Τετάρτη, 10 Σεπτεμβρίου 2014

ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ ΣΥΔ ΓΙΑ ΤΟΝ ΑΝΤΙΡΑΤΣΙΣΤΙΚΟ ΝΟΜΟ

Σωματείο Υποστήριξης Διεμφυλικών
(Αρ. Αποφ. Πρωτ. 7646/2010 - Αρ. Μητρ. Περιφ. Αττ. 19388)


ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ

Θέμα: «Η ταυτότητα φύλου στον νέο αντιρατσιστικό νόμο».
     Το Σωματείο Υποστήριξης Διεμφυλικών (Σ.Υ.Δ.), αναγνωρισμένη συλλογικότητα για την υποστήριξη των δικαιωμάτων της τρανς κοινότητας, δηλώνει την ικανοποίησή του για την ψήφιση του ονομαζόμενου «αντιρατσιστικού» νόμου που συμπεριλαμβάνει στον ορισμό της υποκίνησης βίας ή μίσους, την ταυτότητα φύλου.
    Συγκεκριμένα αναφέρεται:
Όποιος με πρόθεση, δημόσια, προφορικά, ή δια του Τύπου, μέσω του διαδικτύου ή με οποιοδήποτε άλλο μέσο ή τρόπο, υποκινεί, προκαλεί, διεγείρει ή προτρέπει σε πράξεις ή ενέργειες που μπορεί να προκαλέσουν διακρίσεις, μίσος ή βία κατά προσώπου ή ομάδας προσώπων, που προσδιορίζονται με βάση τη φυλή, το χρώμα, τη θρησκεία, τις γενεαλογικές καταβολές, την εθνική ή εθνοτική καταγωγή ή την αναπηρία, τον σεξουαλικό προσανατολισμό ή την ταυτότητα φύλου, κατά τρόπο που να εκθέτει σε κίνδυνο τη δημόσια τάξη ή ενέχει απειλή για τη ζωή, την ελευθερία ή την σωματική ακεραιότητα των ως άνω προσώπων τιμωρείται με φυλάκιση τριών (3) μηνών έως τριών ετών και σε χρηματική ποινή πέντε έως είκοσι χιλιάδων (5.000-20.000) ευρώ.  
    Σύμφωνα, επίσης, με το άρθρο 5 του παρόντος νόμου, οι πράξεις αυτές διώκονται αυτεπαγγέλτως και ο/η παθών κατά την υποβολή της έγκλησης όπως και όταν παρίσταται ως πολιτικώς ενάγων δεν καταβάλλει το σχετικό παράβολο του Δημοσίου, ενώ στο άρθρο 4 περιγράφονται οι ευθύνες νομικών προσώπων ή ενώσεων προσώπων κατά την τέλεση αυτών των αδικημάτων. 

Το πλήρες κείμενο νόμου μπορείτε να το διαβάσετε εδώ: http://www.hellenicparliament.gr/UserFiles/bcc26661-143b-4f2d-8916-0e0e66ba4c50/%20t-l328-pap.pdf.

    Χαιρετίζουμε την συμπερίληψη στο ανωτέρω άρθρο (καθώς και σε άλλα σχετικά) της ταυτότητας φύλου, ζήτημα που επανειλημμένως είχαμε θέσει τόσο σε ανακοινώσεις μας, όσο και κατά τη συμμετοχή εκπροσώπου του ΣΥΔ στην συνεδρίαση της Επιτροπής Εσωτερικών, Δημόσιας Τάξης & Δικαιοσύνης του Ελληνικού Κοινοβουλίου την 28η Νοεμβρίου 2013 (μπορείτε να διαβάσετε την ομιλία της Προέδρου του ΣΥΔ, Μαρίνας Γαλανού, εδώ: https://transgendersupportassociation.files.wordpress.com/2014/09/cebfcebcceb9cebbceb9ceb1-cebcceb1cf81ceb9cebdceb1-ceb5cf80ceb9cf84cf81cebfcf80ceb7-ceb1cebdcf84ceb9cf81ceb1cf84cf83ceb9cf83cf84ceb9.docx, ή να δείτε σχετικό βίντεο από τη συνεδρίαση της Επιτροπής από το 37:15-43:05 και 147:00-151:45, εδώ: http://www.hellenicparliament.gr/Vouli-ton-Ellinon/ToKtirio/Fotografiko-Archeio/#0379f427-a889-4045-826b-373c7f2810e0).
    Χαιρετίζουμε, ακόμη, την ψήφιση τροπολογίας βουλευτών του ΠΑΣΟΚ που έκανε δεκτή ο Υπουργός Δικαιοσύνης και αυξάνει τις ποινές για τα εγκλήματα μίσους. Συγκεκριμένα, σύμφωνα με το άρθρο αυτό:
Στον Ποινικό Κώδικα διαγράφεται το τελευταίο εδάφιο της παραγράφου 3 του άρθρου 79 και προστίθεται άρθρο 81Α ως εξής:
«Ρατσιστικό έγκλημα
Εάν η πράξη τελείται από μίσος λόγω της φυλής, του χρώματος, της θρησκείας, των γενεαλογικών καταβολών, της εθνικής ή εθνοτικής καταγωγής, του σεξουαλικού προσανατολισμού, της ταυτότητας φύλου ή της αναπηρίας κατά του παθόντος, το κατώτερο όριο ποινής αυξάνεται ως εξής:
Α) Σε περίπτωση πλημμελήματος, που το προβλεπόμενο όριο ποινής ορίζεται σε δέκα ημέρες έως ένα έτος, το κατώτερο όριο ποινής αυξάνεται κατά έξι μήνες και κατά ένα έτος στις λοιπές περιπτώσεις πλημμελημάτων.
Β) Σε περίπτωση κακουργήματος, που το προβλεπόμενο όριο ποινής ορίζεται σε πέντε έως δέκα έτη, το κατώτερο όριο ποινής αυξάνεται κατά δύο έτη και κατά τρία έτη στις λοιπές περιπτώσεις κακουργημάτων.
Γ) Το προβλεπόμενο για οποιοδήποτε έγκλημα κατώτερο όριο χρηματικής ποινής διπλασιάζεται.
Η κατά τα ανωτέρω επιβαλλόμενη ποινή δεν αναστέλλεται.»

    Θεωρούμε ότι η ψήφιση των ανωτέρω διατάξεων είναι ένα σημαντικό βήμα για την αντιμετώπιση του ρατσισμού, ωστόσο επισημαίνουμε ότι για ακόμη μία φορά υπήρξε άρνηση ενσωμάτωσης τροπολογίας για το σύμφωνο συμβίωσης και για τις συμβιωτικές σχέσεις των LGBT ανθρώπων παρά την καταδικαστική απόφαση του ΕΔΔΑ, ενώ για την αποτελεσματική αντιμετώπιση του ρατσισμού είναι απαραίτητο να ακολουθήσουν πολλά ακόμη βήματα, όπως:

·         Η νομοθετική ενσωμάτωση της προστασίας των θυμάτων και μαρτύρων εγκλημάτων με ρατσιστικό κίνητρο που να συμπεριλαμβάνει τον σεξουαλικό προσανατολισμό και την ταυτότητα φύλου.
·         Η αναθεώρηση του Προεδρικού Διατάγματος για τη Σύσταση Γραφείων Ρατσιστικής Βίας συμπεριλαμβάνοντας τον σεξουαλικό προσανατολισμό και την ταυτότητα φύλου.
·         Η επέκταση της νομοθεσίας κατά των διακρίσεων (3304/2005) ώστε στον ορισμό να συμπεριλαμβάνεται και η ταυτότητα φύλου, καθώς και αναθεώρηση του 3896/2010 ώστε να αναφέρεται με σαφήνεια η ταυτότητα φύλου.

    Το Σωματείο Υποστήριξης Διεμφυλικών (Σ.Υ.Δ.) θα αναλάβει όλες τις απαραίτητες πρωτοβουλίες για την πραγμάτωση των παραπάνω στόχων, ενώ συνεχίζει την καμπάνια του για την νομική αναγνώριση της ταυτότητας φύλου και τη δυνατότητα αλλαγής των εγγράφων των τρανς ανθρώπων χωρίς ιατρικές προϋποθέσεις.

ΤΟ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
ΣΩΜΑΤΕΙΟ ΥΠΟΣΤΗΡΙΞΗΣ ΔΙΕΜΦΥΛΙΚΩΝ (Σ.Υ.Δ.)

Τρίτη, 24 Ιουνίου 2014

Η ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΠΛΗΜΜΕΛΕΙΟΔΙΚΩΝ ΚΕΡΚΥΡΑΣ ΠΑΡΑΓΝΩΡΙΖΕΙ ΤΗΝ ΜΑΚΡΟΧΡΟΝΙΑ ΕΞΑΡΤΗΣΗ ΤΟΥ ΧΡΗΣΤΟΥ ΡΙΓΑΝΑ ΚΑΙ ΚΙΝΕΙ ΝΕΑ ΠΟΙΝΙΚΗ ΔΙΩΞΗ ΓΙΑ ΚΑΚΟΥΡΓΗΜΑΤΙΚΗ ΠΑΡΑΒΙΑΣΗ ΤΟΥ ΝΟΜΟΥ ΠΕΡΙ ΝΑΡΚΩΤΙΚΩΝ

Με μεγάλη απογοήτευση διαπιστώνουμε ότι η κ.Εισαγγελέας Πλημμελειοδικών Κέρκυρας παραγνώρισε την επιστολή μας, αλλά και τα αντικειμενικά δεδομένα που είχε ενώπιόν της, και κίνησε ποινική δίωξη σε βάρος του Χρήστου Ριγανά για κακουργηματική (δηλαδή από μη εξαρτημένο άτομο) καλλιέργεια και κατοχή ινδικής κάνναβης. 

Εξ ου και θα εξακολουθήσει να κρατείται έως την Πέμπτη, οπόταν θα απολογηθεί στον τακτικό Ανακριτή Κέρκυρας. 

Εκτιμούμε ότι ο Χρήστος Ριγανάς θα έπρεπε να είναι σήμερα στο σπίτι του ατιμώρητος -θα έπρεπε να έχει κατηγορηθεί για απόπειρα προμήθειας (δια καλλιέργειας) και προμήθεια μικροποσότητας (που του έφτανε για χρήση 1-2 ημερών) ινδικής κάνναβης, δηλαδή για πράξεις που αν κριθεί ότι οι ποσότητες προορίζονταν για δική του χρήση, όπως είναι αυτονόητο (και τεκμηριωμένο έως και με πρόσφατη δικαστική πραγματογνωμοσύνη) στη συγκεκριμένη υπόθεση, μένουν υποχρεωτικά ατιμώρητες.

Όπως επισημάναμε εγγράφως στην Κ.Εισαγγελέα που είχε σήμερα στα χέρια της την τύχη του κ.Ριγανά, αλλά, μέσα απ΄την νέα περιπέτειά του, και την αγωνία όλων όσων έχουν ανάγκη την κάνναβη για θεραπευτικούς λόγους.

"Ευχόμαστε ότι ο εκάστοτε εφαρμοστής του Δικαίου θα δεν θα «κοιτάξει» απλώς την υπόθεση, αλλά ότι θα την «δει». Ιδίως αυτήν την υπόθεση. 

Πίσω απ’ τους αριθμούς, και πέρα από την συνηθισμένη αυτοματοποίηση, βρίσκεται πάντα ο σεβασμός στην ανθρώπινη αξία. 

Θα υποστηρίξουμε τον κ.Ριγανά και θα παρακολουθήσουμε την εξέλιξή της με μεγάλο ενδιαφέρον, καθότι εμπεριέχει εκφάνσεις θεμελιωδών κατακτήσεων του νομικού και κοινωνικού μας πολιτισμού, όπως είχαμε την ευκαιρία να τον δούμε να σμιλεύεται νομολογιακά μέσα από τις αποφάσεις του ΕΔΔΑ. 

Θα ήταν μεγάλη τιμή μας αν λαμβάνατε υπόψη τις σκέψεις που περιέχονται στην παρούσα επιστολή, κατά την άσκηση του λειτουργήματός Σας σε ένα από τα σπουδαιότερα στάδια της Ποινικής Δίκης: αυτό του προσδιορισμού του χαρακτήρα της ποινικής «πράξης». 

Κ.Εισαγγελέα, 

Πρόκειται για μιαν ιδιάζουσα, αμιγώς ανθρωπιστική υπόθεση. 

Ο κ.Ριγανάς θα χάσει την υγεία και το πιθανότερο και τη ζωή του αν τεθεί σε κράτηση, είτε μέσα από την πρόσδοση κακουργηματικού χαρακτήρα στην πράξη του, είτε μέσα από μια σειρά –έστω πλημμεληματικού χαρακτήρα- διαδοχικών διώξεων για τον ίδιο νομικό και πραγματικό λόγο, αν αυτές δεν οδηγήσουν στην ατιμωρησία του για τη χρήση κάνναβης. 

Ο κ.Ριγανάς, πράγματι, θα εξακολουθήσει να κάνει χρήση κάνναβης, αν αφεθεί ελεύθερος.Όχι επειδή ασεβεί στην έννομη τάξη μας, αλλά επειδή έχει την φυσική τάση, όπως κάθε ανθρώπινο ον, να παραμείνει ζωντανός. 

Επειδή η κάνναβη λειτουργεί θεραπευτικά επάνω του, και αυτό έχει αποδειχθεί πανηγυρικά στην περίπτωσή του. 

Μόνον η διακοπή της (τις περιόδους που φυλακίστηκε για την χρήση της) στάθηκε ικανή να υπονομεύσει την υγεία του και να διευκολύνει την αύξηση του ιϊκού φορτίου (CD4) στον οργανισμό του, με άμεσο κίνδυνο της ζωής του. 

Είναι λογικό ότι θα προτιμήσει να μεταβεί στην φυλακή, από το να διαβεί τον «Αχέροντα ποταμό», που δεν έχει επιστροφή ανάμεσά μας. 

Μια Δίκαιη Εισαγγελική εκτίμηση στο παρόν στάδιο, θα περιφρουρήσει βασικές κατακτήσεις του νομικού μας πολιτισμού, καθώς και θα αποθαρρύνει την περαιτέρω θυματοποίηση ενός ανθρώπου που με την πράξη που καλείστε να χαρακτηρίσετε δεν βλάπτει, στην συγκεκριμένη ιδιάζουσα περίπτωση, ούτε τον πλησίον του, αλλά ούτε καν τον εαυτό του". 

Ήταν αρμόδια, δυνάμει του άρθρου 30 παρ.2 τυ Ν.4139/2013, να κρίνει το κατά πόσον είχε μπροστά της ένα άτομο με βεβαιωμένη εξάρτηση από την ινδική κάνναβη, όπως ΚΑΤ' ΕΞΟΧΗΝ ο Χρήστος Ριγανάς. Πληροφορηθήκαμε, όμως, ότι ανέφερε πως "η ποσότητα ήταν πολύ μεγάλη για να τον κρίνει εξαρτημένο" (sic). 

Πάντως, η ποσότητα για την οποία μιλάμε εδώ δεν ξεπερνά την χρήση 2 ημερών (18 γραμμάρια), ενώ η καλλιέργεια αφορούσε 40 ανώριμα δενδρύλλια, όσα από τα οποία επιβίωναν και δεν "έβγαιναν αρσενικά" θα έδιναν προϊόν μήνες μετά (λιγότερα από τα μισά). Με δεδομένες τις επιβεβαιωμένες ανάγκες του συγκεκριμένου χρήστη, η ποσότητα ήταν κατά την άποψή μας μικρή. Θα αρκεστούμε προς το παρόν στην παράθεση της επιστολής μας, την οποία, παρότι πληροφορηθήκαμε ότι "ξεφύλλισε", προφανώς δεν έλαβε υπόψη...

Έντυπο Αποστολής Φαξ
Προς: 
Α.Τ. ΚΕΡΚΥΡΑΣ
(προς άμεση παράδοση στον κρατούμενο Χ.Ριγανά) και προς την
ΕΙΣΑΓΓΕΛΙΑ ΠΡΩΤΟΔΙΚΩΝ ΚΕΡΚΥΡΑΣ
ΤΟΠΟΣ
ΗΜ/ΝΙΑ
Υπόψη:
Διοικητού – Αξιωματικού Υπηρεσίας
κρατουμένου κ. ΧΡΗΣΤΟΥ ΡΙΓΑΝΑ
Κ. ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ ΠΛΗΜΜΕΛΕΙΟΔΙΚΩΝ ΚΕΡΚΥΡΑΣ (ΠΟΙΝΙΚΗΣ ΔΙΩΞΗΣ)
Αθήνα
25/06/2014
Αριθμός/οί Φάξ:



Θέμα:
ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΠΟΥ ΘΑ ΠΑΡΑΔΩΣΕΙ Ο ΕΞΥΠΗΡΕΤΟΥΜΕΝΟΣ ΤΟΥ ΦΟΡΕΑ ΜΑΣ, ΠΡΟΣΑΓΟΜΕΝΟΣ ΣΤΟΝ κ. ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ ΚΡΑΤΟΥΜΕΝΟΣ ΣΑΣ κ.ΧΡΗΣΤΟΣ ΡΙΓΑΝΑΣ

Αριθμός Σελίδων
Φαξ:
21




ΑΡ.ΠΡΩΤ.ΕΞ. 11/2014

ΕΝΩΠΙΟΝ ΤΟΥ/ΤΗΣ κ. ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ ΠΛΗΜΜΕΛΕΙΟΔΙΚΩΝ ΚΕΡΚΥΡΑΣ


ΕΠΙΣΤΟΛΗ

Της  Ελληνικής Δράσης για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα[1] – «πλειάδες» (Μ.Κ.Ο.), εδρεύουσας στην Αθήνα, Βουλγαροκτόνου 42, Τ.Κ.11472, όπως νόμιμα εκπροσωπείται από την υπογράφουσα πρόεδρό της, Δικηγόρο Αθηνών κ. Ηλέκτρα – Λήδα Κούτρα.-

Κ.Εισαγγελέα,

 Προσάγεται σήμερα Ενώπιόν Σας ο συλληφθείς για παράβαση του Νόμου περί Ναρκωτικών, την Δευτέρα 24 Ιουνίου 2014 (χθες), κ. Χρήστος Ριγανάς, ο οποίος είναι εξυπηρετούμενος του Φορέα μας. 

Θεωρώντας ότι το παρόν στάδιο της ποινικής διαδικασίας είναι το κρισιμότερο για την τύχη του εντολέως μας –και δεν εννοούμε μόνον την ποινική- αποτολμούμε την αποστολή σε Εσάς των παρακάτω: 

Έχουν περάσει σχεδόν 3 χρόνια από τότε που (ξανα)διαβάσαμε στα Μ.Μ.Ε. –στους «πρωταγωνιστές» του Θεοδωράκη αυτή τη φορά[2], και στα «Νέα»[3] - για τη συνέντευξη του επί 25 χρόνια τότε χρήστη χασίς και οροθετικού Χρήστου Ριγανά, από την Κέρκυρα. 

Η περίπτωσή του μας είχε κινήσει έντονα το ενδιαφέρον, μια και ισχυριζόταν ότι είχε κατορθώσει, κάνοντας χρήση χασίς για θεραπευτικό σκοπό, να παραμείνει καλά στην υγεία του, παρότι έπασχε από AIDS

Παραδεχόταν ότι εξακολουθεί να καλλιεργεί, για να παραμείνει… ζωντανός. 

Δεν είχε δεχθεί να υποβληθεί σε αντιρετροϊκή φαρμακευτική αγωγή (η οποία αποδεδειγμένα έχει σοβαρές παρενέργειες, και μπορεί να κοστίσει και τη ζωή σε κάποιες περιπτώσεις), αλλά, ορμώμενος και από άτυπες ιατρικές συμβουλές, κατανάλωνε μαγειρεμένη ή σε λάδι την ινδική κάνναβη, σε ποσότητα 10-15 γραμμάρια ημερησίως, και έτσι κατάφερνε να παραμείνει υγιής και να διαπρέπει έως και σε αθλητικούς αγώνες. «Διαλείμματα» στην ευεξία του αποτέλεσαν δυστυχώς οι περίοδοι που κρατήθηκε στις φυλακές (κατά ιατρική εκτίμηση, ως αποτέλεσμα της διακοπής λήψης κανναβινοειδών, σε συνέργεια με κακές συνθήκες διαβίωσης).
Η πρόεδρος του Φορέα και Δικηγόρος Αθηνών είχα την ευκαιρία να συζητήσω μαζί του και προσωπικά, το καλοκαίρι του 2013 και έκτοτε, όταν ο ίδιος επικοινώνησε μαζί μου μετά την απόφαση που εξέδωσε σε υπόθεση που χειρίστηκα (παραστάθηκα ως η μόνη συνήγορος υπεράσπισης του κατηγορουμένου) το Μονομελές Εφετείο Κακουργημάτων Πατρών, στις 28 Ιουνίου 2013, το οποίο δέχθηκε ότι ο πελάτης μου, που είχε παραδεχθεί ότι καλλιέργησε 69 δενδρύλλια ινδικής κάνναβης και κατείχε και 54 γραμμάρια «φούντας», έπρεπε υποχρεωτικά να μείνει ατιμώρητος, σε εφαρμογή του νέου νόμου 4139/2013, διότι αφενός ήταν εξαρτημένος χρήστης, και αφετέρου η ποσότητα αυτή κρίθηκε ότι προοριζόταν για να καλύψει τις δικές του ανάγκες. Κατανάλωνε κι εκείνος, αντίστοιχα, μεγάλες ποσότητες ινδικής κάνναβης, ενώ ισχυριζόταν κι εκείνος, που είναι άτομο με αναπηρία και ισχυρούς μυοσκελετικούς πόνους (σε πολύ καλύτερη κατάσταση υγείας, πάντως, από αυτήν του κ.Ριγανά που προσάγεται σήμερα ενώπιόν Σας), ότι η κάνναβη λειτουργούσε αναλγητικά και θεραπευτικά πάνω του. Παρότι δεν θα έπρεπε να είχε κρατηθεί, η Πολιτεία μας εκδήλωσε στην περίπτωσή του όλη της την σκληρότητα απέναντι στα άτομα με αναπηρία, αλλά και την παραγνώριση της λειτουργίας του θεσμού της προσωρινής κράτησης στις δημοκρατικές έννομες τάξεις, επιβάλλοντας το επαχθέστερο των μέτρων δικονομικού καταναγκασμού σε πρόσωπο με γνωστή διαμονή και αναπηρία, γεγονός που παραλίγο να του κοστίσει και την ίδια του τη ζωή. Στην Ελλάδα δεν υπάρχει χώρος κράτησης στα πλαίσια του σωφρονιστικού συστήματος, που να πληροί τις προδιαγραφές και να μπορεί να «φιλοξενήσει» άτομο με αναπηρία. Για το λόγο αυτό, εκκρεμεί προσφυγή του κριθέντος πλέον υποχρεωτικά ως μη τιμωρητέου, η οποία κατατέθηκε πριν τη Δίκη του στο ΕΔΔΑ, ενώ μετά την αθώωση ζήτησε και αποζημίωση από το Ελληνικό Δημόσιο για την άδικη κράτησή του, διάρκειας 9 μηνών, η οποία ακόμα και σήμερα αναμένει την καθαρογραφή της απόφασης για να εκδικασθεί. Έχει δε πολλάκις κριθεί από το ΕΔΔΑ ότι τα κράτη δεν μπορούν για κανένα λόγο να θέσουν σε κράτηση πρόσωπα, σε χώρο που είναι ακατάλληλος και μη συμβατός με την κατάσταση της υγείας τους, πόσω δε μάλλον πριν τη Δίκη τους.
Επισημαίνουμε (αντί πολλών) τα ανωτέρω, διότι ο κ. Ριγανάς συνελήφθη ξανά χθες, Δευτέρα 24 Ιουνίου 2014, και κρατείται ξανά, για καλλιέργεια περίπου 40 δενδρυλλίων (η κρίση πλέον δεν αφήνει περιθώρια στους βιοπαλαιστές εξαρτημένους χρήστες να αγοράσουν το «φάρμακό» τους), τα 10-15 δενδρύλλια εκ των οποίων αναμενόταν, πριν την σημερινή εκρίζωσή τους, να παράξουν τον Οκτώβριο περίπου του 2014 κάποια ποσότητα ομολογουμένως μικρή για τις ανάγκες του συγκεκριμένου χρήστη. Δυο ή τρια από αυτά θα παρήγαγαν, εάν δεν έβγαιναν «αρσενικά», μικρή ποσότητα σε 2 μήνες περίπου από σήμερα. Η ανάπτυξή τους και το είδος τους πιστοποιεί τα ανωτέρω, στην αντίληψη όσων έχουν κάποια σχετική γνώση, χωρίς να χρειαστεί να αναμείνουμε την εξέτασή τους και τη σχετική έκθεση από τα αρμόδια όργανα του κράτους.Την τελευταία φορά που συνελήφθη ο κ.Ριγανάς (καλοκαίρι 2013), παρότι ήταν έκδηλο ότι ήταν εξαρτημένος χρήστης, και παρότι ο νέος Νόμος ήταν σε ισχύ, διώχθηκε σε βαθμό κακουργήματος. Πλην όμως, αφέθηκε ελεύθερος. Είχε, όπως πάντα ενώπιον Εισαγγελικής και Δικαστικών Αρχών, παραδεχθεί την καλλιέργεια και τη θεραπευτική χρήση που έκανε σε μεγάλες ποσότητες λόγω της πάθησής του, είχε δε δηλώσει ξανά ότι δεν πρόκειται να σταματήσει τη χρήση, διότι… η κάνναβη τον κρατά ζωντανό. 

Για την ακρίβεια, η επιμονή του στη χρήση κάνναβης (και μάλιστα με τον ιδιαίτερο χαρακτήρα της, ως ΘΕΡΑΠΕΥΤΙΚΗΣ χρήσης) επί δεκαετίες είναι «κοινό μυστικό» στο μεγαλύτερο μέρος της Κερκυραϊκής κοινωνίας. Και όχι μόνο. Σε όλη την Ελλάδα είναι γνωστή μέσω της ειδησεογραφίας πολλών ετών, αλλά και σε επιστημονικά φόρα στο εξωτερικό, αφού η περίπτωσή του έχει «μελετηθεί» ως μια από τις (πολλές) ζωντανές αποδείξεις των θεραπευτικών αποτελεσμάτων της κάνναβης σε συγκεκριμένες ασθένειες, μεταξύ των οποίων ο καρκίνος, το σύνδρομο επίκτητης ανοσοποιητικής ανεπάρκειας, η σκλήρυνση κατά πλάκας, τα μυοσκελετικά προβλήματα κλπ. 

Η αλήθεια είναι ότι η «υπόθεσή» του, ο ισχυρισμός του ότι τα κανναβινοειδή λειτουργούν ανασταλτικά στην εκδήλωση του συνδρόμου επίκτητης ανοσοποιητικής ανεπάρκειας (AIDS), ιός στον οποίο βρέθηκε θετικός εδώ και δεκαετίες, έχει βάσιμο εκτεταμένο έρεισμα στην επιστήμη (επισυνάπτουμε συνδέσμους για πληθώρα σχετικών μελετών, βλέπετε ΣΧΕΤΙΚΟ ΕΓΓΡΑΦΟ στην παρούσα επιστολή μας). 

Θεωρούμε πως η αποδεδειγμένη εξάρτησή του κ.Ριγανά δεν αφήνει πια περιθώρια για χαρακτηρισμό της πράξης του ως κακουργήματος, ενώ, παράλληλα, ούτε ως «υπότροπος» μπορεί να κριθεί ο τοξικομανής, κατ’ εφαρμογή του νέου Νόμου περί Ναρκωτικών.
Καλείται, συνεπώς, ο εφαρμοστής του Δικαίου στην περίπτωση του Ριγανά, μεταξύ πολλών, να συνεκτιμήσει και τ’ ακόλουθα: 

ΩΣ ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΜΟ ΤΗΣ ΠΡΑΞΗΣ ΤΟΥ

-Ότι σύμφωνα με το Νόμο ο Εισαγγελέας είναι αρμόδιος και ελεύθερος να κρίνει κατά πόσον ο κ.Ριγανάς (και το κάθε πρόσωπο που προσάγεται ενώπιόν του για ποινικό χαρακτηρισμό συγκεκριμένης πράξης) είναι εξαρτημένο άτομο κατά την τέλεση της πράξης, χαρακτηρίζοντάς την ανάλογα (άρθ.30 παρ.2).

-Ότι ο κ.Ριγανάς είναι αποδεδειγμένα χρόνιος εξαρτημένος χρήστης ινδικής κάνναβης και παραγώγων της, και συνεπώς η πράξη του δεν έχει σε καμία περίπτωση κακουργηματικό χαρακτήρα.-Ότι δεν έχει ακόμα διακριβωθεί «το ωφέλιμο» τμήμα της ποσότητας που καλλιέργησε, ούτε έχει υπολογισθεί αυτό σε συνάρτηση με τις καθημερινές του ανάγκες. Η εμπειρία που σίγουρα διαθέτετε, όμως, σε συνδυασμό με την πρόσφατη πραγματογνωμοσύνη που διέταξε προ μηνών η κ.Ανακρίτρια, την οποία Σας προσκομίζει (και η οποία εκτιμά την ποσότητα στα 10 γρ. ημερησίως), εκτιμούμε ότι θα σας οδηγήσει στο συμπέρασμα πως, παρά τον μεγάλο αριθμό των δενδρυλλίων, πρόκειται περί απόπειρας προμήθειας (μέσω καλλιέργειας δενδρυλλίων ινδικής κάνναβης) ναρκωτικών ουσιών σε ποσότητα που δικαιολογείται προς ίδιαν χρήσιν (άρθρο 30 παρ.1, 2, 3, 4α, 5 του Ν.4139/13)», και ΟΧΙ για διακίνηση, πράξη που το Δικαστήριο που θα κρίνει την υπόθεση θα διαπιστώσει υποχρεωτικά ότι πρέπει να μείνει ατιμώρητη, δεδομένου ότι κατά το χρόνο τέλεσης της πράξης ήταν εξαρτημένος, με την έννοια του Νόμου, από την ουσία αυτήν. Ότι καθοριστική σημασία έχει το πραγματικό γεγονός ότι είναι τοξικομανής – εξαρτημένο επί δεκαετίες άτομο με την έννοια του Νόμου 4139/2013 (γεγονός που τεκμηριώνεται πλήρως εν προκειμένω) και θα πρέπει να τύχει υποχρεωτικά της ανάλογης μεταχείρισης.
-Ότι ο κ.Ριγανάς έχει γνωστή διαμονή, εργάζεται και είναι πλήρως ενσωματωμένος και αποδεκτός στην τοπική κοινωνία, που γνωρίζει και αποδέχεται ότι ο νέος αυτός είναι «χασικλής» και τον αγαπά. Δεν έχει άλλην «εγκληματικότητα» πλην της χρήσης του «γιατρικού του», όπως αποκαλεί την κάνναβη. 

-Ότι η μορφή του κ.Ριγανά έχει λειτουργήσει εμβληματικά σε αγώνες για την αλλαγή πολιτικής στο θέμα της απαγόρευσης της χρήσης ινδικής κάνναβης, τουλάχιστον για θεραπευτικούς σκοπούς, σε πείσμα των φαρμακευτικών πολυεθνικών που προσπαθούν –ανεπιτυχώς- να την «πατεντάρουν». Παραμένει, περαιτέρω, ένα μεγάλο, ανοιχτό ζήτημα, σε μια Ευρώπη ενωμένη, το να οδηγείται χρόνια στη φυλακή κάποιος για μια πράξη που στο «δίπλα κράτος» είναι εντελώς νόμιμη. 

-Ότι τίθεται κι ένα ακόμα μείζον ζήτημα: η αποδεδειγμένη επιστημονικά θεραπευτική αξία της κάνναβης για την συγκεκριμένη πάθηση, καθώς και οι συνέπειες στον ευάλωτο οργανισμό του από την τυχόν αιφνίδια παύση της πρόσληψής της. Επίσης, ότι τα θεραπευτικά αυτά αποτελέσματα τεκμηριώνονται επιστημονικά[4], κάτι που προσδίδει αμιγώς δικαιωματική διάσταση στην ΕΠΙΛΟΓΗ από αυτόν της κατάλληλης θεραπείας, που προστατεύει την υγεία και την ίδια τη ζωή του (άρθρα 2, 3, 8 σε συνδ. με 14 ΕΣΔΑ, καθώς και 12ο Πρόσθετο στην ΕΣΔΑ Πρωτόκολλο)

ΩΣ ΠΡΟΣ ΤΙΣ ΕΦΑΡΜΟΣΤΕΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ 

Δεδομένου του ότι είναι τοξικομανής, και του ότι η ποσότητα που καλλιέργησε και κατείχε προοριζόταν αποκλειστικά και αποδεδειγμένα για δική του χρήση, εκτιμούμε ότι η πράξη του τυποποιείται κατά τη νομική μας άποψη στις διατάξεις του άρθρου 29 (σε απόπειρα για την καλλιέργεια, τελεσθείσα για την μικροποσότητα που θα τον κάλυπτε για ενιαύσια μόνον χρήση), σε συνδ. με τις παρ.1, 2, 3, 4 περ.α΄ και 5 του άρθρου 30 του Νόμου περί Ναρκωτικών. 

Σύμφωνα με τις οικείες διατάξεις:

Άρθρο 29

1.Όποιος, για δική του αποκλειστικά χρήση, με οποιονδήποτε τρόπο προμηθεύεται ή κατέχει ναρκωτικά, σε ποσότητες που δικαιολογούνται μόνο για την ατομική του χρήση ή κάνει χρήση αυτών ή καλλιεργεί φυτά κάνναβης σε αριθμό ή έκταση που δικαιολογούνται μόνο για την ατομική του χρήση, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι πέντε (5) μηνών. Η διαπίστωση του σκοπού εξυπηρέτησης της δικής του αποκλειστικά χρήσης γίνεται με συνεκτίμηση του είδους, της καθαρότητας και της ποσότητας του συγκεκριμένου ναρκωτικού, σε συνδυασμό με τη συχνότητα χρήσης, το χρόνο χρήσης, την ημερήσια δόση και τις ιδιαίτερες ανάγκες χρήσης του συγκεκριμένου χρήστη.
2. Ο δράστης της πράξης της προηγούμενης παραγράφου μπορεί να κριθεί ατιμώρητος, εάν το δικαστήριο, εκτιμώντας τις περιστάσεις τέλεσης της πράξης και την προσωπικότητα του δράστη, κρίνει ότι η αξιόποινη πράξη ήταν εντελώς περιστασιακή και δεν είναι πιθανόν να επαναληφθεί. 

Άρθρο 30 

Μεταχείριση εξαρτημένων χρηστών από ναρκωτικές ουσίες 

1. Όσοι απέκτησαν την έξη της χρήσης ναρκωτικών και δεν μπορούν να την αποβάλουν με τις δικές τους δυνάμεις, υποβάλλονται σε ειδική μεταχείριση κατά τους όρους του άρθρου αυτού και των άρθρων 31−35. 

2. Η συνδρομή ή μη των προϋποθέσεων της προηγούμενης παραγράφου διαπιστώνεται κατά την άσκηση της ποινικής δίωξης και σε κάθε φάση της ποινικής διαδικασίας, σύμφωνα με την αρχή της ηθικής αποδείξεως, όπως ορίζεται από το άρθρο 177 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας. 

3. Για τη διάγνωση της εξάρτησης ενός προσώπου από ναρκωτικά συνεκτιμώνται ιδίως ένα ή περισσότερα από τα ακόλουθα στοιχεία: πιστοποιήσεις αναγνωρισμένων υπηρεσιών απεξάρτησης, χορήγησης υποκαταστάτων ή ανταγωνιστικών στα οπιοειδή ουσιών, περίθαλψης για παθήσεις συνδεόμενες με τη χρήση ουσιών, ψυχολογικά και κοινωνικά δεδομένα που αφορούν τον κατηγορούμενο, ευρήματα εργαστηριακών εξετάσεων που αποκαλύπτουν χρήση ναρκωτικών για μακρόχρονες περιόδους.
Σε κάθε φάση της ποινικής διαδικασίας δύναται να διαταχθεί πραγματογνωμοσύνη είτε αυτεπάγγελτα είτε μετά από αίτημα του κατηγορουμένου, προκειμένου να καθοριστεί αν πράγματι υπάρχει εξάρτηση, όπως επίσης και το είδος και η βαρύτητα αυτής. Η αποδοχή ή η απόρριψη του αιτήματος για πραγματογνωμοσύνη πρέπει να αιτιολογείται ειδικά. Η πραγματογνωμοσύνη συνεκτιμάται με τα παραπάνω διαγνωστικά κριτήρια.
Πίνακας με τις υπηρεσίες που πληρούν τις προϋποθέσεις για τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης διαβιβάζεται ανά έτος στον αρμόδιο εισαγγελέα με ευθύνη των Υπουργείων που τις εποπτεύουν. Οι εργαστηριακές εξετάσεις διενεργούνται από αρμόδια δημόσια εργαστήρια της χώρας, όπως τα πανεπιστημιακά εργαστήρια και τα εργαστήρια των Ιατροδικαστικών Υπηρεσιών και τα εργαστήρια της Ελληνικής Αστυνομίας. 

4. Δράστης, στο πρόσωπο του οποίου κατά το χρόνο της πράξης συντρέχουν οι προϋποθέσεις της παραγράφου 1, αν είναι υπαίτιος τέλεσης:
α. Των πράξεων του άρθρου 29 παράγραφοι 1 και 2 παραμένει ατιμώρητος.
β. Των πράξεων του άρθρου 20 τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός (1) έτους. {…}
5. Ο κατά νόμο ποινικός χαρακτήρας των πράξεων που τελέστηκαν από δράστη, στο πρόσωπο του οποίου συντρέχουν οι προϋποθέσεις της παραγράφου 1, κρίνεται με βάση την απειλούμενη στην παράγραφο 4 στοιχεία β΄, γ΄ και δ΄ ποινή. 


Άρθρο 20 (που ΔΕΝ πρέπει να κριθεί εφαρμοστέο –παρατίθεται μόνον για την διατυπωθείσα επιφύλαξη της παρ.2)

Διακίνηση ναρκωτικών

1. Όποιος, εκτός από τις περιπτώσεις που προβλέπονται στα άρθρα 21, 22 και 23, διακινεί παράνομα ναρκωτικά, τιμωρείται με κάθειρξη τουλάχιστον οκτώ (8) ετών και με χρηματική ποινή μέχρι τριακόσιες χιλιάδες (300.000) ευρώ.
2. Με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 29, ως έγκλημα διακίνησης ναρκωτικών νοείται κάθε πράξη με την οποία συντελείται η κυκλοφορία ναρκωτικών ουσιών ή πρόδρομων ουσιών που αναφέρονται στους πίνακες της παραγράφου 2 του άρθρου 1 και ιδίως η εισαγωγή, η εξαγωγή, η διαμετακόμιση, η πώληση, η αγορά, η προσφορά, η διανομή, η διάθεση, η αποστολή, η παράδοση, η αποθήκευση, η παρακατάθεση, η παρασκευή, η κατοχή, η μεταφορά, η νόθευση, η πώληση νοθευμένων ειδών μονοπωλίου ναρκωτικών ουσιών, η καλλιέργεια ή η συγκομιδή οποιουδήποτε φυτού του γένους της κάνναβης, του φυτού της μήκωνος της υπνοφόρου, οποιουδήποτε είδους φυτού του γένους ερυθρόξυλου, καθώς και οποιουδήποτε άλλου φυτού από το οποίο παράγονται ναρκωτικές ουσίες, η παραγωγή και η εκχύλιση ναρκωτικών ουσιών, η χορήγηση ουσιών για υποκατάσταση της εξάρτησης κατά παράβαση των σχετικών διατάξεων, η διεύθυνση καταστήματος στο οποίο γίνεται εν γνώσει του δράστη συστηματική διακίνηση ναρκωτικών, η χρηματοδότηση, η οργάνωση ή η διεύθυνση δραστηριοτήτων διακίνησης ναρκωτικών ουσιών, η νόθευση ή η κατάρτιση ή η χρησιμοποίηση πλαστής ιατρικής συνταγής για τη χορήγηση ναρκωτικών με σκοπό τη διακίνησή τους, καθώς και η μεσολάβηση σε κάποια από τις πράξεις αυτές. 


ΩΣ ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΚΡΑΤΗΣΗ:

-ότι ο Ριγανάς είναι άτομο με σημαντική αναπηρία, κι ότι, ακόμα κι αν είχε καταδικασθεί, θα δικαιούταν, ως άτομο που νοσεί από το σύνδρομο επίκτητης ανοσοποιητικής ανεπάρκειας, να αποφυλακισθεί υφ’ όρον, χωρίς άλλες προϋποθέσεις, δυνάμει του άρθρου 110Α του Ποινικού Κώδικα. Τυχόν απόφαση κράτησης ατόμου που δικαιούται να τεκμαίρεται αθώο και που θα αποφυλακιζόταν υποχρεωτικά ακόμα κι αν είχε βεβαιωθεί αμετάκλητα το άδικο της πράξης του κι ο καταλογισμός της σε ενοχή του, συνιστά διάκριση λόγω της ιδιότητάς του ως υποδίκου και δεν δικαιολογείται σε καμία περίπτωση. Έτσι νομολόγησε πρόσφατα (προ τριών μηνών) και το ΕΔΔΑ στην Υπόθεση GÜLAY ÇETİN c. TURQUIE (Requête no 44084/10), όπου διαπίστωσε άνιση μεταχείριση μεταξύ υποδίκων και καταδίκων κρατουμένων και κατέληξε στην κατάγνωση παραβίασης και του άρθρου 14 (απαγόρευση διακρίσεων), σε συνδυασμό με το άρθρο 3 της ΕΣΔΑ (απαγόρευση βασανιστηρίων, απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης). Η απόφαση αυτή εκδόθηκε ενώ ήδη είχε κοινοποιηθεί στην Ελλάδα η προσφυγή κρατουμένου με αναπηρία (Χριστοδούλου κατά Ελλάδας), ο οποίος εκπροσωπείται ενώπιον του ΕΔΔΑ από τη γράφουσα. Σήμερα, λίγες μέρες μετά την έκδοση της καταδικαστικής της Ελλάδας απόφαση στην υπόθεση Hristodoulou v. Greece, το ΕΔΔΑ, πέρα από την διπλή κατάγνωση παραβίασης του άρθρου 5.4 της ΕΣΔΑ, αφήνει χώρο στον προσφεύγοντα για διεκδίκηση μεγάλης συμπληρωματικής αποζημίωσης.
-Ότι δεν διαθέτει το Ελληνικό Σωφρονιστικό Σύστημα ούτε ένα χώρο κατάλληλο (με τις απαιτούμενες προδιαγραφές) για να φιλοξενήσει άτομο με αναπηρία, γεγονός που βεβαιώνει και σε έκθεσή του ο Συνήγορος του Πολίτη, ζητώντας από την Πολιτεία να δημιουργήσει έστω μια τέτοια μονάδα, αλλιώς να βρει εναλλακτικούς τρόπους να τιμωρεί τα άτομα με αναπηρία.

-Ότι οι –γνωστές πια τοις πάσι- συνθήκες κράτησης είναι εντελώς ακατάλληλες για άτομα με αποδυναμωμένο ανοσοποιητικό σύστημα, σε βαθμό που μπορεί να θεωρείται ΒΕΒΑΙΟ ότι θα επιδεινώσουν σημαντικά την υγεία του οροθετικού προσώπου που θα υποβληθεί σε αυτές.Συνεπώς, ακόμα και αν γίνει δεκτό στο στάδιο της κίνησης της ποινικής δίωξης ότι η πράξη του αποτελεί μορφή διακίνησης ναρκωτικών ουσιών (πράγμα που ο ίδιος κατηγορηματικά αρνείται), και εμπίπτει στο πραγματικό του άρθρου 20 παρ.1,2,3 του Ν.4139/13,  θα πρέπει να εισαχθεί για πράξη πλημμεληματική, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 30 παρ.4 περ.β΄ και 30 παρ.5 του ανωτέρω Νόμου. 

Σε καμία από τις παραπάνω περιπτώσεις δεν συγχωρείται προσωρινή κράτηση.


Κ.Εισαγγελέα,

Μας έρχεται στο νου η αγόρευση της (εξαιρετικής, από πλευράς κατάρτισης, ευφράδειας και αντιληπτικής ικανότητας ακόμα και λεπτών αποχρώσεων του Ποινικού Δικαίου) Εισαγγελέα Εφετών Πατρών, που ξεκίνησε στις 28 Ιουνίου 2013, με την φράση «στο ποινικό Δικαστήριο τα «μαθηματικά» είναι σχετική έννοια. Στην προηγούμενη Δίκη τα 23 δενδρύλλια ήταν πολλά για να δικαιολογήσουν προσωπική χρήση. Στην αμέσως επόμενη, αυτή, τα 69 είναι λίγα. Δεν μπορεί η Δικαιοσύνη να είναι απόλυτη και να μη βλέπει πίσω από τους αριθμούς». 

Ευχόμαστε ότι ο εκάστοτε εφαρμοστής του Δικαίου θα δεν θα «κοιτάξει» απλώς την υπόθεση, αλλά ότι θα την «δει». Ιδίως αυτήν την υπόθεση. 

Πίσω απ’ τους αριθμούς, και πέρα από την συνηθισμένη αυτοματοποίηση, βρίσκεται πάντα ο σεβασμός στην ανθρώπινη αξία. 

Θα υποστηρίξουμε τον κ.Ριγανά και θα παρακολουθήσουμε την εξέλιξή της με μεγάλο ενδιαφέρον, καθότι εμπεριέχει εκφάνσεις θεμελιωδών κατακτήσεων του νομικού και κοινωνικού μας πολιτισμού, όπως είχαμε την ευκαιρία να τον δούμε να σμιλεύεται νομολογιακά μέσα από τις αποφάσεις του ΕΔΔΑ. 

Θα ήταν μεγάλη τιμή μας αν λαμβάνατε υπόψη τις σκέψεις που περιέχονται στην παρούσα επιστολή, κατά την άσκηση του λειτουργήματός Σας σε ένα από τα σπουδαιότερα στάδια της Ποινικής Δίκης: αυτό του προσδιορισμού του χαρακτήρα της ποινικής «πράξης». 

Κ.Εισαγγελέα, 

Πρόκειται για μιαν ιδιάζουσα, αμιγώς ανθρωπιστική υπόθεση. 

Ο κ.Ριγανάς θα χάσει την υγεία και το πιθανότερο και τη ζωή του αν τεθεί σε κράτηση, είτε μέσα από την πρόσδοση κακουργηματικού χαρακτήρα στην πράξη του, είτε μέσα από μια σειρά –έστω πλημμεληματικού χαρακτήρα- διαδοχικών διώξεων για τον ίδιο νομικό και πραγματικό λόγο, αν αυτές δεν οδηγήσουν στην ατιμωρησία του για τη χρήση κάνναβης. 

Ο κ.Ριγανάς, πράγματι, θα εξακολουθήσει να κάνει χρήση κάνναβης, αν αφεθεί ελεύθερος. 

Όχι επειδή ασεβεί στην έννομη τάξη μας, αλλά επειδή έχει την φυσική τάση, όπως κάθε ανθρώπινο ον, να παραμείνει ζωντανός.

 Επειδή η κάνναβη λειτουργεί θεραπευτικά επάνω του, και αυτό έχει αποδειχθεί πανηγυρικά στην περίπτωσή του. 

Μόνον η διακοπή της (τις περιόδους που φυλακίστηκε για την χρήση της) στάθηκε ικανή να υπονομεύσει την υγεία του και να διευκολύνει την αύξηση του ιϊκού φορτίου (CD4) στον οργανισμό του, με άμεσο κίνδυνο της ζωής του. 

Είναι λογικό ότι θα προτιμήσει να μεταβεί στην φυλακή, από το να διαβεί τον «Αχέροντα ποταμό», που δεν έχει επιστροφή ανάμεσά μας.

Μια γενναία, όσο και Δίκαιη, Εισαγγελική εκτίμηση στο παρόν στάδιο, θα περιφρουρήσει βασικές κατακτήσεις του νομικού μας πολιτισμού, καθώς και θα αποθαρρύνει την περαιτέρω θυματοποίηση ενός ανθρώπου που με την πράξη που καλείστε να χαρακτηρίσετε δεν βλάπτει, στην συγκεκριμένη ιδιάζουσα περίπτωση, ούτε τον πλησίον του, αλλά ούτε καν τον εαυτό του. 

Με σεβασμό,




ΣΥΝΗΜΜΕΝΑ:1.     Μελέτη (αντί πολλών) του George Mason University, δημοσιευθείσα στις 20-03-2012, για τα θεραπευτικά οφέλη της κάνναβης σε ασθενείς με HIV-1/AIDS, η οποία υποστηρίχθηκε από τα Εθνικά Ινστιτούτα Υγείας των Η.Π.Α. (κρατικά) και αναφέρει εκτός των πορισμάτων της και 59 σχετικές έρευνες με υποστηρικτικά στην ίδια κατεύθυνση στοιχεία.
2.     Άρθρο (αντί πολλών) της κ.Ελεάννας Ιωαννίδου, Δικηγόρου, Εκπρ. Τύπου Οικολόγων Πρασινων και τ. Υποψ.Δημάρχου Θεσσαλονίκης, για τον Χρήστο Ριγανά, την ημερήσια δόση των 10 γρ. που χρειάζεται, την επιδείνωση της υγείας του μόνο όταν στερήθηκε την κάνναβη, την ιστορία του κ.λπ.
3.     Εξώφυλλο του νέου βιβλίου του Ψυχιάτρου, εξειδικευμένου στις εξαρτήσεις κ. Γιώργη Οικονομόπουλου, περιέχον εκατοντάδες αποδείξεις για τα θεραπευτικά οφέλη της κάνναβης σε συγκεκριμένες παθήσεις
[1] Η Ελληνική Δράση για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα είναι Μη Κυβερνητικός Οργανισμός με αντικείμενο την προάσπιση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, πιστοποιημένος με Υπουργική Απόφαση από την Πολιτεία (ΦΕΚ 836/τ.Β’/19-3-2012). Με την ιδιότητα αυτή είναι επίσης από το 2009 καταγραμμένη με αα 09110ΑΕΕ12066021Ν-1032  στο Εθνικό Μητρώο του Υπουργείου Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, αλλά και στο Ειδικό Μητρώο Εθελοντικών Φορέων Κοινωνικής Αλληλεγγύης και υλοποιεί πρόγραμμα νομικής αρωγής κατά την έννοια του άρθρου 15.2 του Ν.3226/2004.
Στα πλαίσια αυτού έχει αναλάβει την νομική συμβουλευτική και εν γένει υποστήριξη του συλληφθέντος κ. Χρήστου Ριγανά, που προσάγεται σήμερα ενώπιόν Σας για παράβαση του Ν. περί Ναρκωτικών.[2] http://www.parapolitika.gr/ArticleDetails/tabid/63/ArticleID/135548/-OI-ALLOI-PROTAGNISTES-%C2%ABApo-to-1995-%C2%B5oy-echoyn-balei-i%C2%B5ero%C2%B5inia-lixis%C2%BB.aspx[3] http://www.tanea.gr/news/greece/article/4629826/?iid=2

[4] (βλ., αντι πολλών, εδώ: http://cannabis-med.org/data/pdf/2001-03-04-5.pdf)



Παρασκευή, 11 Απριλίου 2014

Μη καταβολή χρεών προς το Δημόσιο κατ’ εξακολούθηση: η αυτόφωρη διαδικασία πλήττει δυσανάλογα τα δικαιώματα του κατηγορουμένου και παραβιάζει το άρθρο 6 της ΕΣΔΑ (απόφαση 196/2014 Τριμ. Πλ/κείου Κατερίνης)

  
ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΚΑΤΕΡΙΝΗΣ 

Αριθμός: 196/2014

ΠΡΑΚΤΙΚΑ ΚΑΙ ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΤΡΙΜΕΛΟΥΣ ΠΛΗΜΜΕΛΕΙΟΔΙΚΕΙΟΥ ΚΑΤΕΡΙΝΗΣ

Συνεδρίαση της 03ης Φεβρουάριου 2014

ΣΥΝΘΕΣΗ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ: Κασσιανή Μπουροδήμου Προεδρεύουσα Πλημμελειοδίκης, Ιωάννης Μαμαδάς Πλημμελειοδίκης, Μαρία Δουλάμη Πάρεδρος Πρωτοδικείου (Επειδή κωλύονται οι τακτικοί δικαστές) Ορίστηκε με την αρ. 6/2014 πράξη της Προέδρου Πρωτοδικών Κατερίνης Δήμητρα Τσιαρδακλή Αντεισαγγελέας (Επειδή κωλύεται ο Εισαγγελέας) Βασιλική Χωρίκη Γραμματέας Κατηγορούμενος: ..... ....... Κάτοικος: Κατερίνης Πιερίας Παρών 

Πράξη: Μη καταβολή χρεών προς το Δημόσιο κατ’ εξακολούθηση 

ΕΚΘΕΣΗ ΠΡΑΚΤΙΚΩΝ ΚΑΙ ΑΠΟΦΑΣΗ

Στη σημερινή συνεδρίαση του Δικαστηρίου, που έγινε δημόσια στο ακροατήριό του κατά τη διαδικασία του αυτοφώρου ύστερα από αναβολή της υπόθεσης κατ` άρθρο 423 παρ. 1 ΚΠΔ, η Προεδρεύουσα εκφώνησε το όνομα του κατηγορουμένου ο οποίος εμφανίστηκε, ρωτήθηκε από την Προεδρεύουσα για τα στοιχεία της ταυτότητάς του και είπε ότι ονομάζεται όπως αναφέρεται πιο πάνω και ότι διορίζει συνήγορο υπεράσπισης του τον παρόντα δικηγόρο Κατερίνης Εμμανουήλ Παπά.

Η Προεδρεύουσα είπε στον κατηγορούμενο ν` ακούσει με προσοχή την κατηγορία και να παρακολουθήσει τη συζήτηση στο ακροατήριο. Επίσης του είπε ότι έχει δικαίωμα να εκθέσει τους ισχυρισμούς του και να υποβάλει τις παρατηρήσεις του ύστερα από την εξέταση κάθε μάρτυρα και την έρευνα κάθε αποδεικτικού μέσου.

Στη συνέχεια έλαβε το λόγο η Εισαγγελέας, η οποία συνοπτικά ανέφερε την πράξη για την οποία κατηγορεί ο κατηγορούμενος. Επίσης είπε, για να υποστηρίξει την κατηγορία να αναγνωστούν τα έγγραφα που αναφέρονται στο τέλος του κατηγορητηρίου.

Στη συνέχεια πήρε το λόγο ο συνήγορος του κατηγορουμένου και ζήτησε την αναβολή της δίκης και είπε: Η διάταξη του άρθρου 3 του ν. 3943/2011, με την οποία αντικαταστάθηκε η παράγραφος 1 του άρθρου 25 του ν. 1882/1990 και ορίζεται ότι χρόνος τέλεσης του αδικήματος είναι το χρονικό διάστημα από την παρέλευση των τεσσάρων μηνών μέχρι τη συμπλήρωση χρόνου αντίστοιχου με το 1/3 της κατά περίπτωση προβλεπόμενης προθεσμίας παραγραφής και στην ουσία χαρακτηρίζει διαρκές το αδίκημα μη καταβολής χρεών στο Δημόσιο, είναι αντίθετη στα άρθρα 2 παρ. 1 και 7 παρ. 1 του Συντάγματος, αλλά και σε θεμελιώδεις αρχές του Ποινικού Δικαίου. Στην υπ’αριθ. 1/2011 ερμηνευτική εγκύκλιο που είχε εκδώσει ο κ. αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου όταν θεσπίστηκε το αυτόφωρο αναφέρει ότι «η συμβατότητα της ρύθμισης με τα άρθρα του συντάγματος θα κριθεί στην πράξη από τα δικαστήρια». Ζητώ από το δικαστήριό σας α) να κρίνει την ως άνω διάταξη αντισυνταγματική και αντίθετη σε θεμελιώδεις αρχές του Ποινικού Δικαίου, β) να κρίνει ότι δεν συντρέχουν εν προκειμένω οι προϋποθέσεις εφαρμογής των διατάξεων του άρθρου 242 παρ. 1 και 2 ΚΠΔ, γ) να παραπέμψει την υπόθεση στην τακτική διαδικασία κατ’ άρθρο 424 ΚΠΔ άλλως να αναβληθεί η υπόθεση εντός δεκαπενθημέρου.

Στο σημείο αυτό πήρε το λόγο η Εισαγγελέας και πρότεινε να αναβληθεί η δίκη για την 01-10- 2014 και ώρα 09:00`.

Στη συνέχεια το Δικαστήριο σε μυστική διάσκεψη, στην οποία παραβρέθηκε και η Γραμματέας, εξέδωσε την παρακάτω απόφαση την οποία η Προεδρεύουσα δημοσίευσε αμέσως σε δημόσια συνεδρίαση :

ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ

I. Από την ερμηνεία των διατάξεων των άρθρων 5 παρ. 3 και 6 παρ. 1 του Συντάγματος συνάγεται ότι ο συνταγματικός νομοθέτης κατοχύρωσε την προστασία της προσωπικής ελευθερίας υπό την ειδικότερη μορφή της προσωπικής ασφάλειας (βλ. σχ. Μάνεση, Συνταγματικά Δικαιώματα, α` ατομικές ελευθερίες-πανεπιστημιακές παραδόσεις, δ` έκδοση, σελ. 173). Στο πλαίσιο της θεσμοθετημένης συνταγματικά αυτής προστασίας του ατόμου από αυθαίρετες καταδιώξεις, συλλήψεις και φυλακίσεις από μέρους της κρατικής εξουσίας, προκειμένου να λάβει νομότυπα χώρα η σύλληψη οποιουδήποτε προσώπου, πρέπει να συντρέχουν σωρευτικά οι ακόλουθες προϋποθέσεις: (α) η σύλληψη να βρίσκει έρεισμα σε διάταξη νόμου και (β) να εκτελείται με βάση δικαστικό ένταλμα, δηλαδή ένταλμα, το οποίο έχει εκδοθεί από κρατικό όργανο που κατά το Σύνταγμα και την κείμενη νομοθεσία αναγνωρίζεται ως δικαστική αρχή και περιβάλλεται με όλες τις εγγυήσεις της λειτουργικής και προσωπικής ανεξαρτησίας που ορίζονται από τις διατάξεις των άρθρων 87-91 του Συντάγματος (βλ. σχ. Χρυσόγονο, Ατομικά και κοινωνικά δικαιώματα, 2002, σελ. 216). Το ένταλμα αυτό πρέπει να είναι αιτιολογημένο, να μνημονεύει δηλαδή με ακρίβεια τα στοιχεία του προσώπου που πρόκειται να συλληφθεί (όνομα, επώνυμο, κατοικία, περιγραφή) και να επιδίδεται στο τελευταίο κατά τη στιγμή της σύλληψής του (βλ. Μάνεση, ό.π., σελ. 180). Επομένως, τα όργανα της εκτελεστικής εξουσίας στερούνται της δυνατότητας να προβούν με δική τους πρωτοβουλία στη σύλληψη οποιουδήποτε προσώπου. Ωστόσο, η απαγόρευση αυτή δεν είναι απόλυτη, αλλά κάμπτεται στην περίπτωση του αυτόφωρου εγκλήματος (βλ. Μαργαρίτη Μ., Ερμηνεία Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, 2008, άρθρο 242, αριθ. 2, σελ. 466). Η διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 του Συντάγματος δεν περιέχει αυθεντικό ορισμό της έννοιας του αυτόφωρου εγκλήματος, αλλά αντίθετα επαφίεται για αυτόν στον κοινό νομοθέτη (βλ. Μάνεση, ό.π., σελ. 180). Ήδη από τη διάταξη του άρθρου 242 παρ. 1 ΚΠΔ ορίζεται ότι προκειμένου να χαρακτηριστεί ένα έγκλημα ως αυτόφωρο πρέπει να συντρέχει μία από τις ακόλουθες περιπτώσεις: (α) να καταληφθεί κατά το χρονικό σημείο της διάπραξής του ή (β) να έχει τελεστεί πρόσφατα, περίπτωση η οποία συντρέχει, ιδίως όταν ο δράστης καταδιώκεται μετά τη διάπραξη του εγκλήματος από τη δημόσια δύναμη ή τον παθόντα ή με δημόσια κραυγή, όπως και όταν συλλαμβάνεται οπουδήποτε κατέχοντας αντικείμενα ή φέροντας ίχνη, από τα οποία συμπεραίνεται ότι διέπραξε το έγκλημα σε πολύ πρόσφατο χρόνο. Η πρώτη από τις παραπάνω περιπτώσεις αφορά το γνήσιο αυτόφωρο έγκλημα, ενώ στη δεύτερη από αυτές πρόκειται για την οιονεί ή καταχρηστική μορφή του, στην οποία όμως τίθεται από τη διάταξη του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠΔ συγκεκριμένο χρονικό όριο, το οποίο συμπίπτει με την παρέλευση της επομένης ημέρας από την τέλεση της πράξης (βλ. σχ. Καλφέλη-Μαργαρίτη Λ., Ποινική Δικονομία-Ειδικές Διαδικασίες, Αυτόφωρο έγκλημα και αυτόφωρη διαδικασία-Αίτηση ακυρώσεως διαδικασίας και αποφάσεως, 1998, σελ. 47επ. και 65επ.). Επομένως, ενόψει της προστασίας της προσωπικής ασφάλειας αλλά και του τεκμηρίου αθωότητας ο νομοθέτης υπήγαγε στην έννοια του αυτόφωρου εγκλήματος μόνον εκείνες τις αξιόποινες πράξεις, το χρονικό σημείο της κατάληψης του δράστη των οποίων τελεί σε στενή εγγύτητα προς το χρονικό σημείο της διάπραξής τους, καθώς η χρονική αυτή εγγύτητα έχει ως συνέπεια τη δυνατότητα ταχείας συλλογής των αναγκαίων αποδεικτικών στοιχείων. Η αποδεικτική αυτή ευχέρεια απόδοσης της τέλεσης των παραπάνω αξιόποινων πράξεων στο πρόσωπο του δράστη τους, η οποία αγγίζει τα όρια της βεβαιότητας, δικαιολογεί την άρση της απαγόρευσης της σύλληψης του τελευταίου χωρίς την προηγούμενη έκδοση δικαστικού εντάλματος και την κάμψη του τεκμηρίου της αθωότητάς του χάριν της ταχείας αποκατάστασης της έννομης τάξης και της αποτελεσματικότερης προστασίας των εννόμων αγαθών και συνιστά περιορισμό των σχετικών δικαιωμάτων του ο οποίος δεν παραβιάζει την αρχή της αναλογικότητας, όπως αυτή ρητά κατοχυρώνεται από τη διάταξη του άρθρου 25 παρ. 1 του Συντάγματος. Με βάση όσα εκτίθενται ανωτέρω προκύπτει ότι στο πλαίσιο της προστασίας της προσωπικής ασφάλειας του ατόμου και του σεβασμού του τεκμηρίου αθωότητας του κατηγορουμένου, ο νομοθέτης πρέπει να επιδεικνύει ιδιαίτερη φειδώ ως προς τον καθορισμό της έννοιας του αυτόφωρου εγκλήματος, ώστε σε αυτή να περιλαμβάνονται μόνον οι περιπτώσεις εκείνες των αξιόποινων πράξεων, οι οποίες λόγω της κατάληψης του δράστη τους κατά τη διάρκεια της διάπραξής τους ή εντός σύντομου χρονικού διαστήματος μετά από αυτήν δύνανται με ευχέρεια να αποδοθούν στον τελευταίο. Αντίθετα, οποιαδήποτε νομοθετική απόπειρα διεύρυνσης της έννοιας του αυτόφωρου εγκλήματος, με σκοπό να καταστεί δυνατή η χωρίς τις εγγυήσεις της δικαστικής εξουσίας σύλληψη του φερόμενου ως δράστη του, συνιστά ευθεία παράβαση των διατάξεων των άρθρων 5 παρ. 3, 6 παρ. 1 και 25 παρ. 1 του Συντάγματος, προσβάλλει δε παράλληλα και το τεκμήριο αθωότητας, το οποίο κατοχυρώνεται από την υπερνομοθετικής ισχύος διάταξη του άρθρου 6 παρ. 2 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου.

II. Από την ερμηνεία της διάταξης του άρθρου 7 παρ. 1 του Συντάγματος, με την οποία κατοχυρώνεται στην ελληνική έννομη τάξη η βασική αρχή του ποινικού δικαίου «κανένα έγκλημα καμία ποινή χωρίς νόμο (nullum crimen nulla poena sine lege), προκύπτει η δέσμευση της κρατικής εξουσίας και στις τρεις λειτουργίες της (νομοθετική, εκτελεστική, δικαστική) να διατηρεί διαρκώς τυποποιημένο το ποινικό φαινόμενο σε ολόκληρη την έκταση του τριπτύχου που το συνθέτει (έννομο αγαθό, έγκλημα, ποινή) (βλ. σχ. Μανωλεδάκη, Ποινικό Δίκαιο-Γενική Θεωρία, 2004, σελ. 33επ.). Ειδικότερα, από την παραπάνω συνταγματική διάταξη απορρέει η υποχρέωση της νομοθετικής λειτουργίας στο πλαίσιο της τυποποίησης του ποινικού φαινομένου να ορίζει τα στοιχεία της πράξης που τυποποιείται ως αξιόποινη. Η υποχρέωση αυτή έχει μεταξύ άλλων ένα θετικό περιεχόμενο, το οποίο συνίσταται στην υποχρέωση ακριβούς προσδιορισμού των στοιχείων της αξιόποινης πράξης (nullum crimen nulla poena sine lege certa), και αφετέρου ένα αρνητικό περιεχόμενο, το οποίο συνίσταται στην απαγόρευση επέκτασης του αξιόποινου χαρακτήρα μίας συμπεριφοράς πέραν των στοιχείων που συγκροτούν τη νομοτυπική μορφή του τυποποιούμενου εγκλήματος. Δηλαδή ο νομοθέτης υποχρεούται αφενός να προσδιορίζει με σαφήνεια τα στοιχεία της νομοτυπικής μορφής της προσβολής του εννόμου αγαθού, την οποία τυποποιεί ως αξιόποινη, ώστε να μην καταλείπονται αμφιβολίες σχετικά με το ακριβές περιεχόμενό της (βλ. σχ. Μανωλεδάκη, ό.π., σελ. 38 και επίσης Ανδρουλάκη, Nullum crimen sine lege certa, ΠοινΧρ ΚΓ`. 513επ.) και αφετέρου να περιορίσει τον αξιόποινο χαρακτήρα μίας συμπεριφοράς στην έκταση, η οποία προκύπτει από την αντικειμενική και την υποκειμενική υπόσταση του οικείου εγκλήματος. Από την άλλη η δικαστική λειτουργία έχει την υποχρέωση να μην εφαρμόζει οποιονδήποτε κανόνα δικαίου, ο οποίος τυποποιεί ως έγκλημα μία συμπεριφορά, εφόσον ο τελευταίος δεν πληροί τις ανωτέρω προϋποθέσεις (βλ. Μανωλεδάκη, ό.π., σελ. 42επ.).

III. Από την ερμηνεία της διάταξης του άρθρου 20 παρ. 1 του Συντάγματος σε συνδυασμό προς τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 και 3 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τα δικαιώματα του ανθρώπου συνάγεται ότι στο πλαίσιο της εξασφάλισης του δικαιώματος προς παροχή δικαστικής προστασίας και της διασφάλισης του δικαιώματος σε δίκαιη δίκη ο κατηγορούμενος σε ποινική δίκη, ο οποίος βρίσκεται σε ιδιαίτερα δυσχερή θέση, καθώς εναντίον του στρέφεται ο κατασταλτικός μηχανισμός της Πολιτείας διαθέτει μεταξύ των υπόλοιπων δικαιωμάτων του και το δικαίωμα της παροχής επαρκούς χρόνου για την προετοιμασία της υπεράσπισής του, όπως επίσης και της παροχής από μέρους της κρατικής εξουσίας των αναγκαίων προς τούτο διευκολύνσεων (βλ. σχ. Χρυσόγονο, ό.π., σελ. 430επ.). Ωστόσο, με τις διατάξεις των άρθρων 417 επ. ΚΠΔ θεσμοθετείται για τα πλημμελήματα, τα οποία χαρακτηρίζονται ως αυτόφωρα, μία ιδιαίτερα συνοπτική διαδικασία, στο πλαίσιο της οποίας παραγκωνίζονται και προστατεύονται δευτερογενώς μόνο τα δικαιώματα του κατηγορουμένου προς όφελος της ταχύτερης και αποτελεσματικότερης προστασίας των εννόμων αγαθών (βλ. σχ. Καλφέλη-Μαργαρίτη Λ., ό.π., σελ. 20επ., Αδάμπα σε Μαργαρίτη Λ., Κώδικας Ποινικής Δικονομίας-Ερμηνεία κατ’ άρθρο, τόμος πρώτος, 2010, άρθρο 242, αριθ. 1, σελ. 837). Ωστόσο, ο περιορισμός που συνεπάγεται η εφαρμογή της αυτόφωρης διαδικασίας στο δικαίωμα του κατηγορουμένου προς παροχή δικαστικής προστασίας και για εξασφάλιση δίκαιης δίκης είναι ανεκτός κατά τη διάταξη του άρθρου 25 παρ. 1 του Συντάγματος κατά το μέτρο που, σύμφωνα και προς όσα ήδη εκτίθενται ανωτέρω, υφίσταται αποδεικτική ευχέρεια ως προς την απόδοση της αξιόποινης πράξης σε ενοχή του κατηγορουμένου και εφόσον με τον τρόπο αυτό διασφαλίζεται και εξυπηρετείται η άμεση και ταχεία αποκατάσταση της τρωθείσας έννομης τάξης. Επομένως, η υπερβολική από μέρους του νομοθέτη διεύρυνση της έννοιας του αυτόφωρου εγκλήματος και σε περιπτώσεις εγκλημάτων, για τα οποία δεν συντρέχουν οι ουσιαστικές προϋποθέσεις που εξασφαλίζουν τη δυνατότητα γρήγορης και αποτελεσματικής συλλογής του αναγκαίου αποδεικτικού υλικού, με βάση την οποία διευρύνεται η εφαρμογή της αυτόφωρης διαδικασίας και ουσιαστικά φαλκιδεύονται τα δικαιώματα του κατηγορουμένου, χωρίς να συντρέχει νόμιμος λόγος που να δικαιολογεί έναν τέτοιου είδους περιορισμό, συνιστά παραβίαση των διατάξεων των άρθρων 20 παρ. 1 και 25 παρ. 1 του Συντάγματος, όπως επίσης και της υπερνομοθετικής ισχύος διάταξης του άρθρου 6 παρ. 1 και 3 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου.

IV. Με τη διάταξη του άρθρου 3 παρ. 1 περ. α` του ν. 3904/2011 αντικαταστάθηκε η διάταξη του άρθρου 25 παρ. 1 του ν. 1882/1990 ως εξής: «Οποιος δεν καταβάλλει τα βεβαιωμένα στις δημόσιες οικονομικές υπηρεσίες (Δ.Ο.Υ.) και τα τελωνεία χρέη προς το Δημόσιο, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, τις επιχειρήσεις και τους οργανισμούς του ευρύτερου δημόσιου τομέα για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης: (α) έως ένα έτος, εφόσον το συνολικό χρέος από κάθε αιτία, συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του πίνακα χρεών, που αναφέρεται στην παράγραφο 5, υπερβαίνει το ποσό των πέντε χιλιάδων (5.000) ευρώ, (β) έξι τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α` υπερβαίνει το ποσό των δέκα χιλιάδων (10.000) ευρώ, (γ) ενός τουλάχιστον έτους, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α`, υπερβαίνει το ποσό των πενήντα χιλιάδων (50.000) ευρώ, (δ) τριών τουλάχιστον ετών, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α`, υπερβαίνει το ποσό των εκατόν πενήντα χιλιάδων (150.000) ευρώ. Χρόνος τέλεσης του αδικήματος είναι το χρονικό διάστημα από την παρέλευση των τεσσάρων μηνών μέχρι τη συμπλήρωση χρόνου αντίστοιχου με το 1/3 της κατά περίπτωση προβλεπόμενης προθεσμίας παραγραφής. Η ποινική δίωξη ασκείται ύστερα από αίτηση του προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. ή του Τελωνείου προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών της έδρας τους, που συνοδεύεται υποχρεωτικά από πίνακα χρεών, συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων. Η πράξη μπορεί να κριθεί ατιμώρητη, εάν το ποσό που οφείλεται εξοφληθεί μέχρι την εκδίκαση της υπόθεσης σε οποιονδήποτε βαθμό». Με την ανωτέρω διάταξη τυποποιείται ως έγκλημα η μη καταβολή βεβαιωμένων χρεών προς το Δημόσιο, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου και τις επιχειρήσεις και τους οργανισμούς του ευρύτερου δημόσιου τομέα. Σύμφωνα με τα οριζόμενα από τη διάταξη του άρθρου 25 παρ. 1 εδ. α’ του ν. 1882/1990 για την πλήρωση της αντικειμενικής υπόστασης του εν λόγω εγκλήματος πρέπει να συντρέχουν τα ακόλουθα στοιχεία: (α) ύπαρξη χρέους του φυσικού αυτουργού προς το Δημόσιο, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου ή τις επιχειρήσεις και τους οργανισμούς του ευρύτερου δημόσιου τομέα, (β) βεβαίωση του χρέους από την αρμόδια δημόσια οικονομική υπηρεσία ή τελωνείο και (γ) παρέλευση άπρακτου χρονικού διαστήματος τεσσάρων (4) μηνών από τη βεβαίωση του χρέους, ενώ για την πλήρωση της υποκειμενικής του υπόστασης απαιτείται δόλος οποιουδήποτε βαθμού, έστω και ενδεχόμενος (άρθρα 12, 18 εδ. β`, 26 παρ. 1 εδ. α` και 53 ΠΚ). Το έννομο αγαθό που προστατεύεται από τη διάταξη αυτή είναι η περιουσία του Δημοσίου, υπό την ειδικότερη μορφή της αποφυγής της αύξησης του παθητικού της. Ειδικότερα, η προσβολή του προστατευόμενου εννόμου αγαθού επέρχεται με την παρέλευση του χρονικού διαστήματος των τεσσάρων (4) μηνών από τη βεβαίωση του χρέους, χωρίς να λάβει χώρα η καταβολή αυτού, οπότε και επέρχεται η αύξηση του παθητικού της περιουσίας του Δημοσίου κατά το ποσό της σχετικής οφειλής. Επομένως, το έγκλημα που τυποποιείται από την παραπάνω διάταξη διαμορφώνεται ως στιγμιαίο, δεδομένου ότι η χρονική στιγμή της τυπικής περάτωσής του σύμφωνα με την αντικειμενική του υπόσταση, όπως αυτή περιγράφεται ανωτέρω, δεν μπορεί να παραταθεί κατά τη βούληση του δράστη (βλ. σχ. Μανωλεδάκη, ό.π., σελ. 300επ.), καθώς το αξιόποινο αποτέλεσμα της αύξησης του παθητικού της περιουσίας του Δημοσίου επέρχεται κατά τη στιγμή της παρέλευσης άπρακτης της νόμιμης προθεσμίας προς καταβολή, το γεγονός δε ότι η σχετική οφειλή εξακολουθεί να υφίσταται και κατά το μεταγενέστερο του χρονικού αυτού σημείου διάστημα είναι ποινικά αδιάφορη, καθώς έχει ήδη ολοκληρωθεί η προσβολή του ως άνω προστατευόμενου έννομου αγαθού. Ωστόσο, με τη διάταξη του άρθρου 25 παρ. 1 εδ. β` του ν. 1882/1990, όπως αυτή αντικαταστάθηκε από τη διάταξη του άρθρου 3 παρ. 1 περ. α` του ν. 3943/2011 ορίζεται ότι: «Χρόνος τέλεσης του αδικήματος είναι το χρονικό διάστημα από την παρέλευση των τεσσάρων μηνών μέχρι τη συμπλήρωση χρόνου αντίστοιχου με το 1/3 της κατά περίπτωση προβλεπόμενης προθεσμίας παραγραφής». Με τη διάταξη αυτή το παραπάνω τυποποιούμενο έγκλημα χαρακτηρίζεται από τον ίδιο το νομοθέτη ως διαρκές, ενώ από τη νομοτυπική μορφή του, όπως τα στοιχεία αυτής αναλυτικά εκτίθενται ανωτέρω, προκύπτει ότι πρόκειται για στιγμιαίο έγκλημα. Μάλιστα, η διάταξη αυτή περικλείει σχήμα οξύμωρο, δεδομένου ότι αφενός γίνεται δεκτός ως χρόνος τέλεσης του εγκλήματος το χρονικό σημείο της παρέλευσης των τεσσάρων (4) μηνών από την βεβαίωση του χρέους, προς το οποίο συνδέεται η κατά τη διάταξη του άρθρου 112 ΠΚ έναρξη του χρόνου της παραγραφής του, ενώ αφετέρου ορίζεται κατά τρόπο αυθαίρετο και ανακόλουθο προς τη νομοτυπική μορφή του εγκλήματος ότι ο χρόνος τέλεσης αυτού εκτείνεται μέχρι την παρέλευση χρονικού διαστήματος ίσου προς το ένα τρίτο του χρόνου παραγραφής του, δηλαδή για χρονικό διάστημα είκοσι (20) μηνών. Με το περιεχόμενό της όμως αυτό η εν λόγω διάταξη αντίκειται, σύμφωνα και προς όσα εκτίθενται ανωτέρω (υπό το στοιχείο II) στους ορισμούς της διάταξης του άρθρου 7 παρ. 1 του Συντάγματος, αφενός διότι προκαλεί σύγχυση ως προς τον ορισμό των στοιχείων της νομοτυπικής μορφής του υπό κρίση εγκλήματος, με αποτέλεσμα να μην προσδιορίζεται κατά τρόπο σαφή και κατηγορηματικό ο χρόνος ολοκλήρωσης αυτού και αφετέρου διότι επεκτείνει τον αξιόποινο χαρακτήρα της αξιόποινης συμπεριφοράς του δράστη πέρα από τα στοιχεία της τυποποιούμενης ως έγκλημα πράξης του. Περαιτέρω, από την ιστορικοβουλητική και τη συστηματική ερμηνεία της παραπάνω διάταξης (θέσπιση αυτής μετά την υπογραφή την 03.05.2010 του «Μνημονίου Συνεννόησης» από τον Υπουργό Οικονομικών της Ελληνικής Κυβέρνησης και το Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος, ως εκπροσώπους της Ελληνικής Δημοκρατίας, και από τον Επίτροπο Οικονομικών και Νομισματικών Υποθέσεων, ως εκπρόσωπο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής ενεργούσας για λογαριασμό των κρατών-μελών που μετέχουν στην Οικονομική και Νομισματική Ένωση, και ενόψει των αυξημένων εισπρακτικών αναγκών που αντιμετωπίζει έκτοτε η ελληνική κυβέρνηση και η ένταξη αυτής στο νόμο 3943/2011, με τον οποίο ρυθμίζονται αποκλειστικά φορολογικής φύσης ζητήματα, όπως επίσης και θέματα που άπτονται των ασφαλιστικών ταμείων) προκύπτει ότι η θέσπιση αυτής δεν είχε ως αντικείμενό της τη συμπλήρωση της νομοτυπικής μορφής του εγκλήματος της μη καταβολής χρεών ττρος το Δημόσιο, αλλά κατά κύριο λόγο αποσκοπούσε στην επέκταση της δυνατότητας σύλληψης των κατηγορούμενων για την παραπάνω πράξη προσώπων χωρίς σχετικό ένταλμα των αρμόδιων δικαστικών αρχών, όπως και στην εκδίκαση των σχετικών υποθέσεων κατά την ειδική διαδικασία για τα αυτόφωρα πλημμελήματα. Με την πρωτοβουλία του δηλαδή αυτή ο νομοθέτης επέκτεινε την έννοια του αυτοφώρου για το συγκεκριμένο αδίκημα, χωρίς ωστόσο να συντρέχουν οι προϋποθέσεις που δικαιολογούν την απόδοση του χαρακτηρισμού αυτού, καθώς από τη μία καταλύεται πλέον το στοιχείο της εγγύτητας μεταξύ του χρονικού σημείου της τέλεσης της πράξης και του χρόνου εκδίκασης αυτής και από την άλλη δεν υφίσταται το στοιχείο της ευχερούς και ταχείας συλλογής του σχετικού αποδεικτικού υλικού. Ενόψει των ανωτέρω δύναται με ασφάλεια να εξαχθεί το συμπέρασμα ότι με την εν λόγω διάταξη ο νομοθέτης επιχειρεί να κάμψει την προστασία που παρέχεται στους πολίτες από τις διατάξεις των άρθρων 5 παρ. 1, 6 παρ. 3 και 20 παρ. 1 του Συντάγματος σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 6 παρ. 1, 2 και 3 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου, προκειμένου να ενισχύσει την εισπρακτική ικανότητα του Δημοσίου, επισείοντας σε βάρος των οφειλετών του την απειλή της άμεσης σύλληψής τους και της υπαγωγής τους σε έκτακτου χαρακτήρα ποινική διαδικασία, στην οποία όπως προαναφέρθηκε πλήττονται τα υπερασπιστικά δικαιώματα του κατηγορουμένου. Ωστόσο, η εξυπηρέτηση των εισπρακτικών αναγκών του Δημοσίου σε καμία περίπτωση δεν δικαιολογεί ενόψει της ρύθμισης του άρθρου 25 παρ. 1 του Συντάγματος τον επιχειρούμενο περιορισμό στην προσωπική ασφάλεια και στην παροχή δικαστικής προστασίας, δύναται δε να εξυπηρετηθεί χωρίς την περιστολή των παραπάνω δικαιωμάτων με την λήψη των κατάλληλων διοικητικού χαρακτήρα μέτρων. Κατά συνέπεια ενόψει του ανωτέρω περιεχομένου της η διάταξη του άρθρου 3 παρ. 1 περ. α` του ν. 3943/2011 παραβιάζει τις διατάξεις των άρθρων 5 παρ. 1, 6 παρ. 3, 7 παρ. 1, 20 παρ. 1 και 25 παρ. 1 του Συντάγματος σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 6 παρ. 1, 2 και 3 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου, σύμφωνα προς όσα αναλυτικά εκτίθενται ανωτέρω (υπό τα στοιχεία I και III).

Στην προκειμένη περίπτωση, στις 29-1-2014 κατατέθηκε ενώπιον του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Κατερίνης, η με αριθμό πρωτοκόλλου ........ αίτηση ποινικής δίωξης του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ Κατερίνης (άρθρο 41 ΚΠΔ) κατά του ............ διότι στην Κατερίνη στις 31/8/2012, 29/1/2013, 11512013, 1/1212013,29/6/2013 και την 31/12/2013, ως Διευθύνων Σύμβουλος της εδρεύουσας στην Κατερίνη εταιρείας με την επωνυμία κατέβαλε χρέη προς το Δημόσιο που ήταν βεβαιωμένα στις δημόσιες οικονομικές υπηρεσίες (Δ.Ο.Υ.) για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, το συνολικό δε χρέος από κάθε αιτία, συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του πίνακα χρεών, υπερβαίνει το ποσό των 150.000 ευρώ. Συγκεκριμένα: [...] το συνολικό δε χρέος του από κάθε αιτία, συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του πίνακα χρεών (24/1/2014) ανέρχεται 397.521,29 ευρώ. Ο υπαίτιος συνελήφθη στις 30-1-2014 και σε βάρος του ασκήθηκε ποινική δίωξη για παράβαση του άρθρου 25 παρ. 1 στοιχ. δ-α του ν. 1882/1990, εισήχθη δε η υπόθεση προς εκδίκαση ενώπιον του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Κατερίνης, δικάζοντος κατά την αυτόφωρη διαδικασία, κατά τη συνεδρίαση της 31-1-2014 και μετά από αναβολή για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας συνεδρίαση. Καθόσον, ωστόσο, οι επιμέρους πράξεις τελέστηκαν κατά τις ημερομηνίες που ανωτέρω αναφέρονται και όλες έχουν εκφύγει των πλαισίων του αυτοφώρου, το Δικαστήριο κρίνει, δεκτού γενομένου του αυτοτελούς ισχυρισμού που πρότεινε ο συνήγορος του κατηγορουμένου, ότι η υπό κρίση υπόθεση εσφαλμένα εισήχθη προκειμένου να δικασθεί κατά την αυτόφωρη διαδικασία. Τούτο δε, λόγω της πρόδηλης, κατά τα διαλαμβανόμενα στην προπαρατεθείσα μείζονα σκέψη, αντίθεσης της διάταξης του άρθρου 25 παρ. 1 του ν. 1882/1990 (όπως αυτή αντικαταστάθηκε από τη διάταξη του άρθρου 3 παρ. 1 περ. α του ν. 3943/2011), σύμφωνα με την οποία χρόνος τέλεσης του αδικήματος είναι το χρονικό διάστημα από την παρέλευση των τεσσάρων μηνών μέχρι τη συμπλήρωση χρόνου αντίστοιχου με το 1/3 της κατά περίπτωση προβλεπόμενης προθεσμίας παραγραφής, στις διατάξεις των άρθρων 5 παρ. 1, 6 παρ. 3, 7 παρ. 1, 20 παρ. 1 και 25 παρ. 1 του Συντάγματος σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 6 παρ. 1, 2 και 3 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου, μη συντρεχουσών εν προκειμένω των προϋποθέσεων εφαρμογής των διατάξεων του άρθρου 242 παρ. 1 και 2 Κ.Π.Δ. Πρέπει, συνεπώς, μετά ταύτα να παραπεμφθεί η υπόθεση προκειμένου να εισαχθεί στο ακροατήριο και να δικαστεί κατά την τακτική διαδικασία, ως προσήκει.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Δικάζει με παρόντα τον κατηγορούμενο ................. , κάτοικο Κατερίνης Πιερίας.

Παραπέμπει στην τακτική διαδικασία.

Ορίζει ρητή δικάσιμο την 01-10-2014 και ώρα 09:00`, χωρίς κλήτευση του παρόντα κατηγορουμένου προς τον οποίο γνωστοποιήθηκε η παραπάνω δικάσιμος.

Κρίθηκε, αποφασίστηκε και δημοσιεύτηκε στο ακροατήριο.

Κατερίνη 03 - 02 - 2014

Η Προεδρεύουσα Πλημμελειοδίκης Η Γραμματέας

Ρ.Κ.