούν να καταγγείλουν τα περιστατικά, τίθενται αυτόματα υπό κράτηση προς έκδοση απόφασης απέλασης. Φαίνεται όμως πως αυτή η μέθοδος αποτροπής των θυμάτων δεν ήταν αρκετή.
Περνώντας στο επόμενο στάδιο, η προωθούμενη τροπολογία οδηγεί σε περαιτέρω εκφοβισμό των θυμάτων: μετατοπίζει το βάρος της απόδειξης, τα απειλεί με αυτόφωρο και απέλαση και ουσιαστικά ποινικοποιεί την προσφυγή στην έννομη προστασία, καθιστώντας το τραυματισμένο σώμα του θύματος οιονεί τεκμήριο ενοχής. Τα θύματα ρατσιστικής βίας καθίστανται πλέον υπόλογα για ενδεχόμενη έλλειψη στοιχείων, παρά το γεγονός ότι αυτή η έλλειψη είναι συχνότατα αποτέλεσμα της καθυστέρησης ή και απροθυμίας των διωκτικών αρχών να ερευνήσουν επαρκώς τα σε βάρος τους καταγγελλόμενα περιστατικά.
Αξίζει να σημειωθεί πως τα στοιχεία του Δικτύου Καταγραφής Περιστατικών Ρατσιστικής Βίας δείχνουν σημαντική αύξηση των περιστατικών όπου η αστυνομική βία τέμνεται με τη ρατσιστική. Την ώρα δηλαδή που θα ανέμενε κανείς τη συγκρότηση ενός αποτελεσματικού μηχανισμού διερεύνησης των καταγγελιών περί αστυνομικής βίας και αυθαιρεσίας (σύμφωνα εξάλλου με τις συστάσεις διεθνών οργανισμών, του Συνηγόρου του Πολίτη και της Εθνικής Επιτροπής για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου), η προωθούμενη τροπολογία στέλνει το μήνυμα της διαιώνισης της ατιμωρησίας.
Το Δίκτυο Καταγραφής Περιστατικών Ρατσιστικής Βίας και οι οργανώσεις που το απαρτίζουν καλούν στην άμεση επαναφορά του Άρθρου 19 του Μεταναστευτικού Κώδικα ακριβώς ως είχε πριν από την εισαγωγή της απαράδεκτης τροπολογίας. Ειδάλλως, η χώρα μας θα δηλώσει επισήμως πως οι επίορκοι δημόσιοι λειτουργοί μπορούν να αυθαιρετούν ήσυχοι, ενδυναμώνοντας ταυτόχρονα την ατιμωρησία των κάθε λογής οργανωμένων ομάδων ρατσιστικής βίας.
Περισσότερες πληροφορίες:
Ελένη Τάκου, racistviolence@nchr.gr, 210.7233216
_________________________________________________________________________________
Σχετικά με το Δίκτυο Καταγραφής Περιστατικών Ρατσιστικής Βίας:
Παρακολουθώντας την αυξητική πορεία των ρατσιστικών επιθέσεων εναντίον προσφύγων και μεταναστών τα τελευταία χρόνια, αλλά και την έλλειψη ενός επίσημου και αξιόπιστου μηχανισμού καταγραφής των ρατσιστικών περιστατικών, η Ύπατη Αρμοστεία του ΟΗΕ για τους Πρόσφυγες και η Εθνική Επιτροπή για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου πήραν την πρωτοβουλία το καλοκαίρι του 2011 και δημιούργησαν το Δίκτυο Καταγραφής Περιστατικών Ρατσιστικής Βίας στο οποίο σήμερα συμμετέχουν οι εξής 35 μη κυβερνητικές οργανώσεις και άλλοι φορείς που παρέχουν νομικές, ιατρικές, κοινωνικές ή άλλες υποστηρικτικές υπηρεσίες και έρχονται σε επαφή με θύματα ρατσιστικής βίας:
Αίτημα
Αντιγόνη-Κέντρο Πληροφόρησης και Τεκμηρίωσης
Άρσις
Γιατροί του Κόσμου
Διεθνής Αμνηστία
Δίκτυο Κοινωνικής Υποστήριξης Προσφύγων και Μεταναστών
Ελληνική Δράση για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα – «Πλειάδες»
Ελληνική Ένωση για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου
Ελληνικό Παρατηρητήριο Συμφωνιών του Ελσίνκι
Ελληνικό Συμβούλιο για τους Πρόσφυγες
Ελληνικό Φόρουμ Μεταναστών
Ελληνικό Φόρουμ Προσφύγων
Ελληνικός Ερυθρός Σταυρός
Επιτροπή Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του Δικηγορικού Συλλόγου Ρόδου
Θετική Φωνή
Ιατρική Παρέμβαση
Κέντρο Ημέρας «Βαβέλ»
Κέντρο Συμπαραστάσεως Παλιννοστούντων και Μεταναστών-Οικουμενικό Πρόγραμμα Προσφύγων
Κίνηση Υπεράσπισης των Δικαιωμάτων Προσφύγων και Μεταναστών/-στριών (Πάτρα)
Κόσμος χωρίς Πολέμους και Βία
ΛΑΘΡΑ; – Επιτροπή αλληλεγγύης στους πρόσφυγες Χίου
ΜETAδραση
Ομάδα Δικηγόρων για τα Δικαιώματα Προσφύγων και Μεταναστών
Ομάδα Νομικών για την Υπεράσπιση των Δικαιωμάτων Προσφύγων και Μεταναστών (Θεσσαλονίκη)
Ομοφυλοφιλική και Λεσβιακή Κοινότητα Ελλάδας (ΟΛΚΕ)
Πρωτοβουλία για τα Δικαιώματα των Κρατουμένων
Σύλλογος Ενωμένων Αφγανών
Σωματείο Υποστήριξης Διεμφυλικών
Φόρουμ Μεταναστών Κρήτης
ACT UP
ASANTE
Colour Youth
i-RED Ινστιτούτο για τα Δικαιώματα, την Ισότητα και την Ετερότητα
PRAKSIS
YsMedia
καθώς και ο Συνήγορος του Πολίτη και το Συμβούλιο Ένταξης Μεταναστών του Δήμου Αθηναίων ως παρατηρητές.

Παρασκευή, 1 Νοεμβρίου 2013

PARLIAMENTARY CONTROL -ENQUIRY BY FIVE MPs (SYRIZA PARTY) ABOUT THE CASE OF THE SYRIAN LAWYER, WHO IS DETAINED IN APALLING CONDITIONS FOR DEPORTATION



QUESTION to the Minister of Justice, Transparency and Human Rights and Public Order and to the Minister of Citizen’s Protection about "A Syrian refugee illegally detained for  deportation in unacceptable conditions", submitted on 31.10.2013 by the following five (5) Members of the Greek Parliament (SYRIZA Party): Basiliki Katrivanou , Eirini Agathopoulou, Christos Karagiannidis, Afroditi Stabouli and Dimitris Tsoukalas. The question’s content has as follows:


"Honourable Ministers, as you already know it is illegal, in all European countries, to hold refugees coming from the truculent zone of Syria for deportation, and more specifically, the Greek Police has issued a relevant circular in our country. It is also known that the detention period in a Police Station can not exceed 48 hours; and this is the time period for putting someone, who has been arrested, to justice. However, S. Z., a Syrian lawyer, who was targeted by Assad’s regime for defending dissidents in his country, was held since September 25 under miserable and inhuman conditions in a basement detention room at Zographos Police Station, facing the risk of deportation. He was “informed” about the deportation order, that was issued against him on 28/09/13, in a language that he could not understand, meaning in the Greek language (as it is confirmed by the notification evidence), while his lawyer had filed objections on 27.9.2013; which, however, were never registered.

According to reports in the press (for example, in the “Journalists’ Journal” newspaper dated 7/10/2013), the Syrian lawyer arrived in Greece and attempted to seek asylum in order to activate the process of family reunification with his brother who lives in England. As it was testified by his colleagues, he failed to activate the asylum seeking process although the Asylum Service Authorities have only but a few cases to review. He attempted to avoid all bureaucratic obstacles using “back-door procedures”, as many refugees and immigrants do when the State acts disrespectfully to the Rule of Law in their cases. He paid in order to have documents that would allow him to leave the country, but he was eventually arrested and detained.

The Administrative First Instance Court dismissed his objections during his detention, arguing his Syrian descent, because he “did not have an official passport to prove so”, although the Court had the translated and certified copy of his Syrian Identification Card. The court did not consider that this document and the Family Status document – that clearly proved the existence of a Syrian twin brother, a recognized refugee in England (with a degree from top UK universitiy) – were sufficient and could clearly prove the Syrian origin of the prisoner. Furthermore, the Court expressed no doubts about the validity of both documents, and hence there was no investigation for document forgery.

Indicative of the Court’s rationale for the rejection grounds is an excerpt stating that our country has come to an “extremely dire financial situation [...] because of the massive influx of immigrants in Greece, and because of the limited infrastructure this country has [sic] in order to host illegal immigrants”. In other words, a court decision that dismissed the objections against the detention of a refugee is not based on the documentation of the relevant application, which is more than sufficient, but on the opinions of the judges about the causes of the economic crisis and the immigration policy of the country.

Moreover, the conditions under which the refugee is still illegally detained are atrocious and inhuman. However, he was not even allowed seeking medical attention at a hospital, despite the deterioration of his health. The testimony of his brother for the detention conditions is characteristic: “It brought tears in my eyes to see my brother in such a state [ ...],  you could see in his face all the suffering he goes through in the prison: lack of fresh air, sun, ability to move in the open yard, unhealthy and dirty living conditions, plus the bad behaviour from the police officers. I had to face such cruelty from the officers too. They showed no understanding. They did not let me see my brother for more than five minutes. I volunteered to be an interpreter between my brother and our attorney, so as I could be with him much longer. My request was not accepted and they used as an interpreter another person, who is not certified as an interpreter”. Some days ago, his brother even offered himself to a DNA test, as a last means to prove the detainee’s Syrian origin.

It is worth noting that his Greek colleagues from Thessaloniki, expressed their frustration about the physical and mental strain the Syrian refugee is going through, plus they expressed their solidarity for his immediate release, since the detention for deportation of a foreigner having an asylum seeker status is not justified.

Because, according to his lawyer, the Administrative Judge dismissed again his objections for the second time taking into account a document of the Deportation Department dated 24/10/2013, that stated a false fact, more specifically that “the detainee’s  request for asylum was not yet recorded”, while he chose – at the same time - to ignore the fact that, although there was a significant delay after the 27.09.2013 and 05.10.2013 requests for asylum while the Syrian was in jail, on 18.10.2013 his request was formally recorded by the Asylum Service Authorities, as confirmed by the document from the Asylum Service that was brought to the Court in support of the Syrian refugee.

Because, the Administrative First-Instance Court, as any other judicial authority, has absolutely no jurisdiction to rule on the causes of the economic crisis, let alone to accuse the immigrants for this crisis, expressing views or dictating the immigration policy.

Because, S.Z. has not yet been submitted to a DNA test (that could prove his Syrian origin), while his brother has given blood for DNA testing.

Because, the detention pending for deportation and the detention due to an asylum seeking request are embedded in two different legal procedures (see decision dated  30.11.2009, Case C-357/2009 PPU, Said Shamilovich Kadzoev (Huchbarov), Special Rescue Forces 2010), and because the Greek State cannot – by all means – punish by imprisonment any one who is seeking asylum.

Because, both of you Honourable Ministers are aware of the problem of illegal detention in police cells and especially the inhuman conditions and did nothing to take initiatives in order to address it; we, the undersigned six Members of the Greek Parliament, submitted in July 24, 2013 a relevant report – that falls within the scope of the parliamentary control procedures.

Because, both Ministers are also aware of the risks that Syrian refugees - asylum seekers face in Greece, an issue that has been repeatedly put under parliamentary control procedures, but with no commitment from the Ministers.

Given the ease with which the Authorities resort to the measure of detention, particularly in the case of Syrian refugees, this measure has even led to family tragedies, as in the case of Ouasim Ampounachi at Samos Island.

Since there may be an eventual deportation of the Syrian lawyer, who has been targeted as an advocate of the Assad’s regime opponents, putting his life in immediate threat.

The Honourable Ministers are asked to give answers to the following:

· In which way can they ensure the legality of the procedures in the case of the Syrian lawyer who is illegally detained?
· With which initiatives they can guarantee that refugees coming from war-torn countries, and especially from Syria, can reach the borders of Greece and seek for asylum, given the problems encountered by the way the new services are operating?
· How do they intend to prevent practically any abuse by the authorities, police forces and judiciary authorities, for the detention of refugees and migrants, due to fact that the detention centres all over Greece reveal a state of a humanitarian crisis?
· Since the cases of arbitrary judicial and police treatment of refugees and immigrants obviously tend to multiply, and their training proves to be insufficient in practice, what are the steps they intend to take in order to strengthen their work and especially to defend the rights of vulnerable groups?

The enquiring MPs



Πέμπτη, 31 Οκτωβρίου 2013

ΕΡΩΤΗΣΗ ΠΕΝΤΕ (5) ΒΟΥΛΕΥΤΩΝ ΤΟΥ ΣΥΡΙΖΑ ΓΙΑ ΤΟΝ ΣΥΡΙΟ ΔΙΚΗΓΟΡΟ ΠΟΥ ΚΡΑΤΕΙΤΑΙ ΠΡΟΣ ΑΠΕΛΑΣΗ

ΕΡΩΤΗΣΗ προς τους υπουργούς Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και Δημόσιας Τάξης και Προστασίας του Πολίτη, με θέμα «Σύριος πρόσφυγας κρατείται παράνομα υπό απέλαση σε απαράδεκτες συνθήκες»,  κατέθεσαν σήμερα, 31.10.2013 οι πέντε (5) Βουλευτές του ΣΥΡΙΖΑ: Βασιλική Κατριβάνου, Ειρήνη Αγαθοπούλου, Χρήστος Καραγιαννίδης, Αφροδίτη Σταμπουλή και Δημήτρης Τσουκαλάς, με το εξής περιεχόμενο:


«Όπως γνωρίζουν οι κ. κ. υπουργοί, η απέλαση προσφύγων από την εμπόλεμη Συρία απαγορεύεται παντού στην Ευρώπη, ενώ ειδικά για τη χώρα μας η Ελληνική Αστυνομία έχει εκδόσει σχετική εγκύκλιο. Όπως είναι επίσης γνωστό, η κράτηση οιουδήποτε σε κρατητήρια δεν μπορεί να υπερβαίνει τις 48 ώρες, όσο δηλαδή χρειάζεται για να τεθεί ενώπιον της Δικαιοσύνης κάποιος που έχει συλληφθεί. Ωστόσο, ο Σύριος δικηγόρος Σ.Ζ., που βρέθηκε στο στόχαστρο του καθεστώτος Ασαντ επειδή υπερασπιζόταν αντιφρονούντες στη χώρα του, κρατείται  από τις 25 Σεπτεμβρίου σε άθλιες συνθήκες σε υπόγειο κρατητήριο του ΑΤ Ζωγράφου, αντιμετωπίζοντας τον κίνδυνο της απέλασης. Η απόφαση απέλασης που εκδόθηκε σε βάρος του στις 28.9.13 του «κοινοποιήθηκε» στις 30.9.13 σε γλώσσα που δεν κατανοεί, δηλαδή τα ελληνικά (όπως βεβαιώνει το αποδεικτικό Κοινοποίησης), ενώ η δικηγόρος του κατέθεσε αντιρρήσεις στις 27.9.2013, που ωστόσο δεν καταγράφηκαν ποτέ.

Σύμφωνα με τα δημοσιεύματα (ενδεικτικά: Εφημερίδα των Συντακτών, 7.10.2013), ο Σύριος δικηγόρος έφτασε στην Ελλάδα και επιχείρησε να ζητήσει άσυλο, ώστε στη συνέχεια να ενεργοποιήσει τη διαδικασία οικογενειακής επανένωσης με τον αδερφό του που ζει στην Αγγλία. Όπως καταγγέλλουν συνάδελφοί του, με τις λιγοστές υποθέσεις που δέχεται ακόμα και η νέα Υπηρεσία Ασύλου, ο ίδιος δεν κατάφερε να γίνει δεκτός. Επιχείρησε λοιπόν να αποφύγει τα γραφειοκρατικά κωλύματα διά της πλαγίας οδού, στην οποία αναγκάζονται να καταφύγουν πολλοί πρόσφυγες και μετανάστες, όταν το κράτος κινείται εκτός των κανόνων του κράτους δικαίου στις υποθέσεις τους. Πλήρωσε, έβγαλε έγγραφα για να μπορέσει να φύγει, και τελικά συνελήφθη και κρατείται.

Το Διοικητικό Πρωτοδικείο απέρριψε αντιρρήσεις κατά της κράτησής του, ισχυριζόμενο ότι δεν προκύπτει η συριακή καταγωγή του, καθώς ο ίδιος «δεν φέρει διαβατήριο», μολονότι το μεταφρασμένο και επικυρωμένο αντίγραφο της συριακής ταυτότητάς του βρίσκεται στη διάθεση του δικαστηρίου. Το δικαστήριο δεν θεώρησε επαρκές το εν λόγω έγγραφο, ούτε όμως και το πιστοποιητικό οικογενειακής κατάστασης, το οποίο αποδεικνύει την ύπαρξη του Σύριου δίδυμου αδερφού του, αναγνωρισμένου πρόσφυγα στην Αγγλία (και δη με τίτλο σπουδών σε κορυφαίο αγγλικό πανεπιστήμιο) - προφανώς, λοιπόν, αποδεικνύει και τη συριακή καταγωγή του κρατούμενου. Το ίδιο το δικαστήριο, βεβαίως, δεν εξέφρασε αμφιβολίες περί της εγκυρότητας των σχετικών αποδεικτικών εγγράφων, εξ ου και δεν κίνησε διαδικασίες έρευνας για πλαστογραφία.

Ενδεικτικό του σκεπτικού της απορριπτικής απόφασης του Πρωτοδικείου είναι απόσπασμα στο οποίο αναφέρεται ότι η χώρα μας έχει περιέλθει σε «δεινή οικονομική συγκυρία [...] λόγω αφενός της αθρόας προσέλευσης μεταναστών στην Ελλάδα, αφετέρου λόγω των περιορισμένων υποδομών αυτής ως Χώρας [sic] υποδοχής λαθρομεταναστών». Με άλλα λόγια, μία δικαστική απόφαση απορρίπτει τις αντιρρήσεις κατά της κράτησης ενός πρόσφυγα, όχι με βάση την τεκμηρίωση της σχετικής αίτησης, η οποία είναι επαρκέστατη, αλλά με βάση τις απόψεις των δικαστών για τα αίτια της κρίσης και τη μεταναστευτική πολιτική της χώρας.

Επιπλέον, οι συνθήκες υπό τις οποίες εξακολουθεί ο εν λόγω πρόσφυγας να κρατείται ούτως ή άλλως παράνομα, είναι άθλιες. Εντούτοις, και παρά την επιδείνωση της υγείας του, ο ίδιος δεν έχει μεταφερθεί ακόμα σε νοσοκομείο. Η μαρτυρία του αδελφού του για τις εν λόγω συνθήκες είναι χαρακτηριστική: «Όταν είδα τον αδερφό μου, έβαλα τα κλάματα [...] Στο πρόσωπό του ήταν αποτυπωμένα όλα όσα υφίσταται στη φυλακή: η έλλειψη καθαρού αέρα, ήλιου, προαυλισμού, η βρομιά, η κακή συμπεριφορά. Την αντιμετώπισα κι εγώ τη σκληρή συμπεριφορά των αστυνομικών. Δεν έδειξαν καμία κατανόηση. Δεν με άφησαν να τον δω πέρα από το προβλεπόμενο πεντάλεπτο. Προσφέρθηκα να κάνω τον διερμηνέα μεταξύ του αδερφού μου και της δικηγόρου μας, για να μπορέσω να τον δω λίγα λεπτά παραπάνω. Δεν δέχτηκαν, έβαλαν άλλο διερμηνέα, αν και δεν ήταν πιστοποιημένος». Ο ίδιος μάλιστα υποβλήθηκε προ ημερών σε εξετάσεις DNA, χρησιμοποιώντας και το τελευταίο μέσο για να αποδείξει τη συριακή καταγωγή του κρατούμενου.
Αξίζει να σημειωθεί ότι έλληνες συνάδελφοι του Σύριου πρόσφυγα από τη Θεσσαλονίκη εκφράζουν την απαρέσκειά τους για τη σωματική και ψυχική καταπόνηση του συναδέλφου τους, καθώς και την αλληλεγγύη τους προς το δίκαιο αίτημά του να αφεθεί άμεσα ελεύθερος, δεδομένου ότι η διοικητική κράτηση για απέλαση αλλοδαπού που ουσιαστικά υπάγεται στο καθεστώς του πρόσφυγα δεν δικαιολογείται.

Επειδή, σύμφωνα και με τη δικηγόρο του κρατούμενου, η Διοικητική Δικαστής απέρριψε για δεύτερη φορά τις αντιρρήσεις του Σύριου λαμβάνοντας υπόψη τo   από 24-10-2013 έγγραφο του Τμήματος Απελάσεων, που βεβαίωνε γεγονός ψευδές, και συγκεκριμένα ότι «το αίτημα ασύλου του κρατούμενου δεν έχει ακόμα καταγραφεί», ενώ παράλληλα επέλεξε να παραγνωρίσει το ότι, παρότι με σημαντική καθυστέρηση κατόπιν των από 27-9-2013 και 5-10-2013 Αιτημάτων Ασύλου του Σύριου στο κρατητήριο (ήδη πάντως από τις 18-10-2013) είχε καταγραφεί και επισήμως το αίτημα του εν λόγω από την Υπηρεσία Ασύλου, όπως βεβαιωνόταν και από έγγραφο της Υπηρεσίας Ασύλου που τέθηκε υπόψη του Δικαστηρίου προς υποστήριξη του Σύριου.

Επειδή το Διοικητικό Πρωτοδικείο, όπως εξάλλου και καμία δικαστική αρχή, δεν έχει καμία απολύτως δικαιοδοσία να αποφαίνεται για τις αιτίες της οικονομικής κρίσης, πολύ δε περισσότερο να τις αποδίδει στην έλευση μεταναστών, διατυπώνοντας απόψεις ή υπαγορεύοντας μεταναστευτική πολιτική.

Επειδή ο Σ.Z. δεν έχει ακόμα μεταχθεί προκειμένου να δώσει και εκείνος αίμα για  την εξέταση DNA (η οποία και θα αποδείξει τη συριακή καταγωγή του), ενώ ο αδελφός του έχει ήδη υποβληθεί στην ίδια εξέταση.

Επειδή η κράτηση ενόψει επιστροφής και η κράτηση που διατάσσεται κατά ατόμου που ζητεί άσυλο εντάσσονται σε διαφορετικές νομικές ρυθμίσεις (βλ. απόφ. της 30.11.2009, Υπόθ. C-357/2009 PPU, Said Shamilovich Kadzoev (Huchbarov), ΕΜΕΔ 2010), και επειδή δεν νοείται το ελληνικό κράτος να τιμωρεί τους αιτούντες άσυλο φυλακίζοντάς τους.

Επειδή οι κ.κ. υπουργοί γνωρίζουν --τόσο μέσω του κοινοβουλευτικού ελέγχου όσο και μέσω σχετικής αναφοράς που έξι βουλευτές υποβάλλαμε στις 24 Ιουλίου 2013--, το πρόβλημα της παράνομης κράτησης σε κρατητήρια, και δη υπό άθλιες συνθήκες, χωρίς ωστόσο οι ίδιοι να έχουν αναλάβει πρωτοβουλίες για την αντιμετώπιση του προβλήματος.

Επειδή οι κ.κ. Υπουργοί γνωρίζουν επίσης τους κινδύνους που αντιμετωπίζουν στην Ελλάδα οι Σύροι πρόσφυγες αιτούντες άσυλο, θέμα που έχουμε τεθεί κατ' επανάληψη στο πλαίσιο του κοινοβουλευτικού ελέγχου, χωρίς ωστόσο να έχουν υπάρξει δεσμεύσεις από τους αρμόδιους υπουργούς.

Επειδή η ευκολία με την οποία οι Αρχές καταφεύγουν στο μέτρο της κράτησης, και δη στην περίπτωση Σύριων προσφύγων, έχει οδηγήσει ακόμα σε οικογενειακές τραγωδίες, όπως αυτή στη Σάμο, στην περίπτωση του Ουασίμ Αμπουναχι.

Επειδή ενδεχόμενη απέλαση στη Συρία ενός δικηγόρου που έχει τεθεί στο στόχαστρο του καθεστώτος Άσαντ ως υπερασπιστής αντιφρονούντων θα θέσει σε άμεσο κίνδυνο τη ζωή του.

Ερωτούνται οι κύριοι υπουργοί:

·         Πώς θα διασφαλίσουν την τήρηση της νομιμότητας στην περίπτωση του Σύριου δικηγόρου που κρατείται παράνομα;
·         Με ποιες πρωτοβουλίες θα εγγυηθούν την απρόσκοπτη πρόσβαση των προσφύγων από εμπόλεμες χώρες, και δη τη Συρία, στη διαδικασία ασύλου, δεδομένων των προβλημάτων που παρουσιάζονται στη λειτουργία των νέων υπηρεσιών;
·         Πώς προτίθενται να αποτρέψουν την καταχρηστική προσφυγή των αρχών, αστυνομικών και δικαστικών, στο μέτρο της κράτησης προσφύγων και μεταναστών, πρακτική εξαιτίας της οποίας τα κρατητήρια όλης της χώρας παρουσιάζουν εικόνες ανθρωπιστικής κρίσης;
·         Δεδομένου ότι πληθαίνουν τα κρούσματα αυθαιρεσίας δικαστικών και αστυνομικών σε υποθέσεις που αφορούν πρόσφυγες και μετανάστες, η σχετική εκπαίδευσή τους λοιπόν αποδεικνύεται στην πράξη ανεπαρκής, ποιες πρωτοβουλίες προτίθενται να αναλάβουν για την ενίσχυση του έργου τους και δη την προάσπιση των δικαιωμάτων ευάλωτων ομάδων;

Οι ερωτώντες βουλευτές




Σάββατο, 12 Οκτωβρίου 2013

Question at the Greek Parliament by the MP M.Yannakaki for the detention of a Syrian Lawyer, international protection seeker

Question To the Minister of Public Order and Citizen Protection Subject: "Detention and risk of deportation of Syrian lawyer"

Dozens of Lawyers throughout Greece and Greek organizations active in the field of human rights, are deeply concerned about the detention of Mr S.Z., a Syrian lawyer, from Aleppo in Northern Syria, who was forced to abandon his embattled country of origin, because of the well-founded fear of persecution against him for his abundant actions he developed with dissidents within the context of his legal practice. This fact, combined with objectively documented and widespread violence in Syria, which, among others, specifically targets against lawyers and human rights activists, indicate the need for immediate recognition of international protection for him and in the barring in any way of refoulment to his country of origin.
However, the above Syrian, detained shortly after his date of entry into Greek territory, had been hopeful then at having access on safe ground for (the protection of) his life and had rushed to request the granting of international protection at the Asylum Service but his application was not accepted - in fact was not even recorded – because of the systemic deficiencies and blatant violation of the state's international obligations.
Specifically, he was not given a "number" necessary in order to file a request for international protection because, as he states characteristically, he was told in the waiting area: "those before you have used them all up". He then attempted to leave the country with a forged document but was arrested. The sentence imposed on him was suspended on September 25, 2013. Instead of being released, though, an adminisrtrative decision for his detention was issued, the contents of which have not been known to him even up to this day. His raised objections against this together with his request for international protection, were not taken into account, and a subsequent deportation act was then issued against him on Saturday, September 28, 2013 by the Athens Immigration Police Directorate.
This, certified by the relevant authorities’ action, was addressed to him in the Greek language. He is held in an unhealthy, airless basement devoid of sun, police detention cell in Athens pending an expulsion order against him, in conditions not at all in line with international standards of respect for human rights.
The above true facts expose Greece irreparably, taking into account immense expressed interest of the international community on the issue of Syrian beneficiaries and applicants for international protection on EU territory, which raises grave issues of the violations of domestic provisions, European and international legislation of which Greece anything but, is being empowered to act derogatively.
Due to the above, The relevant Minister is being asked
Questions to the relevant Minister 1. Which steps will be taken in order to ensure access of asylum seekers to the asylum procedure and registering the identity of all those who approach the relevant department? Note that in Article 4 of the presidential decree 114/10 which incorporates the EU requirements of access to the procedure, this country guarantees that: "Every foreigner or stateless person has the right to apply for international protection. The relevant authorities receiving an application shall ensure that each adult can exercise the right to apply, provided they would appear in person before the said authorities". 2. Does he intend to lift the detention of the Syrian lawyer, which takes place under "abnormal" circumstances with intention to deport, which is an illegal and impossible to take place aim? 3. Does he intend to continue detaining foreigners in Police cells, ie places not designed for detention of more than 48 hours? 4. Does he intend to revoke the decision for the expulsion of the Syrian international protection seeker? 5. When is his international protection request expected to be discussed, which was reminded to the authorities by his appeal dated October 4, 2013, referred to as having been submitted together with his objections a day before his deportation order was issued? 6. Since it's been proven that his twin brother is living with a refugee status visa in the UK, will access to the Embassy of the United Kingdom be given to him, under the Dublin II Regulation (Article 4§4) in order for the authorities of that State to examine his asylum claim and also be responsible for providing reception conditions until his transfer to England? 7. Does he intend to ensure that asylum applications of all Syrians receive a rapid, thorough and fair examination? 8. Does he intend to consider granting temporary protection to all Syrians, as it automatically happens in other European countries, including Germany? 9. Does he intend to terminate the detention of Syrians, for reasons related to immigration, given that any immediate deportation to Syria is in practice infeasible, immoral and condemnable?
The questioning Parliament Member Maria Yannakaki


Κυριακή, 6 Οκτωβρίου 2013

ΚΟΙΝΗ ΔΗΜΟΣΙΑ ΔΗΛΩΣΗ ΜΚΟ ΓΙΑ ΤΟΝ ΚΡΑΤΟΥΜΕΝΟ ΣΥΡΙΟ ΔΙΚΗΓΟΡΟ

Αθήνα, 5 Οκτωβρίου 2013

Οι συνυπογράφουσες Ελληνικές οργανώσεις, που δραστηριοποιούνται στο πεδίο της  προάσπισης των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, εκφράζουμε την έντονη ανησυχία μας για την κράτηση Σύριου Δικηγόρου και δικαιούχου διεθνούς προστασίας. Ο Δικηγόρος και ακτιβιστής ανθρωπίνων δικαιωμάτων από το Αλέπο της Βόρειας Συρίας και παρανόμως διοικητικός κρατούμενος σήμερα από τις ελληνικές αρχές σε Αστυνομικό Κρατητήριο των Αθηνών, αναγκάστηκε να εγκαταλείψει την εμπόλεμη χώρα καταγωγής του, εξ αιτίας δικαιολογημένου φόβου δίωξης στο πρόσωπό του για έντονη αλληλέγγυα δράση που είχε αναπτύξει προς πληθώρα αντικαθεστωτικών, μέσα στο πλαίσιο άσκησης του δικηγορικού του λειτουργήματος. Το γεγονός αυτό, σε συνδυασμό με την αντικειμενικώς διαπιστωμένη γενικευμένη βία στη Συρία, που μεταξύ άλλων, και ειδικώς εκδηλώνεται κατά δικηγόρων και ακτιβιστών ανθρωπίνων δικαιωμάτων, μαρτυρά την ανάγκη άμεσης αναγνώρισης παροχής διεθνούς προστασίας στο πρόσωπό του και την σε κάθε περίπτωση απαγόρευση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του. Ωστόσο, ο εν λόγω Σύριος, κρατούμενος λίγο μετά την ημερομηνία εισόδου του στην ελληνική επικράτεια και με την ελπίδα πρόσβασης σε έδαφος ασφαλές πλέον για τη ζωή του, έσπευσε να αιτηθεί την παροχή διεθνούς προστασίας στην αρμόδια Υπηρεσία Ασύλου που στεγάζεται στην οδό Π. Κανελλοπούλου 2, πλην όμως αυτή δεν έγινε δεκτή –στην πραγματικότητα, ούτε καν καταγράφηκε!- για λόγους που εναπόκεινται σε συστημική ανεπάρκεια και καταφανή παραβίαση των διεθνών υποχρεώσεων της χώρας. Συγκεκριμένα, δεν του δόθηκε «νούμερο» προκειμένου να καταθέσει το αίτημα διεθνούς προστασίας του, διότι όπως χαρακτηριστικά του απηύθυναν στην αναμονή για την υποβολή του: «τα είχαν πάρει όλα όσοι προηγούνταν». Κατόπιν τούτου και επιβεβαιώνοντας έτσι ο ίδιος την ενημέρωση που είχε λάβει αναφορικά με τις δυσκολίες ως προς την τυπική ολοκλήρωση της σχετικής διαδικασίας στην Ελλάδα, επίσπευσε το ταξίδι του στον αδερφό του στην Αγγλία πληρώνοντας κάποια χρήματα, όπως του προτάθηκε, προκειμένου να εφοδιασθεί με έγγραφα που θα τον οδηγήσουν εκεί. Πλην όμως συνελήφθη και οδηγήθηκε στο ποινικό ακροατήριο για την κατοχή των εγγράφων αυτών. Η ποινή που του επεβλήθη ανεστάλη, στις 25/9/2013. Αντί όμως να αφεθεί ελεύθερος, τέθηκε σε κράτηση με διοικητική απόφαση, το περιεχόμενο της οποίας δεν του έχει γνωρισθεί έως σήμερα. Οι προβαλλόμενες δε αντιρρήσεις του κατά αυτής δεν λήφθηκαν υπόψη, με αποτέλεσμα να εκδοθεί, το Σάββατο 28-09-2013, πράξη απέλασης σε βάρος του. από την Αστυνομική Διεύθυνση Αλλοδαπών Αττικής.
Κρατείται σε ένα υπόγειο, ανθυγιεινό, ανάερο κι ανήλιαγο αστυνομικό κρατητήριο, διοικητικά και παρανόμως, εκκρεμούσης διαταγής απέλασης εις βάρος του, σε συνθήκες που καθόλου συνάδουν με τα διεθνή πρότυπα σεβασμού των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά εκθέτουν ανεπανόρθωτα την Ελλάδα, συνυπολογιζόμενης της εκδηλωμένης βαρύνουσας προσοχής της διεθνούς κοινότητας στο θέμα των δικαιούχων και αιτούντων διεθνούς προστασίας από τη Συρία σε ευρωπαϊκό έδαφος, και εγείρουν σοβαρότατα ζητήματα παραβίασης διατάξεων εγχώριας, ευρωπαϊκής και διεθνούς νομοθεσίας, από τις οποίες η Ελλάδα κάθε άλλο παρά νομιμοποιείται να δρα κατά παρέκκλιση. Ενόψει όλων αυτών, με την παρούσα Δημόσια Δήλωσή μας καταδικάζουμε τη σωρεία παραβιάσεων που διαπράχθηκαν εις βάρος του Δικηγόρου, ακτιβιστή ανθρωπίνων δικαιωμάτων και δικαιούχου διεθνούς προστασίας Σύριου υπήκοου από τις ελληνικές αρχές και ζητούμε: - Την άρση της κράτησής του, η οποία λαμβάνει χώρα σε μη «κανονικές» συνθήκες (Αστυνομικό Κρατητήριο, δηλαδή χώρο μη προορισμένο για κράτηση επί μακρόν) χωρίς περιοριστικούς όρους, έως την εξέταση του Αιτήματος Ασύλου του από όποιες Αρχές ήθελαν κριθούν αρμόδιες (Αγγλικές ή Ελληνικές).
- Την ανάκληση και εξαφάνιση της απόφασης απέλασής του.
- Την άμεση καταγραφή του αιτήματος διεθνούς προστασίας του και την ταχύτατη εξέταση αυτού από τις αρμόδιες αρχές.
- Να διευκολυνθεί η πρόσβασή του στην Πρεσβεία του Ηνωμένου Βασιλείου, ώστε, δυνάμει του Κανονισμού του Δουβλίνου ΙΙ (άρθρο 4 παρ.4), να εξετασθεί το αίτημα ασύλου του από τις Αρχές του κράτους αυτού, οι οποίες θα είναι υπεύθυνες για την παροχή σε αυτόν συνθηκών υποδοχής, έως την μεταφορά του στην Αγγλία.
Επιπλέον καλούμε το ελληνικο κράτος:
-Να διασφαλίσει την άμεση και ανεμπόδιστη πρόσβαση σε όλους τους αναζητητές διεθνούς προστασίας, συμμορφούμενη με την ισχύουσα νομοθεσία.
-Να σεβαστεί το υπάρχον νομοθετικό πλαίσιο (της Σύμβασης της Γενεύης, την ενωσιακή νομοθεσίας για το άσυλο, των άρθρων 3, 5, 8, 13, 14 και 17 της ΕΣΔΑ, καθώς και τις διαδικαστικές εγγυήσεις σχετικά με τις διαδικασίες απέλασης, που θέτει το συμπληρωματικό στην ΕΣΔΑ Πρωτόκολλο) και να συμμορφωθεί με τις απορρέουσες από αυτό διεθνείς υποχρέωσεις του.
-Να διασφαλίσει ότι τα αιτήματα ασύλου όλων των Συρίων τυγχάνουν ταχείας, διεξοδικής και δίκαιης εξέτασης.
-Να εξετάσει τη χορήγηση καθεστώτος προσωρινής προστασίας σε όλους τους Συρίους.
-Να τερματίσει την κράτηση Συρίων για λόγους που σχετίζονται με τη μετανάστευση, δεδομένου ότι κάθε ενδεχόμενο άμεσης απέλασης στη Συρία θα πρέπει να αποκλείεται.

Οι Συνυπογράφουσες Οργανώσεις

Ελληνική Δράση για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα – «πλειάδες»
Ελληνική Ομάδα για τα Δικαιώματα των Μειονοτήτων
Ελληνικό Παρατηρητήριο των Συμφωνιών του Ελσίνκι – ΕΠΣΕ
Ένωση Ουμανιστών Ελλάδας


ΔΗΜΟΣΙΑ ΔΗΛΩΣΗ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΩΝ ΑΠΌ 100 ΔΙΚΗΓΟΡΩΝ ΑΝΑ ΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ ΓΙΑ ΤΟΝ ΚΡΑΤΟΥΜΕΝΟ ΠΡΟΣ ΑΠΕΛΑΣΗ ΣΥΡΙΟ ΔΙΚΗΓΟΡΟ

ΔΙΚΗΓΟΡΟΙ ΓΙΑ ΤΟΝ ΚΡΑΤΟΥΜΕΝΟ ΠΡΟΣ ΑΠΕΛΑΣΗ ΣΥΡΙΟ ΔΙΚΗΓΟΡO

Δευτέρα, 7 Οκτωβρίου 2013

Στη Συρία, μετά από μακρόχρονη άσκηση καταπιεστικών μορφών εξουσίας, ξέσπασε στα τέλη του 2011 ένας άγριος εμφύλιος πόλεμος μεταξύ των καθεστωτικών δυνάμεων και εξεγερμένων πολιτών. Το απολυταρχικό καθεστώς του Μπασάρ Αλ Άσαντ είναι γνωστό ότι δεν έχει διστάσει να δείξει, με κάθε ευκαιρία, την ωμότητα που το διακρίνει. Οι διώξεις, οι τρομοκρατικές αγριότητες και τα βασανιστήρια απέναντι, όχι μόνο στους εχθρούς του, αλλά και στους αντιφρονούντες σε αυτό αποτελούν πια μια καθιερωμένη και θεσμικά προστατευμένη πρακτική στη χώρα αυτή. Η παραμονή εκεί συνεπάγεται πλέον για μεγάλες κατηγορίες του πληθυσμού την εμπλοκή τους σε έναν καθημερινό αγώνα ζωής ή θανάτου. Άλλωστε, στα προηγούμενα προστίθεται και ο φόβος για κλιμάκωση της βίας εξαιτίας ενδεχόμενης επέμβασης του ΝΑΤΟ, του Ισραήλ ή και άλλων ξένων δυνάμεων. Η κατάσταση αυτή έχει οδηγήσει χιλιάδες πολίτες της Συρίας να αναζητήσουν καταφύγιο στις χώρες της Ευρώπης.
Πληροφορούμαστε ότι μεταξύ εκείνων που αναγκάστηκαν να εκπατρισθούν λόγω των παραπάνω συνθηκών και κατάφεραν να φτάσουν στην ελληνική επικράτεια για να διαφυλάξουν τη ζωή τους ήταν και συνάδελφος δικηγόρος στο Αλέππο της Βορείου Συρίας ο οποίος σήμερα κρατείται σε ένα υπόγειο, δύσοσμο, ανάερο κι ανήλιαγο αστυνομικό κρατητήριο της περιοχής των Αθηνών. Ο ίδιος είχε αναπτύξει δράση αλληλέγγυα προς πολυάριθμους αντιφρονούντες στα πλαίσια άσκησης του λειτουργήματός του και έτυχε προσωπικά αντιμετώπισης που ήταν αντικειμενικά ικανή να του προκαλέσει ατομικό φόβο δίωξης για πολιτικούς λόγους. Πρόκειται επομένως για πρόσφυγα. Παρόλα αυτά, οι ελληνικές αρχές δεν στάθηκαν έως σήμερα στο ύψος που ορίζουν οι διεθνείς υποχρεώσεις της χώρας κατά την αντιμετώπισή του.
Ειδικότερα, αφού έφτασε στην Ελλάδα επιχείρησε να ζητήσει άσυλο από την Υπηρεσία Ασύλου (Κανελλοπούλου 2) ώστε κατόπιν να συνεχίσει με την ενεργοποίηση της διαδικασίας οικογενειακής συνένωσης με τον αδερφό του στην Αγγλία. Πλην όμως δεν έγινε δεκτός, με την γνωστή πρακτική να μη του δίνεται «νούμερο» στην αναμονή για υποβολή του αιτήματός του με την επίκληση της εξάντλησής τους. Πρόσφυγας ων, κατά το ουσιαστικό κριτήριο, και έχοντας ενημερωθεί και διαπιστώσει ότι είναι εξαιρετικά δύσκολη και χρονοβόρος η τυπική ολοκλήρωση της σχετικής διαδικασίας στην Ελλάδα, αναζήτησε τρόπο να επισπεύσει το ταξίδι του στον αδερφό του στην Αγγλία πληρώνοντας κάποια χρήματα όπως του προτάθηκε. Παρόλα αυτά, συνελήφθη για τα έγγραφα με τα οποία τον εφοδίασαν και θα του χρησίμευαν για το ταξίδι αυτό. Σήμερα βρίσκεται κρατούμενος προς απέλαση σε αστυνομικό κρατητήριο, δηλαδή σε χώρο εξ ορισμού μη προορισμένο για μακροχρόνια κράτηση.
Οι παρακάτω υπογράφοντες δικηγόροι Θεσσαλονίκης εκφράζουμε την απαρέσκειά μας στην εξακολούθηση της σωματικής και ψυχικής καταπόνησης του συναδέλφου μας και την αλληλεγγύη μας προς το δίκαιο αίτημά του να αφεθεί άμεσα ελεύθερος, καθώς η διοικητική κράτηση για απέλαση αλλοδαπού που ουσιαστικά υπάγεται στο καθεστώς του πρόσφυγα δεν δικαιολογείται. Αντίθετα, συνιστά ουσιαστικά επιβολή ποινής, χωρίς να έχει τελεστεί κάποιο έγκλημα.
Όταν οι ίδιες οι γραφειοκρατικές δυσλειτουργίες των θεσμών που, ενώ αποσκοπούν σύμφωνα με τον προορισμό τους στη διευκόλυνση της διαβίβασης των αιτημάτων των διοικουμένων, εξαναγκάζουν αρκετούς από αυτούς να τις παρακάμπτουν προκειμένου να κερδίσουν κρίσιμο για τη ζωή τους χρόνο, δεν είναι δυνατό η ευθύνη να πέφτει με τέτοια βαρύτητα στους ώμους των διοικουμένων. Περαιτέρω, με δεδομένο εν προκειμένω ότι πρόκειται για επιστήμονα με έντονη κοινωνική δράση υπέρ των δικαιωμάτων και της ελευθερίας, η οποία άλλωστε παρέχει κάθε αναγκαία ένδειξη για το μη επικίνδυνο του χαρακτήρα του για τη δημόσια τάξη. Η Συρία άλλωστε συνιστά αναγνωρισμένη εμπόλεμη ζώνη και επομένως ο συνάδελφος μας θα έπρεπε εξ ορισμού να τύχει αντιμετώπισης defacto πρόσφυγα, σε μιαν αντίληψη που κινείται πέρα από την ανάγκη περιττών τυπικών «νόμιμων διατυπώσεων» και γραφειοκρατικών ταλαιπωριών. Η αντίληψη αυτή έχει βρει πρακτική εφαρμογή σε άλλες χώρες μέλη της Ε.Ε. όπου η χορήγηση ασύλου ειδικά στου Σύριους γίνεται αυτόματα, ενώ και οι απελάσεις Σύριων πολιτών έχουν ανασταλεί. Η έκδοση απόφασης απέλασης σε βάρος Σύριου είναι, κατά τις τρέχουσες Ευρωπαϊκές εγγυήσεις, των οποίων η Ελλάδα δεν εξαιρείται, πράξη απαγορευμένη από το Διεθνές Δίκαιο. Ενόψει μάλιστα του γεγονότος ότι οι συνθήκες κράτησης στα κέντρα κράτησης αλλοδαπών είναι τέτοιες που δεν αντιστοιχούν στην επιταγή για σεβασμό στην αξία του ανθρώπου και αποτελούν την αιτία για συχνές καταδίκες της χώρας, με πρόσφατη και ξεχωριστή την υπόθεση Tabeshκατά Ελλάδας, αλλά και δεδομένου ότι η Ελλάδα καλείται σήμερα να δώσει εξηγήσεις για την απάνθρωπη μεταχείριση, αλλά και για την «κανονικότητα» και την «εύλογη διάρκεια» της κράτησης 172 Προσφευγόντων – κρατουμένων προς απέλαση στην Αστυνομική Σχολή Κομοτηνής (υπόθεση Moras και άλλοι κατά Ελλάδας, που έχει κοινοποιηθεί με την ταχύρρυθμη διαδικασία στην Ελληνική Κυβέρνηση), όπου ζητούνται εξηγήσεις και για το ισχύον νομοθετικό πλαίσιο του Ν.3386/2005 και γενικότερα της μεταναστευτικής νομοθεσίας, οι Ελληνικές αρχές πρέπει να επανακάμψουν στην επίδειξη πρακτικής που θα διευκολύνει την πρόσβασή του στα δικαιώματα που απορρέουν από το σεβασμό στη Σύμβαση της Γενεύης και τα άρθρα 3, 5, 8, 13, 14 και 17 της ΕΣΔΑ καθώς και σε όλες τις σχετικές διαδικαστικές εγγυήσεις που προβλέπει το πρόσθετο στην ΕΣΔΑ Πρωτόκολλο.
Τέλος, δεδομένου ότι η απέλαση προσώπου που χρήζει διεθνούς προστασίας στη Συρία είναι σήμερα πράξη όχι μόνο έκνομη, αλλά και αντικειμενικά ανέφικτη, κάθε κράτηση με τέτοια επικαλούμενη νομιμοποιητική βάση καθίσταται αποκρουστική σε δημοκρατικές κοινωνίες.
Ευχόμαστε απευθυνόμενοι στις ελληνικές δικαστικές και διοικητικές αρχές ότι η ζωή και το έργο του συναδέλφου ως δικηγόρου που του κόστισε τη βίαιη, εξαναγκασμένη φυγή του από την πατρίδα του να μην αποτελέσει έμμεσα και τον λόγο για την εξακολούθηση μιας κράτησης αδικαιολόγητης για το νομικό καθεστώς της πατρίδας μας, όπου ακόμη γίνεται ευχερώς αντιληπτός και κατοχυρώνεται ο εγγυητικός για τα δικαιώματα των πολιτών και το κράτος δικαίου ρόλος του δικηγόρου.

ΟΙ ΥΠΟΓΡΑΦΟΝΤΕΣ/ΥΠΟΓΡΑΦΟΥΣΕΣ ΔΙΚΗΓΟΡΟΙ:


ΜΕΛΗ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΥ ΣΥΛΛΟΓΟΥ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ
1.      Κωνσταντίνος Αμπατζάς ΑΜ ΔΣΘ 8888
2.      Αθανασία Αντωνοπούλου ΑΜ ΔΣΘ 7169, μέλος Επιτροπής Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων ΔΣΘ
3.      Σωτήριος Ασημιάδης ΑΜ ΔΣΘ 4680
4.      Φωτεινή Αχτσίδου ΑΜ ΔΣΘ 2012, μέλος ΔΣ ΔΣΘ (Δικηγορική Συνεργασία -Ανεξάρτητοι)
5.      Ευτυχία Αχτσιόγλου ΑΜ ΔΣΘ 9588
6.      Μαριάννα Βασιλείου ΑΜ ΔΣΘ 9682
7.      Ιωάννης Βλάχος ΑΜ ΔΣΘ 7857
8.      Δέσποινα Βουλγαρίδου ΑΜ ΔΣΘ 10647
9.      Μαρία Βουρβουτσιώτη ΑΜ ΔΣΘ 9107
10.  Ευαγγελία Γιάντσιου ΑΜ ΔΣΘ 8934
11.  Αθηνά Γούλιαρου ΑΜ ΔΣΘ 4269
12.  Γεώργιος Διονάς ΑΜ ΔΣΘ 3273
13.  Βασιλική Δόσπρα ΑΜ ΔΣΘ 5889
14.  Ηλέκτρα Εμμανουηλίδου ΑΜ ΔΣΘ 10708
15.  Κωνσταντία Ζαρομύτη ΑΜ ΔΣΘ 10101
16.  Παντελής Θεοδωρίδης ΑΜ ΔΣΘ 10462
17.  Παναγιώτα Ιωαννίδου ΑΜ ΔΣΘ 10611
18.  Αρετή Καιτσώτη ΑΜ ΔΣΘ 10022
19.  Ελπίδα Καπαταγίδου ΑΜ ΔΣΘ 10494
20.  Ζήσης Κλεισιάρης ΑΜ ΔΣΘ 4814
21.  Ζαχαρίας Κολωνιάρης ΑΜ ΔΣΘ 10557
22.  Ελίζα Κομπατσιάρη ΑΜ ΔΣΘ 10456
23.  Δημήτριος Κόρος ΑΜ ΔΣΘ 10361
24.  Μαγδαληνή Κουκούτση ΑΜ ΔΣΘ 10323
25.  Άδωνις Κουλιούφας ΑΜΔΣΘ 7286
26.  Χαράλαμπος Κουρουνδής ΑΜ ΔΣΘ 8210, μέλος ΔΣ ΔΣΘ (Εναλλακτική Πρωτοβουλία Δικηγόρων)
27.  Αλεξάνδρα Κρούπη ΑΜ ΔΣΘ 10402
28.  Ελένη Κυριαζή, ΑΜ ΔΣΘ 8394
29.  Ελισάβετ Κωσιωρή ΑΜ ΔΣΘ 10655
30.  Ρωξάνη Κωστατζίκη ΑΜ ΔΣΘ 1858, μέλος ΔΣ ΔΣΘ (Δικηγορική Συνεργασία -Ανεξάρτητοι), Πρόεδρος της Επιτροπής Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων ΔΣΘ
31.  Χρήστος Λαμπάκης ΑΜ ΔΣΘ 9264, μέλος Επιτροπής Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων ΔΣΘ
32.  Εμμανουήλ Λαμτζίδης ΑΜ ΔΣΘ 2339, πρώην Πρόεδρος ΔΣ ΔΣΘ, μέλος ΔΣ ΔΣΘ (Δικηγορική Συνεργασία -Ανεξάρτητοι)
33.  Δάφνη Λίμα ΑΜ ΔΣΘ 10943
34.  Ευκλείδης Μακρόγλου ΔΣ Θεσσαλονίκης
35.  Δανάη Μπουζάνη ΑΜ ΔΣΘ 10395
36.  Ξανθίππη Μωυσίδου ΑΜ ΔΣΘ 7936
37.  Κάτια Παγκαρλιώτα ΑΜ ΔΣΘ 10639
38.  Αστέριος Παπαδημητρίου ΑΜ ΔΣΘ 2082
39.  Σουμέλα Παπαηλιάδου ΑΜ ΔΣΘ 9860
40.  Νικόλαος Παπαθανασίου ΑΜ ΔΣΘ 8657
41.  Αναστάσιος Παυλόπουλος, ΑΜ ΔΣΘ 10480, μέλος Επιτροπής Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων ΔΣΘ
42.  Αρετή Πολυμενίδη ΑΜ ΔΣΘ 10648
43.  Κωνσταντίνος Σαράφογλου ΑΜ ΔΣΘ 4070
44.  Βασίλειος Σαργιώτης ΑΜ ΔΣΘ 10054
45.  Γεώργιος Σάρλης ΑΜ ΔΣΘ 9991, μέλος Επιτροπής Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων ΔΣΘ
46.  Χριστίνα Σβανά ΑΜ ΔΣΘ 10527
47.  Βάια Σιούντα ΑΜ ΔΣΘ 6704
48.  Αρετή Σκουνάκη ΑΜ ΔΣΘ 4298, μέλος ΔΣ ΔΣΘ (Εναλλακτική Πρωτοβουλία Δικηγόρων)
49.  Νικόλαος Σώχαλης ΑΜ ΔΣΘ 10363
50.  Παύλος Τοπαλνάκος ΑΜ ΔΣΘ 7708
51.  Κωνσταντίνος Τορπουζίδης ΑΜ ΔΣΘ 6416
52.  Μυροφόρα Τουμανίδου ΑΜ ΔΣΘ 10295
53.  Βασίλειος Τσιγαρίδας ΑΜ ΔΣΘ 10885
54.  Ειρήνη Φαϊτού ΑΜ ΔΣΘ 10086


55.  ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΑΣΚΟΥΜΕΝΩΝ ΔΙΚΗΓΟΡΩΝ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ
56.  Ζαφειρία Κοσμίδου ασκούμενη δικηγόρος ΔΣΘ ΑΜ 122/2013
57.  Γεώργιος Λογοθέτης ασκούμενος δικηγόρος ΔΣΘ
58.  Δημήτριος Στρεβίνας ασκούμενος δικηγόρος ΔΣΘ



ΜΕΛΗ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΥ ΣΥΛΛΟΓΟΥ ΑΘΗΝΑΣ
1.      Σπυρίδων Αδάμ ΑΜ ΔΣΑ 32921
2.      Σοφία Ανδριοπούλου ΑΜ ΔΣΑ 25849
3.      Μαρία Γκίκιζα Λαμπροπούλου ΑΜ ΔΣΑ 33239
4.      Αποστολία Γκοτσοπούλου ΑΜ ΔΣΑ 33474
5.      Χρήστος Γραμματίδης ΑΜ ΔΣΑ 30912
6.      Μαργαρίτα Θάνου ΑΜ ΔΣΑ 31467
7.      Αναστασία Καλαντζή ΑΜ ΔΣΑ 29855
8.      Αικατερίνη Κανελλοπούλου ΑΜ ΔΣΑ 31120
9.      Ευάγγελος Καρβούνης ΑΜ ΔΣΑ 13944
10.  Ιφιγένεια Καψάσκη ΑΜ ΔΣΑ 35060
11.  Παναγιώτης Κολοβός ΑΜ ΔΣΑ 35142
12.  Σπήλιος Κουτσουμπάκης ΑΜ ΔΣΑ 13373
13.  Φιλία Κυρανούδη ΑΜ ΔΣΑ 35123
14.  Ελευθέριος Κωνσταντινίδης ΑΜ ΔΣΑ 34821
15.  Ηλέκτρα –Λήδα Κούτρα ΑΜ ΔΣΑ 30484
16.  Άννα Μάγκλαρη ΑΜ ΔΣΑ 31694
17.  Ροσίτσα Μιλκόνοβα ΑΜ ΔΣΑ 34474
18.  Κασσιανή Μιχοπούλου ΑΜ ΔΣΑ 25674
19.  Έφη Μουγκαράκη ΑΜ ΔΣΑ 26621
20.  Κυριακή Μυρίδου ΑΜ ΔΣΑ 27796
21.  Γεωργία Παλαιολόγου ΑΜ ΔΣΑ 34637
22.  Παναγιώτης Παπαγεωργίου ΑΜ ΔΣΑ 34096
23.  Σπανάκη Κρυστέλλα ΑΜ 22815ΔΣΑ
24.  Αικατερίνη Στάμου ΑΜ ΔΣΑ 33069
25.  Βασίλειος Σωτηρόπουλος ΑΜ ΔΣΑ 27027
26.  Άγγελος Τσαλαπάτης ΑΜ ΔΣΑ 27014
27.  Μιχαήλ Τσιαδής ΔΣ Αθηνών
28.  Βασιλική Τσιμπίδα ΑΜ ΔΣΑ 31068
29.  Μαρία Φεργαδάκη ΑΜ ΔΣ Αθηνών 27684


ΜΕΛΗ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΩΝ ΣΥΛΛΟΓΩΝ ΥΠΟΛΟΙΠΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ
1.      Νικόλαος Δρακουλάκος ΑΜ ΔΣ Πειραιά 3686
2.      Ευσταθία Μαχαίρα ΑΜ ΔΣ Πειραιά 3596
3.      Κωστούλα Πατούχα ΑΜ ΔΣ Πειραιά 2985
4.      Μαρία Αντώνογλου ΑΜ ΔΣ Πάτρας 1415
5.      Χαράλαμπος Δρούζας ΔΣ Πάτρας
6.      Σοφία Νησίδη ΑΜ ΔΣ Πάτρας 1345
7.      Πέτρος Ντερέκης ΑΜ ΔΣ Πάτρας 1320
8.      Ιωάννης Γιαγλάρας ΑΜ ΔΣ Λάρισας 597
9.      Αργυρώ Πασχάλη ΑΜ ΔΣ Λάρισας 1383
10.  Φωτεινή Ριζάβα ΑΜ ΔΣ Λάρισας 825
11.  Αικατερίνη Σταυροπούλου ΑΜ ΔΣ Λάρισας 1385
12.  Αικατερίνη Μουχταρέλου ΑΜ ΔΣ Βόλου 828
13.  Μαρία Γρ. Κονδυλάκη ΑΜ ΔΣ Χανίων 251
14.  Δημήτριος Αγγελακόπουλος ΑΜ ΔΣ Σερρών 723
15.  Ειρήνη Μυλωνά ΑΜ ΔΣ Σερρών 720
16.  Ειρήνη Σιόζιου ΑΜ ΔΣ Ιωαννίνων 720
17.  Όλγα Λάμπρη ΑΜ ΔΣ Αγρινίου 285
18.  Νικολέττα Αρβανιτούδη ΑΜ ΔΣ Αλεξανδρούπολης 269
19.  Παναγιώτης Μουχτερός ΑΜ ΔΣ Κέρκυρας 455
20.  Μαρία Γεωργία Λέργου ΑΜ ΔΣ Ρόδου 460
21.  Μπέτυ Φουτούλη ΑΜ ΔΣ Ρόδου 513
22.  Αγγελική Σαντή ΑΜ ΔΣ Μυτιλήνης 322
23.  Σοφία Ραφαηλίδου ΑΜ ΔΣ Βέροιας 316
24.  Νικόλαος Χαλάτσης ΑΜ ΔΣ Βέροιας 181
25.  Ευθυμία Παπαϊωάννου ΑΜ ΔΣ Δράμας 267
26.  Δήμητρα Σιάμπου ΑΜ ΔΣ Δράμας 157
27.  Γεωργία Χατζηκονδέλη ΑΜ ΔΣ Χαλκιδικής 189
28.  Ιωάννα Σακκαδάκη ΑΜ ΔΣ Λασιθίου .269
29.  Σταματία Ζούμπα ΑΜ ΔΣ Κω 132
30.  Ευριδίκη Ζυγίζη ΑΜ ΔΣ Άρτας 182