Τετάρτη, 2 Δεκεμβρίου 2009

Από το μύθο της ομοιογένειας στη συμμετοχική δημοκρατία

Αναδημοσίευση από εφημερίδα "Ελευθεροτυπία" (02/12/09)
Από τον μύθο της «ομοιογένειας» στη συμμετοχική δημοκρατία
Του ΜΙΛΤΟΥ ΠΑΥΛΟΥ*
Το κύριο επιχείρημα όσων κινδυνολογούν επισείοντας απειλές «αλλοίωσης» του πληθυσμού από την ευχερέστερη απόδοση ιθαγένειας στα παιδιά των μεταναστών και τους γονείς τους είναι ότι απειλείται η εθνική «ομοιογένεια». Αυτό το επιχείρημα αγνοεί ότι η Ελλάδα, όπως και κάθε σύγχρονο έθνος-κράτος, έχει ιδρυθεί, μετασχηματιστεί και εξελιχθεί μέσα από συγκλίσεις διαφορετικών τοπικών και περιφερειακών πολιτισμικών ταυτοτήτων και ότι ο καθένας μας κουβαλάει έναν πλούτο από εντελώς διαφορετικές εθνοτικές, συνειδησιακές και κοινωνικές ταυτότητες. Επίσης αποκρύπτει ότι η επίκληση μιας υποτιθέμενης ενιαίας και μονολιθικής «εθνοθρησκευτικής ομοιογένειας», και μάλιστα μέσα από δεσμούς αίματος που παραμένουν ευδιάκριτοι ως ευθεία γραμμή ανά τους αιώνες, δεν είναι παρά ένας μύθος, που αποτέλεσε πάντα εργαλείο αποκλεισμού και διακρίσεων, με δυσμενείς συνέπειες για το συλλογικό συμφέρον και όχι μόνο για τα άμεσα και ορατά του θύματα. Αν ο μύθος αυτός ευσταθούσε, τότε η μοναδικότητα αυτής της γωνιάς της υφηλίου θα συγκέντρωνε το έκπληκτο ενδιαφέρον γενετιστών και μελετητών του DNA.
Αντιθέτως, σε κάθε ιστορική περίοδο οι κάτοικοι της επικράτειας αναγνώρισαν εαυτούς γύρω από ένα σύνολο κοινών πεποιθήσεων και, συχνά θρησκευτικής και πολιτιστικής, συνείδησης. Ετσι σε κάθε εποχή, το «δίκαιο του αίματος» και η ιθαγένεια με βάση ένα κοινό «γένος» δεν είναι παρά «δίκαιο του εδάφους» (πολίτες=κάτοικοι) που στη διαδικασία αναγνώρισης και οικοδόμησης μιας κοινής εθνικής και πολιτισμικής ταυτότητας μετατρέπεται σε δίκαιο του αίματος (πολίτες=κάτοικοι με κοινή «καταγωγή» και «θρησκεία»). Συχνά αυτή η ταυτότητα καθοριζόταν σε σχέση με τους άλλους και στο πλαίσιο συγκρούσεων και πολέμων. Σήμερα, όπου τουλάχιστον σε αυτή την ήπειρο οι θρησκευτικοί πόλεμοι είναι απίθανοι, οι κάτοικοι της χώρας που επιθυμούν να ενταχθούν παραγωγικά σε μια πολιτική ενότητα και συλλογικότητα μπορούν να αναγνωριστούν γύρω από συνταγματικές αξίες της αξιοπρέπειας, της πλήρους πολιτικής και κοινωνικής συμμετοχής, τις ελευθερίες, τα δικαιώματα και το στόχο της κοινωνικής ισότητας, σε ένα δημοκρατικό κράτος δικαίου.
Τι ισχύει στην Ε.Ε. Αν δούμε πώς οι υπόλοιπες ευρωπαϊκές χώρες έχουν αναπτύξει τις πολιτικές της ιθαγένειας θα διαπιστώσουμε ότι σχεδόν όλες τους έχουν προβλέψει μια λιγότερο ή περισσότερο ευνοϊκή πρόσβαση της δεύτερης γενιάς μεταναστών στην ιθαγένεια. Η πλειοψηφία τους (2 στις 3 ευρωπαϊκές χώρες) παραχωρεί την ιθαγένεια σε όσους γεννήθηκαν στη χώρα είτε αυτόματα με τη γέννηση (25%) είτε έπειτα από 3 έτη (22%) ή 5 έτη (19%). Η Ελλάδα είναι πλέον η μόνη χώρα που δεν προβλέπει κάποια ειδική ρύθμιση για τους μετανάστες δεύτερης γενιάς για πρόσβαση στη δυνατότητα να γίνουν Ελληνες πολίτες πριν από τους γονείς τους. Ακόμα και οι υπόλοιπες χώρες με αυστηρές προϋποθέσεις (Αυστρία, Ιταλία, Κύπρος), προβλέπουν ευνοϊκότερους όρους πρόσβασης στη μακρά διαμονή και ειδικές ρυθμίσεις για τη δεύτερη γενιά). Αντίστοιχα, ένας μεγάλος αριθμός ευρωπαϊκών χωρών (11: 41%) χορηγεί στην 1η γενιά μεταναστών την ιθαγένεια σε λιγότερα από 5-6 χρόνια και 14 χώρες σε 8-10 χρόνια.
* Οταν εφαρμοστεί η πρόσφατη διακήρυξη του πρωθυπουργού κ. Παπανδρέου δεν πρόκειται να συμβεί κάτι το συνταρακτικό, αλλά απλώς η Ελλάδα θα εναρμονίσει τις πολιτικές τής ιθαγένειας κάπου κοντά στον μέσο όρο της Ευρωπαϊκής Ενωσης στην εποχή της νέας μετανάστευσης. Ωστόσο, ακόμα και αν παραχωρηθεί η ιθαγένεια, αυτή θα παραμείνει νεκρό γράμμα εάν δεν συνοδεύεται από την αποτελεσματική εφαρμογή της νομοθεσίας κατά των διακρίσεων και από συμμετοχικές δομές, αντάξιες σε μια δυναμική και αναπτυσσόμενη ελληνική κοινωνία. Γι' αυτό χρειάζεται χορήγηση του καθεστώτος μακράς διαμονής στους εκατοντάδες χιλιάδες διαμένοντες πάνω από πέντε και δέκα χρόνια στην Ελλάδα -συμπεριλαμβανομένης της λεγόμενης «μιάμισης» γενιάς- το δικαίωμα του εκλέγειν και εκλέγεσθαι στις δημοτικές εκλογές, και η ενίσχυση και συμμετοχή των οργανώσεων μεταναστών σε έναν πραγματικά δημοκρατικό δημόσιο εθνικό διάλογο για τη μετανάστευση. Υστερα από χρόνια ξενοφοβικής μεταναστευτικής πολιτικής η Ελλάδα συγκαταλέγεται στη μικρή μειοψηφία των χωρών της Ευρωπαϊκής Ενωσης που εμποδίζουν τη συμμετοχή όλων των μεταναστών στη δημόσια ζωή. Στις μισές ευρωπαϊκές χώρες οι μετανάστες ψηφίζουν, ενώ στο 18% ψηφίζουν, αλλά και εκλέγονται στις τοπικές εκλογές. Αυτό αποτελεί ένα σοβαρό δημοκρατικό έλλειμμα, κυρίως για τις χώρες εκείνες στις οποίες οι μετανάστες αποτελούν ένα σημαντικό κομμάτι του εργατικού δυναμικού, της χειρωνακτικής εργασίας και των υπηρεσιών. Με άλλα λόγια, όταν εκατοντάδες χιλιάδες ή εκατομμύρια ζουν και εργάζονται σε μια χώρα αλλά δεν έχουν λόγο στη διαχείριση των κοινών και σε αποφάσεις που τους αφορούν, τότε υπάρχει πρόβλημα. Η δημοκρατική συμβίωση απειλείται από την εκμετάλλευση ενός εργατικού δυναμικού χωρίς πολιτικά δικαιώματα -αλλά και υποχρεώσεις- και οι κοινωνικές εντάσεις καραδοκούν ως νομοτελειακή συνέπεια. Το πρόβλημα είναι ακόμη μεγαλύτερο στις χώρες εκείνες όπου ούτε η ιθαγένεια χορηγείται εύκολα στους μετανάστες 1ης γενιάς. Με εξαίρεση την Τσεχία και την Πολωνία, που έχουν ανάλογα αρνητικές πολιτικές ιθαγένειας και πολιτικής συμμετοχής αλλά δεν φιλοξενούν σημαντικούς αριθμούς μεταναστών, όλες οι υπόλοιπες χώρες σε ένα από τα δύο πεδία (ιθαγένειας ή εκλέγειν-εκλέγεσθαι σε τοπικές εκλογές) παρέχουν δικαιώματα είτε πολιτικής συμμετοχής, είτε πρόσβασης στην ιθαγένεια. Μόνον η Ελλάδα και η Κύπρος είναι απόλυτα αρνητικές, αδικαιολόγητα ως προς το βαθμό παραγωγικής συμμετοχής του μεταναστευτικού δυναμικού στην οικονομία και κοινωνία τους.
* Οταν παραχωρηθεί το δικαίωμα ψήφου στους μετανάστες μακροχρόνιας διαμονής στην Ελλάδα, η Ελλάδα απλώς θα ενταχθεί στην πλειοψηφία των δημοκρατικών χωρών της Ευρωπαϊκής Ενωσης όπου οι μετανάστες ψηφίζουν ή ακόμα και εκλέγονται στις δημοτικές εκλογές. Οι οργανώσεις μεταναστών Το πρόβλημα της Ελλάδας που ανέδειξε η έρευνα για την ένταξη των μεταναστών είναι ότι οι πολιτικές της για τη μετανάστευση δεν περιέχουν την παραμικρή διέξοδο για δημοκρατική συμμετοχή και για δικαιώματα στους μετανάστες παρά την πολυετή παραγωγική τους συμβολή στην κοινωνία και την οικονομία. Χώρες με κλειστές πολιτικές ιθαγένειας για την 1η γενιά παρέχουν ευνοϊκότερους για τη 2η γενιά ή δίνουν τη δυνατότητα ψήφου στις τοπικές εκλογές ή για συμμετοχή σε δημόσια διαβούλευση για θέματα που τους αφορούν (μεταναστευτική πολιτική). Αντίθετα, ακόμη και στον τελευταίο αυτό τομέα η Ελλάδα συγκαταλέγεται ανάμεσα στη μειοψηφία των χωρών που δεν «ακούν» θεσμικά τούς μετανάστες, αλλά και δεν χρηματοδοτούν τις οργανώσεις τους.
* Οταν οι οργανώσεις μεταναστών και των δικαιωμάτων τους κληθούν να συμμετάσχουν στην κατ' όνομα Επιτροπή Κοινωνικής Ενταξης (Αποκλεισμού;) των Μεταναστών, από την οποία σήμερα αποκλείονται σκανδαλωδώς, χρηματοδοτώντας τις κυριότερες εξ αυτών, τότε η Ελλάδα απλώς θα πράξει το αυτονόητο, όπως και η μεγάλη πλειοψηφία των χωρών της Ε.Ε., στοχεύοντας στη δημόσια νομιμοποίηση των πολιτικών και στην κοινωνική συνοχή και δικαιοσύνη. Νέες ρεαλιστικές και γενναίες πολιτικές ιθαγένειας και πολιτικής δημοκρατικής συμμετοχής των μεταναστών, τόσο με το δικαίωμα του εκλέγειν και εκλέγεσθαι όσο και με την πλήρη και ισότιμη συμμετοχή στη δημόσια ζωή και διαβούλευση για τα κοινά αγαθά και τους νόμους, δεν είναι παρά μια επιτακτικά αναγκαία ρήξη με φοβικές και ανιστόρητες μεταναστευτικές πολιτικές. Γιατί σε μια ραγδαία εξελισσόμενη και γόνιμη κοινωνία και νέα γενιά αξίζει ένα κράτος που εκτιμά και στηρίζεται στους ανθρώπινους πόρους της και δεν φοβάται να ξαναφανταστεί την πολιτική της συγκρότηση.

Πηγή στατιστικών στοιχείων : Migrant Integration Policy Index, www.integrationindex.eu Ελληνική Ενωση για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου www.hlhr.gr
* Διευθυντής του Εθνικού Παρατηρητηρίου του Ρατσισμού και της Ξενοφοβίας ΕΝΩΣΗ-ΚΕΜΟ/i-RED

Σάββατο, 21 Νοεμβρίου 2009

OXI ΠΑΡΑΠΑΝΩ ΑΡΜΟΔΙΟΤΗΤΕΣ ΣΤΗΝ ΑΣΤΥΝΟΜΙΑ ΓΙΑ ΤΟ ΠΟΛΙΤΙΚΟ ΑΣΥΛΟ

Ότι αφορά στην ετερότητα οφείλει να αποαστυνομικοποιηθεί!
Δε χρειάζεται αναβολές κι επιτροπές αυτή τη στιγμή –και μάλιστα υπό την αιγίδα του Υπ.Πρ.Πολ.- η απαράδεκτη κατάσταση που έχει δημιουργηθεί γύρω από το Άσυλο στην Ελλάδα. Δε νοείται ο φορέας που διώκει την άτυπη μετανάστευση, που θεσμικά είναι επιφορτισμένος με τη δίωξη και την καταστολή της, να αναλαμβάνει «αυτοβούλως» ή, όπως αναφέρθηκε, «επειδή τα αρμόδια Υπουργεία έχουν αμελήσει να το κάνουν» τη σύσταση επιτροπών εμπειρογνωμόνων, την υποδοχή και φιλοξενία των αιτούντων, την εξέταση των αιτημάτων Ασύλου και την απόδοση Ασύλου (με ποιαν ειδική κατάρτιση;) «σε όσους πραγματικά το δικαιούνται». Είναι σαν να αναλαμβάνει την προστασία του περιβάλλοντος το Υπουργείο που «επιμελείται» τη βιομηχανική ανάπτυξη, επειδή το Υπουργείο Περιβάλλοντος δεν το πράττει. Η νομική υπηρεσία του τέως Υπ. Δημ. Τάξης μπορεί αμέσως να ενεργοποιηθεί στη σωστή κατεύθυνση. Αυτό που πράγματι μπορεί να αλλάξει –και μάλιστα άμεσα- τα πράγματα σχετικά με το Άσυλο είναι η κατάργηση του π.δ. 81/09 και η εναρμόνιση των υπόλοιπων τεσσάρων π.δ., τα οποία, σημειωτέον, εκδόθηκαν μετά την εκπνοή των σχετικών προθεσμιών ενσωμάτωσης και σε μεγάλο βαθμό αποκλίνουν ανεπίτρεπτα από το κείμενο των σχετικών κοινοτικών ρυθμίσεων.
Διαβούλευση με τους ενδιαφερόμενους (και μάλιστα με τους ίδιους τους αιτούντες άσυλο - πολιτικούς πρόσφυγες, καθώς και «συμμετοχική παρατήρηση» των μελών των παραπάνω σχεδιαζόμενων «επιτροπών» στις κοινότητές τους και στην οδό Πέτρου Ράλλη αριθ.24 τα Παρασκευοσαββατόβραδα) είναι πάνω από θεμιτή. Δεν μπορεί, όμως, να αποτελέσει λόγο αναβολής της άμεσης «θεραπείας» που χρειάζεται η έννομη τάξη μας από τις τοξικές παραβάσεις της κοινοτικής νομοθεσίας, όπως εκφράζονται μέσα από τα πέντε Προεδρικά Διατάγματα για το Άσυλο (220/07, 90,96 και 167/08 και 81/09).
Εκτιμούμε ότι αφού υπάρχει καλή πρόθεση του Υπουργού, θα δοθεί η σχετική εντολή στην -ήδη υφιστάμενη, άλλωστε- νομική υπηρεσία και μέσα σε μια –το πολύ- εβδομάδα το π.δ.81/09 θα έχει καταργηθεί και τα προηγούμενα 4 π.δ. θα έχουν εναρμονιστεί με το κοινοτικό Δίκαιο, θέτοντας τέλος στην έκθεση της χώρας μας, στην παραπομπή της στο ΔΕΚ και στις πολλές και καθημερινές τραγωδίες που βιώνουν οι αιτούντες, σε εφαρμογή των παραπάνω Προεδρικών Διαταγμάτων.
Τέλος, με αφορμή το γεγονός της υπερτριακονθήμερης απεργίας πείνας των προ τριετίας αναγνωρισμένων –εσαεί- από την Ύπατη Αρμοστεία του ΟΗΕ (κεντρικά Γενεύης) πολιτικών προσφύγων, οι οποίοι επώνυμα διέφυγαν από στρατόπεδο συγκέντρωσης και υπέβαλαν κατόπιν Αίτημα Ασύλου στη χώρα μας για τη σχετική τους ΑΥΤΟΝΟΗΤΗ αναγνώριση, θα προτείναμε, προτού εξακολουθήσει το όποιο καύχημα του ΥΠΠολ, περί ευαισθησίας στο θέμα των προσφύγων, να ικανοποιήσει το δίκαιο αίτημά τους. Δεδομένου ότι πρόκειται για κραυγαλέες περιπτώσεις αμιγώς πολιτικών προσφύγων, η αντιμετώπισή του θα είναι ενδεικτική των προθέσεων της Κυβέρνησης για το προσφυγικό ζήτημα.

Δευτέρα, 9 Νοεμβρίου 2009

ΕΠΕΚΤΑΣΗ ΤΗΣ ΑΝΤΙΡΑΤΣΙΣΤΙΚΗΣ ΝΟΜΟΘΕΣΙΑΣ ΣΤΑ ΛΟΑΤ ΑΤΟΜΑ

Αναδημοσίευση από τον e-lawyer (http://elawyer.blogspot.com), 9/11/2009
Αριστερά βλέπουμε ένα σημερινό πρωτοσέλιδο που συνοψίζει την είδηση στην διατύπωση "η πανούργα τρανσέξουαλ κατέστρεψε το παιδί μας". Τι καταλαβαίνουμε από αυτό; H είδηση λοιπόν είναι ότι η "δράστης" είναι τρανσέξουαλ - αλλιώς δεν θα απασχολούσε ούτε καν την Espresso. Διότι δεν έχουμε δει βεβαίως πρωτοσέλιδο "ετεροφυλόφιλος δολοφόνος σκότωσε τρανσέξουαλ".
Προ μηνών ένας κρατικός λειτουργός, ο Μητροπολίτης Πειραιώς δήλωσε: "Οι συζητήσεις που γίνονται για σύμφωνο συμβίωσης ομοφυλοφίλων και άλλων τέτοιων ψυχοπαθολογικών καταστάσεων νομίζω ότι είναι τόσο παρανοϊκές που μόνο άνθρωποι που στερούνται τον κοινό νου μπορούν να τα εισηγούνται και να τα σκέπτονται. Το εξομοιώνω με το να έρθει η πολιτεία και να περιβάλει με νομικό κύρος κάθε ψυχοσωματική και ψυχοπαθολογική εκτροπή. Με αυτό το σκεπτικό θα μπορούσαν να ζητήσουν τη νομιμοποίηση του σαδομαζοχισμού, της ουρολαγνείας, της κοπρολαγνείας, της παιδοφιλίας, της νεκροφιλίας και δεν ξέρω ποιας άλλης ανισορροπίας και ψυχασθένειας, η οποία δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή".
Θα μπορούσε κάποιος να απαντήσει ότι η δήλωση αυτή είναι επιστημονικά ατεκμηρίωτη, επειδή η ομοφυλοφιλία δεν αποτελεί ψυχοπαθολογική κατάσταση και έχει αφαιρεθεί εδώ και δεκαετίες από αυτή την ταξινόμηση της ιατρικής επιστήμης. Αλλά δεν το έκανε κανείς. Υπήρξε η δικαιολογημένα οργισμένη απάντηση από τον Λύο Καλοβυρνά, στην οποία ο Μητροπολίτης αντέδρασε με αγωγή προσβολής προσωπικότητας, η οποία εκδικάζεται εντός ολίγων ημερών. Διακινδυνεύνοτας μια πρόβλεψη, νομίζω ότι Καλοβυρνάς θα κερδίσει τη δίκη, επειδή βρισκόταν σε δικαιολογημένη αγανάκτηση που ακολούθησε την ιδιαίτερα σκληρή δήλωση του Μητροπολίτη. Η δικαιολογημένη αγανάκτηση αποτελεί λόγο νόμιμης ατιμωρησίας σε περιπτώσεις εξύβρισης. [Όπως περίπου και η νόμιμη άμυνα]. Εκτός αν θεωρηθεί ότι η οργισμένη απάντηση στον Μητροπολίτη δεν αποτελούσε "άμυνα", επειδή ο Μητροπολίτης δεν επιτέθηκε προσωπικά εναντίον του Καλοβυρνά, αλλά εναντίον γενικά των ομοφυλόφιλων. Οπότε εδώ ακριβώς αρχίζει η συζήτηση για την επέκταση της αντιρατσιστικής νομοθεσίας στα ΛΟΑΤ πρόσωπα. Διότι η επέκταση της αντιρατσιστικής νομοθεσίας θα προσέφερε ασφάλεια δικαίου σε μια υπόθεση όπως αυτή: δεν θα αναζητούσαμε το αν ο Λύο υπέστη επίθεση ως μη κατονομαζόμενο μέλος μιας ομάδας, επειδή θα το έλεγε ξεκάθαρα ο νόμος.
Υπάρχουν πολλοί που σπεύδουν να θεωρήσουν τον Μητροπολίτη Πειραιώς ως ομιλητή ενός συγκεκριμένου ποιμνίου, στο οποίο έχει κάθε δικαίωμα να απευθύνεται χρησιμοποιώντας όποιους χαρακτηρισμούς θέλει. Αυτό θα ίσχυε, εν μέρει, εάν ο μητροπολίτης Πειραιώς δεν ήταν ταυτόχρονα και δημόσιος λειτουργός: το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου έχει νομολογήσει ότι οι δημόσιοι λειτουργοί όταν ασκούν την ελευθερία της έκφρασης έχουν καθήκον να αποφεύγουν δηλώσεις που μπορεί να οδηγήσουν τους υφισταμένους τους ή τους αποδέκτες των κηρυγμάτων τους σε πράξεις που οδηγούν σε αθέμιτες διακρίσεις. Στην υπόθεση Μπατσκόφσκι, το ΕΔΔΑ καταδίκασε την Πολωνία επειδή ο δήμαρχος έκανε ορισμένες ομοφοβικές δηλώσεις που είχαν σαν αποτέλεσμα οι δημοτικοί υπάλληλοι να απαγορεύσουν το gay pride. Διότι η ελευθερία της έκφρασης, εκτός από ανθρώπινο δικαίωμα, όταν ασκείται από κρατικούς λειτουργούς, συνιστά μορφή ενάσκησης δημόσιας εξουσίας. Και η δημόσια εξουσία δεν μπορεί να είναι απόλυτη, ανέλεγκτη ή απεριόριστη, γιατί κάτι τέτοιο δεν είναι αποδεκτό σε μια δημοκρατική κοινωνία. Απεριόριστη εξουσία = ολοκληρωτισμός.
Αλλά ακόμη κι αν δεν ήταν δημόσιος λειτουργός, η μεγάλη προβολή που είχε η συγκεκριμένη δήλωση του εν λόγω προσώπου, έχει ως αποτέλεσμα την εξουσιαστική καλλιέργεια μίσους ενάντια στον διαφορετικό σεξουαλικό προσανατολισμό. Θα μπορούσε να πει κανείς ότι το μίσος δεν αποτελεί από μόνο του εγκληματική πράξη. Υπάρχουν σήμερα νέοι οι οποίοι αυτοκτονούν επειδή είναι ΛΟΑΤ ακριβώς λόγω του κλιματος που συντηρείται κυριαρχικά με τέτοιες δηλώσεις. Υπάρχουν κι άλλοι οι οποίοι βιαιοπραγούν εναντίον ΛΟΑΤ, παίρνοντας θάρρος από δηλώσεις όπως αυτές. Yπάρχουν τρανσέξουαλ στην σύγχρονη Ελλάδα που πεθαίνουν από ασιτία, επειδή κανένας θεσμός και κανένας άνθρωπος δεν θα περιθάλψει έναν ηλικιωμένο που ανήκει σε αυτή την κατηγορία. Διότι αυτές οι κατηγορίες ανθρώπων υπάρχουν στην πράξη (και στον νόμο) όσο κι αν θέλουμε να πιστεύουμε ότι όλοι είμαστε ίσοι. Υπάρχουν πολλοί -πάρα πολλοί- που ξεκινούν από το -1 όσον αφορά τον σεβασμό τους ως ανθρώπων. Αυτή την παραδοχή ορισμένοι την θεωρούν ρατσιστική. Όπως η Κατερίνα Παπακώστα που είπε το καλοκαίρι στη Βουλή ότι είναι ρατσιστικό να επεκταθεί και στα ομόφυλα ζευγάρια το δικαίωμα σύναψης συμφώνου συμβίωσης επειδή δήθεν έτσι εισάγουμε διακριτική μεταχείριση! Δηλαδή ο νόμος που έρχεται να άρει μια διάκριση, αναγνωρίζοντας βέβαια ότι αυτή υφίσταται στην πράξη, θεωρείται ρατσιστικός! Πρόκειται για μια ψευτοφιλελεύθερη ρητορική ("δεν χρειαζόμαστε ειδική νομοθεσία αφού κατά το Σύνταγμα όλοι έχουμε τα ίδια δικαιώματα") η οποία δεν έχει καμία σχέση με την πραγματικότητα - και καμία σχέση με την νομική επιστήμη.
Ας δούμε τι λέει η Έκθεση του Οργανισμού Θεμελιωδών Ελευθεριών της ΕΕ για την ομοφοβία στην Ελλάδα:
"Toυλάχιστον 6 παράγοντες μπορούν να επισημανθούν:
α) ο κυρίαρχος ρόλος της Ελληνικής Ορθόδοξης Εκκλησίας στην Ελληνική κοινωνία και η καθαρά ομοφοβική στάση της
β) η macho και ομοφοβική συμπεριφορά της μεγάλης πλειοψηφίας των πολιτικών
γ) η αρνητική παρουσίαση από τα μέσα ενημέρωσης
δ) ο ρόλος της αστυνομίας
ε) η απουσία σεξουαλικής διαπαιδαγώγησης στα σχολεία και
στ) η άρνηση όλων των κυβερνήσεων στα αιτήματα των ΛΟΑΤ για σχετική νομοθεσία"
Από αυτά, τα (α), (β) και (γ) εκδηλώνονται μέσα από τον λόγο μίσους που καλλιεργείται από την Εκκλησία και τα κηρύγματα των λειτουργών τους, από τους πολιτικούς με τις ομιλίες τους, από τα μέσα ενημέρωσης με τα αρνητικά στερεότυπα και τις καρικατούρες.
Η σεξουαλική διαπαιδαγώγηση (ε) είναι θέμα του Υπουργείου Παιδείας και δεν μπορεί να επηρεάσει την υπόλοιπη κοινωνία, ο ρόλος της αστυνομίας (δ) είναι ένα ζήτημα εκπαίδευσης των αστυνομικών αλλά και επιβολής πειθαρχικών μέτρων σε ομοφοβικές συμπεριφορές και η νομοθεσία (στ) είναι ένα γενικότερο θέμα που διατρέχει όλα τα παραπάνω.
Στην ίδια Έκθεση [σελ. 22] επισημαίνεται ότι ο αντιρατσιστικός νόμος 927/1979 δεν περιλαμβάνει ως ποινικό αδίκημα την προσβολή της τιμής προσώπου ή ομάδας λόγω του σεξουαλικού του προσανατολισμού ή της ταυτότητας φύλου του. Επίσης αναφέρεται ότι τα κηρύγματα μίσους δεν καταλαμβάνονται από το Ν.3304/2005 (ο οποίος περιορίζεται στην παρενόχληση σε συγκεκριμένα πεδία όπως η εργασία), αλλά και ότι η ομοφοβία δεν αποτελεί επιβαρυντικό παράγοντα στα αδικήματα του ποινικού κώδικα (κάτι το οποίο άλλαξε τον επόμενο χρόνο -η Έκθεση είναι του 2007- με την προσθήκη ως επιβαρυντικής περίστασης το μίσος λόγω διαφορετικού γενετήσιο προσανατολισμού του θύματος στο άρθρο 79 του Ποινικού Κώδικα).
Υπάρχει μόνο το προεδρικό διάταγμα 77/2003, το οποίο περιλαμβάνει κανόνες για τις ενημερωτικές ραδιοτηλεοπτικές εκπομπές και στο οποίο περιλαμβάνεται σχετική απαγόρευση:
Άρθρο 4
Δυσμενείς διακρίσεις
1. Δεν επιτρέπεται η παρουσίαση προσώπων με τρόπο ο οποίος, υπό τις συγκεκριμένες συνθήκες, μπορεί να ενθαρρύνει, τον εξευτελισμό, την κοινωνική απομόνωση ή τις δυσμενείς διακρίσεις σε βάρος τους από μέρος του κοινού βάσει ιδίως του φύλου, της φυλής, της εθνικότητας, της γλώσσας, της θρησκείας, της ιδεολογίας, της ηλικίας, της ασθένειας ή αναπηρίας, του γενετήσιου
προσανατολισμού ή του επαγγέλματος.
2. Δεν επιτρέπεται η προβολή μειωτικών, ρατσιστικών, ξενοφοβικών ή σεξιστικών μηνυμάτων και χαρακτηρισμών καθώς και μισαλλόδοξων θέσεων και γενικά δεν πρέπει να θίγονται εθνοτικές και θρησκευτικές μειονότητες και άλλες ευάλωτες ή ανίσχυρες πληθυσμιακές ομάδες.
Ωστόσο, οι απαγορεύσεις που περιέχονται σε αυτό το προεδρικό διάταγμα οδηγούν μόνο σε κυρώσεις του Εθνικού Συμβουλίου Ραδιοτηλεόρασης και αφορούν μόνο τις ενημερωτικές ραδιοτηλεοπτικές εκπομπές. Δεν οδηγούν σε ποινικές κυρώσεις από τα Δικαστήρια (ώστε να μπορεί κάποιος να τις επικαλεστεί ο ίδιος ενώπιον τις Δικαιοσύνης) και δεν αφορούν άλλου είδους μέσα ενημέρωσης, όπως λ.χ. τις εφημερίδες, τα περιοδικά και κάθε μεμονωμένο πολιτικό ή δημόσιο λειτουργό ή δημοσιογράφο που μπορεί να προβεί σε μια ομοφοβική δήλωση.
Αναπτύσσεται ο αντίλογος μήπως η ποινικοποίηση του ομοφοβικού λόγου προσκρούει στην ελευθερία της έκφρασης. Ωστόσο, η ελευθερία της έκφρασης αποτελεί ένα οικουμενικό, καθολικό, ανθρώπινο δικαίωμα, το οποίο δεν κατοχυρώνεται όμως ως "ανεπιφύλακτο", δηλαδή απόλυτο (χωρίς περιορισμούς). Το Διεθνές Σύμφωνο για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα προβλέπει ότι η ελευθερία της έκφρασης συνεπάγεται "ειδικά καθήκοντα και ευθύνες" και επιδέχεται νομοθετικούς περιορισμούς για τον σεβασμό της "υπόληψης των άλλων".
Άρθρο 19
1. Κανείς δεν πρέπει να υπόκειται σε διακριτική μεταχείριση και να παρενοχλείται για τις απόψεις του.
2. Κάθε πρόσωπο έχει δικαίωμα στην ελευθερία της έκφρασης. Το δικαίωμα αυτό περιλαμβάνει την ελευθερία της αναζήτησης, της λήψης και της μετάδοσης πληροφοριών και απόψεων κάθε είδους, ανεξαρτήτως συνόρων, προφορικά, γραπτά, σε έντυπα, σε κάθε μορφή τέχνης ή με κάθε άλλο μέσο της επιλογής του.
3. Η άσκηση των δικαιωμάτων, που προβλέπονται στην παράγραφο 2 του άρθρου αυτού, συνεπάγεται ειδικά καθήκοντα και ευθύνες. Μπορεί, επομένως, να υπόκειται σε ορισμένους περιορισμούς, οι οποίοι όμως πρέπει να προβλέπονται με σαφήνεια από το νόμο και να είναι απαραίτητοι:
α. Για το σεβασμό των δικαιωμάτων ή της υπόληψης των άλλων.
β. Για την προστασία της εθνικής ασφάλειας, της δημόσιας τάξης, της δημόσιας υγείας ή των χρηστών ηθών.
Όμοια και η Ευρωπαϊκή Σύμβαση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου:
’Αρθρo 10 - Ελευθερία έκφρασης
1. Παv πρόσωπov έχει δικαίωµα εις τηv ελευθερίαv εκφράσεως. Τo δικαίωµα τoύτo περιλαµβάvει τηv ελευθερίαv γvώµης ως και τηv ελευθερίαv λήψεως ή µεταδόσεως πληρoφoριώv ή ιδεώv, άvευ επεµβάσεως δηµoσίωv αρχώv και ασχέτως συvόρωv. Τo παρόv άρθρov δεv κωλύει τα Κράτη από τoυ vα υπoβάλωσι τας επιχειρήσεις ραδιoφωvίας, κιvηµατoγράφoυ ή τηλεoράσεως εις καvovισµoύςεκδόσεως αδειώv λειτoυργίας.
2. Η άσκησις τωv ελευθεριώv τoύτωv, συvεπαγoµέvωv καθήκovτα και ευθύvας δύvαται vα υπαχθή εις ωρισµέvας διατυπώσεις, όρoυς, περιoρισµoύς ή κυρώσεις, πρoβλεπoµέvoυς υπό τoυ vόµoυ και απoτελoύvτας αvαγκαία µέτρα εv δηµoκρατική κoιvωvία δια τηv εθvικήv ασφάλειαv, τηv εδαφικήv ακεραιότηταv ή δηµoσίαv ασφάλειαv, τηv πρoάσπισιv της τάξεως και πρόληψιv τoυ εγκλήµατoς, τηv πρoστασίαv της υπoλήψεως ή τωv δικαιωµάτωv τωv τρίτωv, τηv παρεµπόδισιv της κoιvoλoγήσεως εµπιστευτικώv πληρonoριώv ή τηv διασφάλσισιv τoυ κύρoυς και αµερoληψίας της δικαστικής εξoυσίας.
Ας δούμε και το Ελληνικό Σύνταγμα:
Άρθρο 5Α, δικαίωμα πληροφόρησης
Καθένας έχει δικαίωμα στην πληροφόρηση, όπως νόμος ορίζει. Περιορισμοί στο δικαίωμα αυτό είναι δυνατόν να επιβληθούν με νόμο μόνο εφόσον είναι απολύτως αναγκαίοι και δικαιολογούνται για λόγους εθνικής ασφάλειας, καταπολέμησης του εγκλήματος ή προστασίας δικαιωμάτων και συμφερόντων τρίτων. [...]
Άρθρο 14, ελευθερία του τύπου
1. Kαθένας μπορεί να εκφράζει και να διαδίδει προφορικά, γραπτά και δια του τύπου τους στοχασμούς του τηρώντας τους νόμους του Kράτους. [...]
Άρθρο 25, περιορισμοί
[...] Oι κάθε είδους περιορισμοί που μπορούν κατά το Σύνταγμα να επιβληθούν στα δικαιώματα αυτά πρέπει να προβλέπονται είτε απευθείας από το Σύνταγμα είτε από το νόμο, εφόσον υπάρχει επιφύλαξη υπέρ αυτού και να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας. [...]
Η ποινικοποίηση της ομοφοβικής ρητορικής αποτελεί λοιπόν έναν περιορισμό της ελευθερίας της έκφρασης, ο οποίος είναι αποδεκτός από το διεθνές και το συνταγματικό δίκαιο, επειδή κατατείνει στην προστασία άλλων ανθρώπινων δικαιωμάτων, όπως το δικαίωμα σεβασμού του σεξουαλικού προσανατολισμού και της ταυτότητας φύλου.
Οι εξουσίες που χρησιμοποιούν την ελευθερία της έκφρασης (εκκλησία, πολιτικοί, media) και οι οποίες βρίσκονται προφανώς σε πλεονεκτική θέση έναντι των ίδιων των ατόμων, όσον αφορά την πραγματική τους ισχύ και την επιβολή τους στην κοινωνία, δεν νομιμοποιούνται λοιπόν να παραβιάζουν τα ανθρώπινα δικαιώματα στο όνομα του δικού τους "δικαιώματος έκφρασης". Η νομοθεσία που περιορίζει τις εξουσίες από την ασυδοσία τους επί των ατόμων είναι η πραγματικά φιλελεύθερη νομοθεσία, γιατί απελευθερώνει το άτομο από τα δεσμά που του επιβάλλονται από τα πάνω και του δίνει το μέσο να αντιδράσει και να διεκδικήσει το δίκιο του, όσο ισχυρός κι αν είναι ο αντίδικός του.

ΑΛΛΑΓΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ ΤΗΣ ΙΘΑΓΕΝΕΙΑΣ

Δημήτρης Χριστόπουλος, Συνέντευξη στον Νίκο Μορφονιό, Κυριακάτικη Αυγή, 08/11/2009
Συστηματική αλλαγή του δικαίου της ιθαγένειας και όχι αποσπασματικές ρυθμίσεις ζητά μιλώντας στην "Κ.Α." ο πρόεδρος της Ελληνικής Ένωσης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου, καθηγητής Παντείου, Δημήτρης Χριστόπουλος, προκειμένου το μέτρο για την παροχή ιθαγένειας στη β’ γενιά μεταναστών να είναι ουσιαστικό και να μη δημιουργήσει αποκλεισμούς.
* Πώς κρίνετε τις εξαγγελίες για την παροχή δικαιώματος ψήφου στις τοπικές εκλογές για τους επί μακρόν διαμένοντες μετανάστες; Πώς έχει υλοποιηθεί η αντίστοιχη ρύθμιση στις άλλες ευρωπαϊκές χώρες;
Η παροχή αυτού του δικαιώματος είναι μια δίκαιη και επιβεβλημένη πολιτική επιλογή. Τα ζητήματα που διακυβεύονται στις τοπικές εκλογές δεν είναι κυριαρχικά, οπότε το κρίσιμο κριτήριο δεν είναι αυτό της ιθαγένειας, αλλά της διαμονής. Το δικαίωμα ψήφου στις τοπικές εκλογές σε κράτη - μέλη της Ε.Ε. είναι ρύθμιση που έχει τεθεί σε εφαρμογή εδώ και λιγότερα ή περισσότερα χρόνια στη Δανία, Φινλανδία, Ιρλανδία, Ολλανδία, Μάλτα, Πορτογαλία, Σλοβακία, Σλοβενία, Ισπανία, Σουηδία, Βρετανία. Δικαίωμα εκλέγειν μα όχι εκλέγεσθαι έχουν οι πολίτες τρίτων χωρών στο Βέλγιο και στην Εσθονία, ενώ στην Αυστρία, Κύπρο, Τσεχία, Γαλλία, Γερμανία, Ουγγαρία, Ιταλία, Λετονία, Λιθουανία, το Λουξεμβούργο, την Πολωνία και την Ελλάδα τέτοιο δικαίωμα δεν υπάρχει. Βλέπουμε, εν ολίγοις, ότι η Ευρώπη είναι μοιρασμένη. Έχει ωστόσο σημασία να συναρτήσουμε τη σχετική κατηγοριοποίηση και με τη δυνατότητα πολιτογράφησης των μεταναστών. Παράδειγμα, η Γαλλία μεν τέτοιο δικαίωμα δεν δίνει, αλλά οι ρυθμοί πολιτογράφησης των αλλοδαπών είναι εξαιρετικά υψηλοί. Η Ελλάδα για πολλά χρόνια, όπως και η Αυστρία ή η Ιταλία από τις μεγάλες χώρες υποδοχής, είναι κατεξοχήν εκείνες οι οποίες κρατούν σθεναρά και τις δύο πόρτες κλειστές.
* Η κυβέρνηση προανήγγειλε παράλληλα την παροχή ιθαγένειας στα παιδιά των μεταναστών που γεννιούνται στη χώρα μας. Ποιες είναι οι τομές που πρέπει να γίνουν στον Κώδικα Ιθαγένειας, δεδομένων και των προτάσεων που έχει καταθέσει για το θέμα η Ένωσή σας υπό τη μορφή νέου Κώδικα Ελληνικής Ιθαγένειας;
Η δυνατότητα κτήσης της ελληνικής ιθαγένειας από τα παιδιά μεταναστών που γεννιούνται στην Ελλάδα, τη λεγόμενη δεύτερη γενιά, είναι ακόμη πιο επιβεβλημένη ρύθμιση. Προτείνουμε μια συνολική τομή στο όλο δίκαιο της ελληνικής ιθαγένειας, που παραμένει μια νομική νησίδα σκληρής αντίδρασης ψυχροπολεμικού τύπου στη χώρα μας. Έχει σημασία να γίνει κατανοητό τώρα, όπου η σχετική συζήτηση έχει ζεσταθεί, ότι είναι επιτακτική η ανάγκη μιας συστηματικής αλλαγής και όχι αποσπασματικές ρυθμίσεις. Μόνο έτσι μπορούμε να μιλάμε για τομή.Ως Ένωση προτείνουμε το «τέκνο αλλοδαπών που γεννιέται στην Ελλάδα και ένας από τους γονείς του κατοικεί μόνιμα και νόμιμα στη χώρα επί πενταετία, [να] αποκτά από τη γέννησή του την ελληνική ιθαγένεια» με δήλωση των γονέων του. Το διάστημα αυτό είναι ρεαλιστικό, εύλογο και ανταποκρίνεται περίπου στον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Σκεφτείτε πως, σήμερα, τα παιδιά πρέπει είτε να ενηλικιωθούν είτε να περιμένουν μήπως κάποτε οι δικοί τους γονείς αποκτήσουν ιθαγένεια, οπότε να αποκτήσουν κι αυτά. Ξαναλέω πάντως: χωρίς συστηματική αλλαγή του δικαίου της ιθαγένειας το μέτρο από μόνο του δεν αρκεί. Σκεφτείτε: σήμερα, η διοίκηση απαντά όποτε θελήσει, δεν αιτιολογεί, χρεώνει 1.500 ευρώ την αίτηση πολιτογράφησης και άλλα τέτοια. Για να μιλάμε για ουσιώδη αλλαγή, αυτά πρέπει να καταργηθούν και η πρόταση μας σε αυτή την ανάγκη ανταποκρίνεται.
* Οι μεταναστευτικές οργανώσεις εκφράζουν φόβους πως στην εφαρμογή των ρυθμίσεων θα υπάρξουν αποκλεισμοί λόγω αυστηρών προϋποθέσεων ή γραφειοκρατικών εμποδίων. Ποια είναι η γνώμη σας;
Δεν είναι μόνο η γραφειοκρατία, αλλά και οι νόμοι. Φανταστείτε ότι η άδεια επί μακρόν διαμένοντος αλλοδαπού, η οποία εξαγγέλθηκε από τον πρωθυπουργό ως προϋπόθεση για τη συμμετοχή στις τοπικές εκλογές, εξαιτίας του απίστευτα αυστηρού τρόπου με τον οποίο αποδίδεται, έχει δοθεί σε ελάχιστους ανθρώπους στη χώρα. Συζητάμε για τριψήφιο αριθμό! Κυριολεκτώ, και μάλιστα πολλή λιγότεροι από χίλιους... Αντιλαμβάνεστε ότι εδώ χρειάζεται πολύ δουλειά που ισοδυναμεί με ανατροπή του υπάρχοντος νομικού πλαισίου προκειμένου η εξαγγελία αυτή να έχει ουσιώδη αποτελέσματα. Έτσι μπορούμε επιτέλους, μετά από πολλά χρόνια, να είμαστε αισιόδοξοι σχετικά με τις εξελίξεις στη μεταναστευτική πολιτική στη χώρα αυτή.

Κυριακή, 8 Νοεμβρίου 2009

Ευρωπαϊκό μοντέλο επιλεκτικής μετανάστευσης: ξενοφοβική προσέγγιση ή οικονομικός ρεαλισμός;

Αναδημοσίευση από την ιστοσελίδα www.inegsee.gr του άρθρου με τίτλο "Ευρωπαϊκό μοντέλο επιλεκτικής μετανάστευσης: ξενοφοβική προσέγγιση ή οικονομικός ρεαλισμός;"*
του Απόστολου Καψάλη
Εισαγωγή
H συστηματική παρακολούθηση του ζητήματος της οικονομικής μετανάστευσης μέσα σε ένα έντονα διεθνοποιημένο οικονομικό και πολιτικό περιβάλλον, καταλήγει αναμφίβολα στην διαπίστωση ότι οι πρόσφατες εξελίξεις στην ευρωπαϊκή μεταναστευτική πολιτική ήταν ραγδαίες, ιδιαίτερα κατά την διάρκεια της χρονικής περιόδου από τους τελευταίους μήνες του 2007 μέχρι και σήμερα.
Δεδομένης της ανακήρυξης του 2007 ως έτους για την προώθηση της διαφορετικότητας και την καταπολέμηση των διακρίσεων, η προηγούμενη παρατήρηση θα μπορούσε να θεωρηθεί εύλογη και εν πολλοίς αναμενόμενη.
Έπειτα, όμως, από μια πιο προσεκτική ματιά στο περιεχόμενο αυτών των διεργασιών, που συντελέστηκαν και διενεργούνται ακόμη και σήμερα σε κοινοτικό επίπεδο, συμπεραίνεται ότι η προτεραιότητα της Ενωμένης Ευρώπης δεν αφορά στην προώθηση της διαφορετικότητας ή έστω της ίσης μεταχείρισης προς όφελος των μεταναστών, αλλά σε μια νέα πολιτική θεώρηση των κεντρικών αξόνων για μια σύγχρονη ευρωπαϊκή στρατηγική για την μετανάστευση.
Γίνεται, μάλιστα, πολλές φορές λόγος για στρατηγική και όχι για πολιτική της Ευρώπης, επειδή, καθ’ όλη την διάρκεια των τελευταίων δέκα ετών, το σύνολο των μελετητών του φαινομένου της ευρωπαϊκής μετανάστευσης συγκλίνει σε ένα σχεδόν ομόφωνο συμπέρασμα: η ευρωπαϊκή μεταναστευτική πολιτική, ως ένα σύνολο κανόνων δικαίου και πολιτικών επιδιώξεων, δεσμευτικών για το σύνολο των κρατών-μελών, εξακολουθεί, κατ’ ουσία, να παραμένει το ζητούμενο, ένας ανεκπλήρωτος στρατηγικός στόχος.
Έτσι, ακόμη και σε περιπτώσεις, στις οποίες τα αρμόδια όργανα της Ευρωπαϊκής Ένωσης είτε νομοθετούν είτε συναποφασίζουν σε πολιτικό επίπεδο, η ενσωμάτωση και η εφαρμογή στα κράτη-μέλη των αποφάσεων αυτών πραγματοποιείται, όχι μόνον με διαφορετικές διατυπώσεις ή σε διαφορετικό βαθμό, αλλά πολλές φορές με τέτοιο τρόπο, ώστε να εξυπηρετούνται, ευθέως, συγκεκριμένες εθνικές σκοπιμότητες και επιδιώξεις.
Χαρακτηριστικά παραδείγματα αφορούν στην τύχη πολλών νομικών κειμένων και ιδιαίτερα κοινοτικών οδηγιών. Καθυστέρηση στην ενσωμάτωσή τους, πλημμελής εφαρμογή ή ακόμη και στρέβλωση του γράμματος και του πνεύματός τους είναι συμπτώματα, τα οποία πολλαπλασιάζουν την συχνότητα εμφάνισής τους ανάλογα με το επίπεδο παρέμβασης, που συνεπάγονται για το «άβατο» της εθνικής κυριαρχίας σε θέματα μετανάστευσης.
Όμως, είναι νοητή και η αντίστροφή πορεία. Τα επιτρεπόμενα μεγάλα περιθώρια χάραξης αυτόνομης (εν όλω ή εν μέρει) εθνικής μεταναστευτικής πολιτικής καθιστούν, τελικά, την σχέση ανάμεσα στο εθνικό και το ευρωπαϊκό ρυθμιστικό πλαίσιο αλληλοεξαρτώμενη και εν πολλοίς αμφίδρομη.
Έτσι, οι βασικές διαστάσεις της σύγχρονης ευρωπαϊκής μεταναστευτικής πολιτικής θα πρέπει να διερευνηθούν με δύο τρόπους: αφενός, στο επίπεδο των εξελίξεων, που παρατηρούνται στα κράτη-μέλη και ιδιαίτερα σε όσα από αυτά οι πολιτικές επιλογές τους (λόγω παράδοσης στην υποδοχή μεταναστών, αλλά, κυρίως, λόγω θέσεως οικονομικής και πολιτικής ισχύος στο εσωτερικό της Ένωσης) καθορίζουν, συνήθως, τόσο το μέλλον της ευρωπαϊκής μεταναστευτικής στρατηγικής, όσο και τις επιμέρους εθνικές επιλογές όλων των υπολοίπων κρατών-μελών και αφετέρου, σε ένα αμιγώς κοινοτικό επίπεδο, σε αυτό της Ευρώπης των 27 κρατών-μελών .
Ι. Οι σύγχρονες εξελίξεις στα κράτη-μέλη
Οι κεντρικές πολιτικές επιλογές των κρατών-μελών από το 2000 έως σήμερα εμφανίζονται εξαιρετικά ετερόκλητες μεταξύ τους καλύπτοντας όλο το φάσμα των πιθανών προτεραιοτήτων που θα μπορούσε να περιλαμβάνει η εθνική μεταναστευτική πολιτική μιας χώρας.
Ενδεικτικά, τα διαφορετικά εθνικά συστήματα, που ρυθμίζουν την οικονομική μετανάστευση, περιλαμβάνουν στο σύνολο της περασμένης οκταετίας τις εξής θεμελιώδεις παραμέτρους:
Οργανωμένες και μαζικές μετακλήσεις εξω-κοινοτικών ανειδίκευτων εργατών, όπως των Πολωνών στην περίπτωση της Ιρλανδίας, για την κάλυψη δομικών αναγκών σε εργατικά χέρια σε συγκεκριμένους κλάδους της οικονομίας και ιδιαίτερα στις κατασκευές, με την πλήρη εξασφάλιση κοινωνικών δικαιωμάτων και με αποτέλεσμα να υπολογίζεται ότι το διάστημα 2000-2006 εγκαταστάθηκαν στην χώρα περίπου 1,2-1,5 εκατομμύρια Πολωνοί μετανάστες.
Έμφαση στην καταπολέμηση της αδήλωτης εργασίας σαν ένα κεντρικό εθνικό στρατηγικό στόχο, ο οποίος συγκεκριμένα για την κατηγορία των ανεπισήμων μεταναστών συνεπάγεται επανειλημμένα προγράμματα ευχερούς και ταχύτατης μαζικής νομιμοποίησης, όπως συνέβη στην Ισπανία (ή την Πορτογαλία) σε εκτέλεση, μάλιστα, προηγούμενης κοινής απόφασης μεταξύ των κοινωνικών συνομιλητών και της Πολιτείας.
Συνδυασμό μετάκλησης ανειδίκευτων και εξειδικευμένων μεταναστών είτε από ευρωπαϊκές μη κοινοτικές χώρες είτε από τρίτες χώρες εκτός ευρωπαϊκής ηπείρου, όπως στην περίπτωση του Ηνωμένου Βασιλείου, όπου γίνεται επί σειρά ετών συστηματική μετάκληση «χρήσιμων» μεταναστών από την Βουλγαρία και την Ινδία αντίστοιχα.
Διαδοχικές καμπάνιες νομιμοποίησης ορισμένων κατηγοριών ανεπίσημων μεταναστών, όπως και στις άλλες χώρες του Νότου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και παράλληλα συχνά «προγράμματα» απαλλαγής από αλλοδαπούς πολίτες, μέσα από την προσφυγή σε μαζικές απελάσεις ακόμη και στην περίπτωση που οι μετανάστες αυτοί είναι υπήκοοι άλλων χωρών-μελών, όπως συνέβη κατά κόρον στην Ιταλία. Μόνο για το 2006, από τα επίσημα στοιχεία του αρμόδιου Υπουργείου της Ιταλίας, προκύπτει ότι απελάθηκαν με συνοπτικές διαδικασίες συνολικά 1850 ρουμάνοι μετανάστες.
Οριστική προώθηση και τυπική υιοθέτηση ενός αυθεντικού μοντέλου επιλεκτικής μετανάστευσης με πιο χαρακτηριστική την περίπτωση της Γαλλίας. Ο σχετικός Νόμος, συνεπάγεται τον περιορισμό όλων των «παράλληλων» τρόπων εισόδου στην χώρα και κυρίως του δικαιώματος στην οικογενειακή επανένωση. Και αυτό γιατί, όπως προκύπτει από τις εθνικές στατιστικές, ο μεγαλύτερος αριθμός νέων μεταναστών τα τελευταία χρόνια εισήλθε στην χώρα κάνοντας χρήση αυτής της νομικής δυνατότητας.
Σημειωτέον ότι με πρωτοβουλία της γαλλικής πλευράς, στις 12 Νοεμβρίου 2007 και στα πλαίσια της 8ης Συνόδου του γαλλο-γερμανικού άξονα, το ενδιαφέρον των συνομιλητών μονοπώλησε η συζήτηση για το μέλλον της ευρωπαϊκής μεταναστευτικής πολιτικής και αποφασίστηκε ότι κατά την διάρκεια της επόμενης συνόδου στις αρχές του 2008 στο Παρίσι, οι δύο χώρες θα έπρεπε να επικεντρώσουν ξανά στο ίδιο αυτό σημαντικό ζήτημα, εν όψει και της ανάληψης της Προεδρίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης από την Γαλλία το δεύτερο εξάμηνο του 2008.
Πρέπει να τονιστεί ότι ενώ στην Σύνοδο του Νοέμβρη, στο Βερολίνο, η γαλλική πλευρά προσπάθησε να πείσει την ομόλογη γείτονά της ότι η έμφαση πρέπει να δοθεί στην επιλεκτική μετανάστευση, στην Γερμανία, η οποία είχε αρχικά την Προεδρία της Ευρωπαϊκής Ένωσης σε αυτό το έτος ίσων ευκαιριών (2007), επέμειναν ότι η προτεραιότητα της ευρωπαϊκής στρατηγικής πρέπει να δοθεί αφενός στην ένταξη των, ήδη, εγκατεστημένων μεταναστών και των οικογενειών τους και αφετέρου στην όσο το δυνατόν μεγαλύτερη πρόσβαση των εκατοντάδων χιλιάδων ανέργων, γηγενών και μεταναστών στην αγορά εργασίας.
Επί της ουσίας, η γαλλική πλευρά επιχείρησε να βρει στρατηγικούς συμμάχους[1] στην υλοποίηση μιας, ήδη, αποφασισμένης επιλεκτικής μετανάστευσης, η οποία συνίσταται στην θεσμοθέτηση ποσοστώσεων για την είσοδο νέων μεταναστών, οι οποίοι πρέπει να ικανοποιούν ορισμένες προϋποθέσεις χρησιμότητάς τους για την γαλλική οικονομία, με κριτήρια, τα οποία θα ορισθούν εν ευθέτω χρόνω.
Επίσης, η πολιτική της Γαλλίας διαχωρίζει με ευκρίνεια την οικονομική από την οικογενειακή μετανάστευση, προσπαθώντας να περιορίσει σημαντικά την τελευταία. Ένας από τους ενδεδειγμένους τρόπος για την υλοποίηση αυτού του σχεδίου είναι η υποχρέωση υποβολής σε εξετάσεις DNA των μελών της οικογενείας του αιτούντος την οικογενειακή επανένωση μετανάστη προκειμένου για την ταυτοποίηση του συγγενικού δεσμού. Το συγκεκριμένο μέτρο υιοθετήθηκε έπειτα από μια μακρά περίοδο κοινωνικών αντιπαραθέσεων και νομικών περιπετειών, αφού κρίθηκε, τελικά, ως συμβατό με το Σύνταγμα από το ανώτατο δικαστήριο της χώρας (Conseil Constitutionnel).
Όλες οι προηγούμενες ενδεικτικές περιπτώσεις εθνικής πολιτικής αναφέρθηκαν με σκοπό να καταστεί ευκολότερη μια απόπειρα κατανόησης και αξιολόγησης των πρόσφατων αλλαγών στο ευρωπαϊκό πολιτικό σκηνικό για την μετανάστευση, το οποίο καθορίζεται, πλέον, από δύο συγκεκριμένους παράγοντες.
Ο πρώτος παράγοντας, συνίσταται σε μια συνειδητή προσπάθεια σύνθεσης όλων των προηγούμενων εθνικών πολιτικών προτεραιοτήτων και την μετουσίωσή τους σε μια «νέα» κοινοτική μεταναστευτική στρατηγική, μοιραία, σε συνέχεια και σε αρμονία με τις επιδιώξεις των πιο δραστήριων από αυτές τις χώρες σε κοινοτικό επίπεδο, δεδομένου ότι κάποιες άλλες, δεν επιδιώκουν να επηρεάσουν άμεσα τον ευρωπαϊκό προσανατολισμό, αλλά περιορίζονται σε δράσεις και κατευθύνσεις, τις οποίες θεωρούν συμφέρουσες ή ορθότερες για το εσωτερικό της δικής τους χώρας (Γερμανία, αγγλοσαξονικές χώρες).
Ο δεύτερος παράγοντας, έχει να κάνει με την πολιτική αναταραχή που επιβάλλει η επικαιρότητα των σύγχρονων κοινωνικών διεργασιών, οι οποίες συντελούνται στο εσωτερικών πολλών κρατών-μελών ως αποτέλεσμα της πλήρους αποτυχίας (και ιδίως της επίσημης ομολογίας αυτής της αποτυχίας) όλων των μοντέλων είτε ένταξης και αφομοίωσης, είτε εγκαθίδρυσης μιας πολύ-πολιτισμικής κοινωνίας, όπως αυτή η αναστάτωση προέκυψε έπειτα από τις εκτεταμένες εξεγέρσεις στα γκέτο μεγάλων κεντρο-ευρωπαϊκών πόλεων στα τέλη του 2005.
ΙΙ. Οι βασικές διαστάσεις της μεταναστευτικής πολιτικής σε αμιγώς κοινοτικό επίπεδο
Μια ποιοτική ιστορική αναδρομή κρίνεται απαραίτητη προκειμένου να γίνει απολύτως αντιληπτή η νέα τάση με κέντρο την επιλεκτική μετανάστευση στην Ενωμένη Ευρώπη.
Είναι γεγονός ότι, παρακολουθώντας διαχρονικά τις κεντρικές επιλογές των πολιτικών και, κυρίως, των νομικών κειμένων για την μετανάστευση σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης από το 1990 έως σήμερα, παρατηρείται μια ουσιώδης μεταστροφή.
Από το 2000 και στο εξής η προτεραιότητα της ευρωπαϊκής πολιτικής φαίνεται ότι απομακρύνεται σταδιακά από τους αρχικούς στόχους της καταπολέμησης της παράνομης μετανάστευσης, της φύλαξης των συνόρων, της υιοθέτησης κοινών ρυθμίσεων για την υποδοχή των μεταναστών και γενικότερα της ανάληψης αμυντικογενών πρωτοβουλιών απέναντι στην «εισβολή» υπηκόων τρίτων χωρών.
Η πολιτική πρωτοβουλία δείχνει να αφορά, πλέον, κατά κύριο λόγο, μια προσέγγιση βασισμένη στην προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων των μεταναστών, στην καταπολέμηση του κοινωνικού αποκλεισμού και στην προσπάθεια διαχείρισης των οικονομικών μεταναστεύσεων.
Ακόμη και στη θεματολογία των επίσημων κειμένων η αντικατάσταση των όρων «καταπολέμηση» και «φύλαξη», από άλλους όπως «ένταξη», «διακριτική μεταχείριση» ή «προσέγγιση/ διαχείριση» σηματοδοτεί αυτήν την ριζική μεταστροφή στην αντιμετώπιση της μετανάστευσης. Από μια άμεση απειλή, η μετεγκατάσταση υπηκόων τρίτων χωρών θεωρείται, βαθμηδόν, μια νέα πραγματικότητα, την οποία τα κράτη-μέλη και η Ένωση οφείλουν να διαχειριστούν, όχι με γνώμονα την ασφάλεια των κοινωνιών τους, αλλά στη βάση του σεβασμού των θεμελιωδών δικαιωμάτων των μεταναστών[2].
Πώς όμως, ερμηνεύεται αυτή η μεταστροφή;
Η διαχείριση των μεταναστευτικών ροών με τον τρόπο, με τον οποίο γινόταν αρχικά, από το 1992 (Μάαστριχτ) έως και το 2000 (Σεβίλλη), στερούνταν παντελώς της απαραίτητης κοινωνικής και πολιτικής νομιμοποίησης, αφού ερχόταν σε προφανή αντίθεση με τις διακηρυχθείσες αρχές, που κυριαρχούν παραδοσιακά στην Ευρωπαϊκή Ήπειρο, αλλά και που εμπεριέχονται στις θεμελιώδεις Συνθήκες και τις Χάρτες της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ισοπολιτεία, ανθρώπινα δικαιώματα, σεβασμός της ανθρώπινης αξιοπρέπειας δημοκρατικές ελευθερίες κλπ).
Όλη αυτή η διαδικασία «επαναπροσανατολισμού», όπως συντελέστηκε πρόσφατα στον ευρωπαϊκό χώρο, θυμίζει αρκετά την περίπτωση της εφεύρεσης των θεωριών του βιολογικού ρατσισμού στον Νότο των ΗΠΑ τα χρόνια της δουλείας, οι οποίες ανακαλύφθηκαν και διαδόθηκαν, ακριβώς, με στόχο να δικαιολογηθεί η παραβίαση των δημοκρατικών διακηρύξεων και των Συνταγμάτων της Ανεξαρτησίας.
Σήμερα, εκατοντάδες χρόνια μετά, η κεντρική επιδίωξη παραμένει η ίδια, δηλαδή, η εντατική οικονομική εκμετάλλευση της μαζικής εργασίας πληθυσμών[3] με χαμηλό κόστος και μειωμένα ή καθόλου δικαιώματα, η οποία επιβάλλεται και δικαιολογείται, πλέον, και από δημογραφικούς παράγοντες.
Διαφέρει, μόνον, η τελική επιλογή: επειδή δεν μπορούν σήμερα να γίνονται αποδεκτές ιδεολογικές προσεγγίσεις, που θα επιτρέψουν την παράκαμψη ορισμένων πανανθρώπινων αξιών, δημιουργείται η ανάγκη να επινοηθούν και να προωθηθούν στην δημόσια συζήτηση κάποιες άλλες έννοιες και θεωρίες, με απώτερο σκοπό να απομονωθούν και να ανεξαρτητο-ποιηθούν εντελώς οι πολιτικές για την μετανάστευση από την φιλοσοφία των θεμελιωδών δικαιωμάτων του ανθρώπου.
Δεν μπορεί κανένας να αρνηθεί ότι στην συνείδηση (και) της ευρωπαϊκής κοινής γνώμης, έχει κατοχυρωθεί σε μεγάλο βαθμό μια ιδιότυπη διττή διάσταση, ότι, δηλαδή, πρόκειται, πράγματι, για δύο διαφορετικά πράγματα.
Με άλλα λόγια ότι η μεταναστευτική πολιτική επιτρέπεται να χαράσσεται με οποιοδήποτε πολιτικό ή οικονομικό κριτήριο, αλλά δεν είναι σε καμία περίπτωση δυνατόν να ελεγχθεί ως προς την νομιμότητά της, για παράδειγμα, με βάση τα πολιτικά δικαιώματα ή το δικαίωμα στην αξιοπρεπή και στην επίσημη εργασία ή με κριτήριο το δικαίωμα στην υγειονομική περίθαλψη και την κοινωνική ασφάλιση.
Έχει, λοιπόν, δημιουργηθεί και παγιωθεί ευρύτατα η αντίληψη ότι σε σχέση με τους εξω-κοινοτικούς οικονομικούς μετανάστες, αλλά πολλές φορές ακόμη και σε σχέση και με (ορισμένους) κοινοτικούς αλλοδαπούς είναι επιθυμητές και τελικά αναγκαίες δύο παράλληλες πολιτικές.
Από την μια, η μεταναστευτική πολιτική με την κλασσική παραδοσιακή έννοια του όρου (είσοδος, βίζα, άδειες διαμονής) και από την άλλη, η πολιτική της κοινωνικής ένταξης των υποκειμένων της μετανάστευσης, συνήθως υπονοώντας ότι στο πεδίο ισχύος της δεύτερης εντάσσονται, κυρίως, οι επίσημα διαμένοντες, όσοι δηλαδή -με τον ένα ή τον άλλο τρόπο- έχουν αποκτήσει και διατηρούν σε ισχύ επίσημους τίτλους εργασίας και διαμονής.
Στα πλαίσια, λοιπόν, αυτής της προσπάθειας νομιμοποίησης κεντρικών αντι-μεταναστευτικών στοχεύσεων αμιγώς οικονομικού χαρακτήρα, έπρεπε να ανακαλυφθούν και να διαδοθούν, όσο το δυνατόν συντομότερα και ευρύτερα, «πολιτικές» προώθησης της απασχόλησης, κοινωνικής ένταξης ή καταπολέμησης των διακρίσεων.
Χωρίς, ίσως, να υποχωρεί και σε καμία περίπτωση να εξαλείφεται η προτεραιότητα της φύλαξης των συνόρων του ευρωπαϊκού χώρου, που συμπυκνώνεται περίφημα στην φράση Ευρώπη-Φρούριο[4] αρχίζει σταδιακά και μεθοδευμένα να καλλιεργείται η εντύπωση ότι η προτεραιότητα της ευρωπαϊκής μεταναστευτικής στρατηγικής έχει μετατοπιστεί στην κοινωνική ένταξη και την καταπολέμηση του ρατσισμού.
Ενδεικτικό του προσχηματικού αυτών των επινοήσεων είναι το διόλου τυχαίο γεγονός ότι οι ίδιες οι χώρες-μέλη επιλέγουν να μην πειθαρχούν ούτε στις συμβολικές κοινοτικές νομοθετικές αποφάσεις, οι οποίες υιοθετούνται με αποκλειστικό στόχο να ξεπεραστεί η ατολμία ή η απροθυμία των εθνικών κυβερνήσεων να νομοθετήσουν προς την κατεύθυνση της προώθησης της κοινωνικής ένταξης των μεταναστών.
Κλασσικά παραδείγματα αποτελούν οι δύο οδηγίες για την οικογενειακή επανένωση (2003/86) και για την απόδοση άδειας διαμονής επί μακρόν διαμένοντος μετανάστη (2003/109). «Λεπτομέρειες» και «παράμετροι», όπως οι γραφειοκρατικές διοικητικές διαδικασίες, η άρνηση έκδοσης θεώρησης εισόδου από τις προξενικές αρχές στην χώρα καταγωγής για τα μέλη της οικογένειας, η απαίτηση απόδειξης επαρκούς εισοδήματος και ευπρεπούς καταλύματος, οι τεχνικές και ουσιαστικές δυσκολίες πιστοποίησης της γλώσσας του κράτους-υποδοχής, δεν αποτελούν παρά ορισμένες από τις ευφυείς μεθοδεύσεις του κοινοτικού νομοθέτη προς εξασφάλιση στην πράξη του δικαιώματος κάθε εθνικής κυβέρνησης να αυτό-εξαιρείται κατά το δοκούν από τέτοιου είδους «ανθρωπιστικές» εγγυήσεις.
Μια άλλη χαρακτηριστική περίπτωση αποτελεί η ίδια η σύλληψη της ιδέας των περιοριστικών μέτρων έναντι των υπηκόων των κάθε φορά νεοεισερχόμενων χωρών στην Ευρωπαϊκή Ένωση, η οποία στηρίζεται στην αντίληψη ότι η ελεύθερη μετακίνηση προσώπων είναι μια θεμελιώδης αρχή της Ενωμένης Ευρώπης, αλλά η ελεύθερη μετακίνηση εργαζομένων και η απρόσκοπτη πρόσβασή τους στις εθνικές αγορές εργασίας τελεί υπό όρους και προϋποθέσεις, τις οποίες κάθε κράτος-μέλος επιβάλει ελεύθερα και επιλεκτικά απέναντι σε οποιοδήποτε άλλο νεοεισερχόμενο κράτος επιθυμεί.
Έπειτα από την δολοφονία μιας Ιταλίδας, τον Οκτώβρη του 2007, από νεαρό τσιγγάνο ρουμανικής καταγωγής, συγκλονιστικός αποδείχθηκε ο κυνισμός με τον οποίο η ιταλική κυβέρνηση, με πρόσχημα την ένταση που δημιουργήθηκε εναντίον Ρουμάνων μεταναστών, δικαιολόγησε ένα άνευ προηγουμένου πογκρόμ εναντίον όλων των ομοεθνών του θύτη[5].
Σε σχέση με την οδηγία 2004/38, η οποία κατοχυρώνει το δικαίωμα των πολιτών της Ένωσης και των μελών των οικογενειών τους να κυκλοφορούν και να διαμένουν ελεύθερα στην επικράτεια των κρατών-μελών, ένα ιταλικό προεδρικό διάταγμα στις αρχές Νοέμβρη[6] αναφορικά με τις μαζικές απελάσεις κοινοτικών αλλοδαπών δικαιολογήθηκε ως εξής «βιαστήκαμε να χαρακτηρίσουμε την οδηγία αυτή ως ύμνο στην ελεύθερη μετακίνηση κοινοτικών υπηκόων, αλλά δεν προβλέψαμε το ενδεχόμενο των μαζικών μετακινήσεων από κάποιες χώρες», ενώ συνοδεύτηκε από την κλασσική, πλέον, δικαιολογία «δεν καταργούμε την οδηγία, αλλά την εξειδικεύουμε νομικά για την αντιμετώπιση ορισμένων εθνικών μας ιδιαίτερων προβλημάτων».
Δύο συμπεράσματα εξάγονται από όλα όσα προηγήθηκαν:
α) η ευκολία με την οποία η ίδια η Ευρωπαϊκή Ένωση αναστέλλει ή καταργεί θεμελιώδεις αρχές και ελευθερίες του λεγόμενου κοινοτικού οικοδομήματος και της πορείας προς την λεγόμενη «ευρωπαϊκή ολοκλήρωση» και
β) η αμιγώς εθνοκεντρική οικονομική προσέγγιση της μετακίνησης και της εργασίας μη γηγενών μισθωτών σε μια, κατά τα άλλα, ενοποιημένη εσωτερική αγορά.
Το 2007 θα μνημονεύεται στην ιστορία της ευρωπαϊκής μεταναστευτικής πολιτικής για την καθιέρωση μιας πολύ έντονης φαινομενικής αντίφασης.
Από την μια, στο πλαίσιο του 2007, ως ευρωπαϊκού έτους ίσων ευκαιριών για όλους, υλοποιήθηκαν εκατοντάδες δράσεις και παρεμβάσεις με απώτερο στόχο την καταπολέμηση των διακρίσεων, παραγνωρίζοντας φυσικά ότι την κυριότερη και ταυτόχρονα πιο επικίνδυνη μορφή διακρίσεων αποτελούν οι θεσμικές διακρίσεις, αυτές, δηλαδή, που συνιστούν βασική πολιτική επιλογή και κατά συνέπεια επηρεάζουν άμεσα και ουσιαστικά την ζωή εκατομμυρίων ανθρώπων.
Από την άλλη, επινοήθηκε η επονομαζόμενη και Μπλε κάρτα σε μια προσπάθεια προαγωγής του μοντέλου της επιλεκτικής μετανάστευσης στα πρότυπα της προσέγγισης της Γαλλίας και με ανταγωνιστικό πνεύμα απέναντι στην αντίστοιχη τακτική των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής και την περιβόητη Πράσινη κάρτα.
Η ευρωπαϊκή καινοτόμος πρόταση της Μπλε κάρτας προς υλοποίηση ενός σχεδίου για την επιλεκτική μετανάστευση αποτυπώνει με ιδιαίτερη έμφαση τον χαρακτηριστικό τρόπο, με τον οποίο τέτοιου είδους εθνικές στρατηγικές προτεραιότητες επηρεάζουν άμεσα τον κοινοτικό προσανατολισμό.
Ο αρμόδιος Επίτροπος για θέματα μετανάστευσης, ο Ιταλός Frattini, επιχειρώντας μια σύνθεση όλων των εθνικών πολιτικών που αναλύθηκαν προηγούμενα, επιλέγει για την ομιλία του για την νόμιμη μετανάστευση, στις 13 Σεπτεμβρίου 2007, στην Διάσκεψη της Λισαβόνας τον εξής τίτλο: «Ενισχυμένη κινητικότητα, στρατηγική δυναμικής ενσωμάτωσης και μηδενική ανοχή στην παράνομη εργασία: μια δυναμική προσέγγιση στις μεταναστευτικές πολιτικές της Ευρώπης».
Επ’ αφορμή της Διασκέψεως της Λισσαβόνας, στο κείμενο αυτό συγκεντρώνονται τα κυρίαρχα στοιχεία αυτής της κοινοτικής πρωτοβουλίας και αναλύονται με λεπτομέρειες το περιεχόμενο και η αναγκαιότητα της εισαγωγής και της διευρυμένης χρήσης της μπλε κάρτας, η οποία διακρίνεται από τα εξής στοιχεία:
Εκδίδεται με συνοπτικές, αντι-γραφειοκρατικές και ταχύτατες διοικητικές διαδικασίες.
Ισχύει αρχικά για δύο χρόνια.
Αφορά σε υψηλά εξειδικευμένους εργάτες από τρίτες χώρες.
Δύναται να παραταθεί για 2 ή 3 χρόνια.
Προβλέπεται η δυνατότητα επί μακρόν επέκτασής της με παράλληλο δικαίωμα μετεγκατάστασης σε άλλη χώρα-μέλος.
Το μέτρο ισχύει και για όσους κατοικούν, ήδη, στο εσωτερικό της Ένωσης, ιδίως φοιτητές.
Προς υποστήριξη της σπουδαιότητας της νέας άδειας διαμονής εξειδικευμένου εργατικού δυναμικού η προβαλλόμενη αιτιολογία του αρμοδίου Επιτρόπου αποκωδικοποιείται στην ακόλουθη διαπίστωση: «τα μυαλά επιλέγουν τις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής, ενώ στην Ευρωπαϊκή Ένωση απομένουν τα ανειδίκευτα εργατικά χέρια».
Μάλιστα, δίχως, βέβαια, να τεκμηριώνονται με σαφήνεια οι έννοιες του ειδικευμένου και του ανειδίκευτου εργατικού δυναμικού, ο Επίτροπος Frattini, προσδιορίζοντας τον απώτερο στόχο, δηλαδή, την αύξηση του ανταγωνισμού της ευρωπαϊκής οικονομίας έναντι αυτής των ΗΠΑ, της Αυστραλία ή του Καναδά, παραθέτει στο κείμενό του ορισμένα, αμφιβόλου αξιοπιστίας, σχετικά στατιστικά ποσοστά, σύμφωνα με τα οποία το 85% της παγκόσμιας ανειδίκευτης μετανάστευσης οδεύει προς την Ευρωπαϊκή Ένωση και μόνο το 5% προς τις ΗΠΑ, την στιγμή που το 55% των εξειδικευμένων μεταναστών επιλέγει να εργαστεί στις ΗΠΑ, αλλά μόνο το 5% αυτών στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
Η ενορχηστρωμένη κοινοτική παρέμβαση στο θέμα της προώθησης της επιλεκτικής μετανάστευσης συνοδεύτηκε τέσσερις ημέρες αργότερα από δύο ταυτόχρονες εκθέσεις της Επιτροπής Πολιτικών Ελευθεριών, Δικαιοσύνης και Εσωτερικών Υποθέσεων του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, οι οποίες επιβεβαιώνουν και συγκεκριμενοποιούν το δίπολο που αναφέρθηκε στην εισήγηση Frattini, δηλαδή αφενός, την προώθηση της επιλεκτικής μετανάστευσης και αφετέρου, την καταπολέμηση της παράνομης μετανάστευσης.
Την πρώτη Έκθεση εισηγήθηκε η ευρωβουλευτής Gruber και έχει τίτλο «Σχετικά με το σχέδιο πολιτικής για την νόμιμη μετανάστευση», όπου μεταξύ άλλων εκθειάζεται η μπλε κάρτα εξειδικευμένων εργατών, ως αντιστάθμισμα στην διαρροή εγκεφάλων.
Η δεύτερη Έκθεση είναι αυτή του ευρωβουλευτού Sanchez με τίτλο, «Σχετικά με τις προτεραιότητες για την καταπολέμηση της παράνομης μετανάστευσης υπηκόων τρίτων χωρών», με έμφαση, τόσο στην ενίσχυση των μέτρων για την φύλαξη των εξωτερικών συνόρων, όσο και στην εφαρμογή μιας ευρωπαϊκής πολιτικής επιστροφών. Μάλιστα, δεν παραλείπεται η έντονη κριτική στις μαζικές νομιμοποιήσεις παρανόμων μεταναστών αφού «δεν επιλύει τα βαθύτερα πραγματικά προβλήματα», εξαπολύοντας ταυτόχρονα μια δριμεία επίθεση απέναντι σε επιλογές ευρύτερης νομιμοποίησης της αγοράς εργασίας, σαν αυτές που επέβαλλαν τα συνδικάτα των εργαζομένων σε χώρες, όπως η Ισπανία.
Πολύ σύντομα, στις 23 Οκτωβρίου 2007, είδε το φως η πρόταση οδηγίας[7], με την οποία ρυθμίζονται οι όροι εισόδου και διαμονής των υπηκόων τρίτων χωρών εξ’ αφορμής μιας εργασίας υψηλής ειδίκευσης και λίγο αργότερα επανενεργοποιήθηκε από την Επιτροπή η πρόταση μιας άλλης οδηγίας[8] σχετικά με τους όρους επιστροφής όσων μεταναστών συλλαμβάνονται να διαβιούν στο εσωτερικό της Ευρωπαϊκής Ένωσης χωρίς χαρτιά.
Στο κείμενο αυτής της υπό έκδοσης οδηγίας προβλέπονται μεταξύ άλλων:
Η «προσωρινή» κράτηση ανεπίσημων μεταναστών, που συλλαμβάνονται, μέχρι 18 μήνες συνολικά.
Η κράτηση ακόμη και μικρών παιδιών.
Η απαγόρευση επανεισόδου σε οποιαδήποτε χώρα της Ευρωπαϊκής Ένωσης για διάστημα 5 ετών ή ακόμη και για μεγαλύτερο διάστημα.
Μια μεγάλη καμπάνια ενάντια στην τελική υιοθέτηση αυτής της Οδηγίας[9] συγκροτήθηκε άμεσα από κοινοβουλευτικές και εξωκοινοβουλευτικές προσωπικότητες, πολιτικά κόμματα, συλλόγους μεταναστών, θρησκευτικές οργανώσεις και εργατικά συνδικάτα.
Τελικά, το κείμενο της πρότασης της οδηγίας υιοθετήθηκε από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο στην συνεδρίαση της 18ης Ιουνίου 2008 με ευρεία πλειοψηφία, με 369 ψήφους έναντι 197 και 106 αποχές. Οι έλληνες ευρωβουλευτές της Νέας Δημοκρατίας υπερψήφισαν την οδηγία, ενώ οι ευρωβουλευτές των υπολοίπων κομμάτων την καταψήφισαν, πλην του ευρωβουλευτή του ΛΑΟΣ που ψήφισε «απών».
Επίλογος
Σήμερα στον ευρωπαϊκό χώρο, σύμφωνα μάλιστα με την σύγχρονη εκδοχή μιας ρατσιστικής προσέγγισης της εργασίας των αλλοδαπών μισθωτών, η μετανάστευση, μολονότι δομικό χαρακτηριστικό των σύγχρονων διεθνοποιημένων κοινωνιών και οικονομιών, δεν αντιμετωπίζεται παρά σαν εργαλείο ενίσχυσης της ανταγωνιστικότητας και της εξασφάλισης ενός αριθμού εργατικών χεριών απέναντι στην δημογραφική γήρανση των ευρωπαϊκών πληθυσμών.
Τελικά, όχι μόνο δεν είναι αντιφατική η επιλεκτική μεταναστευτική πολιτική, αλλά μάλλον παραμένει συνεπής στην βασική φιλοσοφία των ηγετών της Ευρωπαϊκής Ένωσης αναφορικά με την κοσμοθεωρία τους για την απασχόληση, την δημοκρατία, τις ελευθερίες και την ανθρώπινη αξιοπρέπεια.
Όσο η μεταναστευτική πολιτική των ΗΠΑ γίνεται απροσχημάτιστα, πλέον, παράδειγμα προς μίμηση, τότε καθίστανται αφενός, αυτονόητες οι άμεσες μελλοντικές εξελίξεις στο θέμα αυτό και αφετέρου, αναμενόμενη η συχνή και επίμονη αναγκαιότητα της επινόησης εργαλείων, θεωριών και προγραμμάτων, που θα νομιμοποιούν κοινωνικά τις αντιμεταναστευτικές και αντεργατικές πολιτικές.
Εν κατακλείδι, η αναζήτηση των αιτίων της έμφασης στην επιλεκτική μετανάστευση δεν θα πρέπει να τίθεται, τελικά, με διαζευκτικό τρόπο, όπως στον τίτλο του παρόντος άρθρου. Και αυτό γιατί μέσω της συγκεκριμένης προσέγγισης επιτυγχάνονται, εν τέλει, και οι δύο στόχοι:
πρώτον, της ικανοποίησης των οικονομικών επιταγών των ευρωπαϊκών και των ισχυρών εθνικών οικονομικών και κοινωνικών ελίτ για μια εικονική ποιοτική αναβάθμιση του αλλοδαπού εργατικού δυναμικού που επιδιώκει, στην πραγματικότητα, την διατήρηση ενός μεταναστευτικής καταγωγής φτηνού εργατικού δυναμικού μειωμένων εργασιακών και ασφαλιστικών δικαιωμάτων και,
δεύτερον, της ικανοποίησης των ανοικτά ξενοφοβικών και ενίοτε μισοξενικών διαθέσεων και πιέσεων που ασκούνται στις συντηρητικές κυβερνήσεις σε πολλές χώρες-μέλη από πολιτικές δυνάμεις οι οποίες κινούνται στον πολιτικό χώρο της άκρας δεξιάς.

* Ορισμένα σημεία του παρόντος άρθρου αποτέλεσαν για πρώτη φορά αντικείμενο εισήγησης , η οποία παρουσιάστηκε προφορικά κατά την διάρκεια Συνεδρίου που πραγματοποίησε το Ελληνικό Φόρουμ Μεταναστών στην Αθήνα, στις 23-25 Νοεμβρίου 2007.
[1] Le Monde, « La France propose l’immigration “choisie et concertée’’ à l’Europe », 31 mai 2008, p. 12.
[2] Για μια εμπεριστατωμένη ανάλυση αυτού του θέματος βλ. Καψάλης Απόστολος (επιμέλεια), Αδήλωτη απασχόληση και «νομιμοποίηση» των μεταναστών, Μελέτη 27, ΙΝΕ/ΓΣΕΕ-ΑΔΕΔΥ, Αθήνα 2007, σελ. 333 επόμ.
[3] Σήμερα των μεταναστευτικών πληθυσμών.
[4] Με συνέπεια την ένταση φαινομένων όπως πνιγμοί ή ακρωτηριασμοί στα σύνορα, στρατόπεδα συγκέντρωσης, αύξηση συστημάτων περιπολίας και φύλαξης, ίδρυση και ενίσχυση σώματος δίωξης λαθρομετανάστευσης.
[5] Le Monde, « Le nouveau gouvernement italien s’attaque à l’immigration clandestine », 14 Mai 2008, p.9
[6] Π.δ. 181 της 1ης Νοέμβρη 2007.
[7] COM (2007) 637, «Σχετικά με τις προϋποθέσεις εισόδου και διαμονής υπηκόων τρίτων χωρών με σκοπό την απασχόληση υψηλής ειδίκευσης».
[8] COM (2005) 391, «Σχετικά με τους κοινούς κανόνες και διαδικασίες για την επιστροφή των παρανόμως διαμενόντων υπηκόων τρίτων χωρών».
[9] www.dierectivedelahonte.org

Τετάρτη, 4 Νοεμβρίου 2009

Global Forum on Migration and Development και Αντι-Φόρουμ. Μια Διαφορετική Προσέγγιση


ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΔΡΑΣΗΣ ΓΙΑ ΤΑ ΑΝΘΡΩΠΙΝΑ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ


Η Ελλάδα φιλοξενεί στους κόλπους της αυτές τις ημέρες μια σημαντική διοργάνωση, το Παγκόσμιο Φόρουμ για τη Μετανάστευση και την Ανάπτυξη (Global Forum on Migration and Development – GFMD).
Το Παγκόσμιο Φόρουμ για τη Μετανάστευση και την Ανάπτυξη (GFMD) είναι μια διεθνής συνάντηση εθελοντικής, μη δεσμευτικής και άτυπης διακρατικής διαβούλευσης και διαλόγου, ανοικτού σε όλα τα κράτη-μέλη του ΟΗΕ. Δημιουργήθηκε, με αφορμή σχετική πρόταση του τέως Γενικού Γραμματέα των Ηνωμένων Εθνών, Κόφι Αννάν στη Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ στη Νέα Υόρκη, τον Σεπτέμβριο 2006.Το Φόρουμ διεξάγεται κάθε χρόνο, εναλλάξ σε μια ανεπτυγμένη και μια αναπτυσσόμενη χώρα. Για πρώτη φορά διεξήχθη το 2007 στις Βρυξέλλες. Το 2008 έγινε στη Μανίλα των Φιλιππίνων, ενώ για τη διοργάνωση του 2009 επελέγη η Αθήνα (θα ακολουθήσει διοργάνωση στο Μεξικό το 2010 και στην Ισπανία το 2011).Το GFMD χωρίζεται σε δύο σκέλη: το πρώτο αποτελεί ένα διεθνές Φόρουμ σε επίπεδο εκπροσώπων κυβερνήσεων και το δεύτερο μια διεθνή συνάντηση εκπροσώπων της Κοινωνίας των Πολιτών (μη-κυβερνητικών οργανώσεων, φορέων εργοδοτών, εργαζομένων, μεταναστών κ.λπ.) λεγόμενη Civil Society Days. Και τα δύο σώματα συζητούν το ίδιο θέμα σε ολομέλεια και σε επιμέρους συζητήσεις στρογγυλής τραπέζης. Ο διάλογος στο πλαίσιο της Κοινωνίας των Πολιτών καταλήγει σε συμπεράσματα, επισημάνσεις και προτάσεις, οι οποίες μπορούν στη συνέχεια να αξιοποιηθούν στον κυβερνητικό διάλογο.Το Ίδρυμα Ωνάση ανέλαβε τη διοργάνωση του δεύτερου σκέλους, ανεξάρτητα από την ελληνική κυβέρνηση, αλλά με την πλήρη υποστήριξή της. Και τα δύο Φόρουμ διεξάγονται στην Αθήνα αυτές τις μέρες: ειδικότερα το Φόρουμ της Κοινωνίας των Πολιτών ξεκίνησε χθες, 2 Νοεμβρίου και θα ολοκληρωθεί στις 3 Νοεμβρίου και το κυβερνητικό στις 4-5 Νοεμβρίου.
Την έναρξη του Φόρουμ της Κοινωνίας των Πολιτών για τη Μετανάστευση και την Ανάπτυξη, που προηγείται της διακυβερνητικής διάσκεψης και διοργανώνει το Κοινωφελές Ίδρυμα Αλέξανδρος Ωνάσης, κήρυξε χθες Δευτέρα, ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας Κάρολος Παπούλιας. Τις εργασίες της συνάντησης θα χαιρετίσουν την Τετάρτη, ο Γενικός Γραμματέας του ΟΗΕ Μπαν Κι Μουν και ο πρωθυπουργός Γιώργος Παπανδρέου. Αναμένεται να πάρουν μέρος περισσότερες από 130 Κυβερνήσεις, 40 Διεθνείς και Περιφερειακοί Οργανισμοί ως παρατηρητές και πάνω από 250 εκπρόσωποι της Κοινωνίας των Πολιτών.Στις εργασίες του Παγκόσμιου Φόρουμ, που θα διαρκέσει έως τις 5 Νοεμβρίου, θα προεδρεύσει ο διεθνώς καταξιωμένος σκηνοθέτης και με ενεργό ανάμειξη σε ζητήματα μετανάστευσης, Κώστας Γαβράς. Συνολικά, σύμφωνα με τις επίσημες εκτιμήσεις, στις εργασίες του Φόρουμ θα συμμετέχουν εκπρόσωποι 250 διεθνών οργανισμών μεταναστών, διασποράς, ανάπτυξης καθώς και εκπρόσωποι του ακαδημαϊκού χώρου και της ιδιωτικής πρωτοβουλίας προερχόμενοι από 75 χώρες. Τις εργασίες θα παρακολουθήσουν, επίσης 50 παρατηρητές του ΟΗΕ, διεθνών κυβερνήσεων και οργανισμών, με σκοπό να μεταφέρουν τα συμπεράσματα και τις προτάσεις της Κοινωνίας των Πολιτών στους θεσμούς που εκπροσωπούν. {H ιστοσελίδα www.gfmd2009.org περιέχει ενημερωτικό υλικό σχετικά με το Φόρουμ της Κοινωνίας των Πολιτών σε τέσσερεις γλώσσες (Αγγλικά, Γαλλικά, Ισπανικά και Ελληνικά), πλην όμως μέχρι τώρα στάθηκε αδύνατο να ενημερωθεί το κοινό ως προς το ΠΟΙΕΣ είναι αυτές οι οργανώσεις που τελικά συμμετέχουν στο Φόρουμ, με ποια κριτήρια επιλέχθηκαν οι συμμετέχοντες από το Ίδρυμα Ωνάση, ποιοι εμπειρογνώμονες αποφάσισαν και με ποιες ειδικές γνώσεις για τη δραστηριότητα κάθε οργάνωσης ανά τον κόσμο, καθώς και το ποιες ΜΚΟ μεταναστών συμμετέχουν αντιπροσωπευτικά. Επίσης, αναφέρθηκε δημοσίως ότι σε πολύ σημαντικές ΜΚΟ του εξωτερικού που ασχολούνται με το μεταναστευτικό ζήτημα, δεν δόθηκε η δυνατότητα συμμετοχής, καθώς τα Ελληνικά Προξενεία στις χώρες τους δεν δέχθηκαν να τους χορηγήσουν visa εισόδου στην Ελληνική επικράτεια}.Στον αντίποδα της επίσημης διοργάνωσης, διεξάγονται και δραστηριότητες της Διεθνούς Συνόδου Μεταναστευτικών και Αντιρατσιστικών Οργανώσεων, κάτι που ονομάστηκε «Αντι-Φόρουμ».


Η ΘΕΣΗ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΔΡΑΣΗΣ ΓΙΑ ΤΑ ΑΝΘΡΩΠΙΝΑ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ

Αποτελεί πάγια θέση της οργάνωσής μας ότι οι εκδηλώσεις υπέρ των μεταναστών (συζητήσεις, συναυλίες, συνέδρια, εκθέσεις κλπ.) είναι απολύτως αναγκαίες στους κόλπους της ελληνικής κοινωνίας.
Η διοργάνωση του 3ου Φόρουμ στην Αθήνα είναι κάτι όχι μόνο καλοδεχούμενο αλλά και ιδιαίτερα σημαντικό.
Να θυμίσουμε ότι το Φόρουμ συνιστά μια διεθνή συνάντηση "άτυπης" διακρατικής διαβούλευσης με θέμα τη «σύνδεση της μετανάστευσης με την ανάπτυξη».
Η –υποτίθεται ζητούμενη- «σύνδεση της μετανάστευσης με την ανάπτυξη» είναι κάτι τόσο αυτονόητο και αδιαμφισβήτητο στην πράξη, όσο το να γεμίσει νερό η στέρνα όταν βρέχει. Το ζήτημα είναι ότι μέσα από δράσεις όπως αυτή του Φόρουμ θα μπορέσει, ενδεχομένως, να γίνει ευρύτερα γνωστή αυτή η διάσταση της μετανάστευσης, συντελώντας στη διασκέδαση της πλανημένης αντίληψης των πολιτών ότι η μετανάστευση αποτελεί απειλή για την οικονομία της χώρας τους και εν τέλει για τη διατήρηση της θέσης εργασίας τους (ας μην ξεχνάμε ότι, τελευταία, έγινε στροφή στο περιεχόμενο της ξενοφοβικής «υστερίας», αντί δηλαδή να εντοπίζει ο πολίτης την αιτία του φόβου του για τον ξένο ιδίως στην «ασφάλεια» και τη «δημόσια τάξη», άρχισε να δικαιολογεί τα ρατσιστικά συναισθήματα στη βάση του φόβου για την απώλεια της θέσης εργασίας και για την αόριστη «κατάρρευση» της οικονομίας λόγω της αύξησης των μεταναστευτικών ροών).
Η παρουσία εκπροσώπων όλων αυτών των κρατών δεν μπορεί παρά να ζωογονήσει την ευρύτερη Ελληνική συζήτηση (αλλά και γνώση και αποτελεσματικότερη αντιμετώπιση από τους επίσημους φορείς) για το μεταναστευτικό ζήτημα, το οποίο δεν μπορεί, δυστυχώς, να νοηθεί αποκομμένο από το ζήτημα του σεβασμού των ανθρωπίνων δικαιωμάτων.
Και λέμε «δυστυχώς», γιατί, δυστυχώς, είναι γεγονός ότι οι «ξένοι» αποτελούν το ευφορότερο χωράφι για την «άνθιση» φαινομένων παραβίασης ανθρωπίνων δικαιωμάτων, και μάλιστα των στοιχειωδέστερων και θεμελιωδέστερων αυτών (κάτι που ελπίζουμε ν’ αναδειχθεί στο Φόρουμ απ’ όσους κατάφεραν να πάρουν μέρος και να εμπνεύσει προτάσεις και λύσεις στη διακυβερνητική διάσκεψη που θ’ ακολουθήσει, πλουτίζοντας και βαθαίνοντας το διακυβερνητικό διάλογο).

Από την άλλη μεριά, βλέπουμε θετικά τις συζητήσεις και τη συναυλία του «Αντι-Φόρουμ» για το μεταναστευτικό ζήτημα, παρ’ όλο που διαφωνούμε τόσο με τον όρο και την αισθητική του «Αντι», όσο και με την έλλειψη προτάσεων και στοχευμένης – ουσιαστικής πρότασης. Δείχνει, δηλαδή, ακόμα και με τον τίτλο της, να στερείται, η συγκεκριμένη κινητοποίηση, εκείνες τις ποιότητες που θα της προσέδιδαν το ρόλο του θετικού παράγοντα στην επίλυση των προβλημάτων. Η περικύκλωση του χώρου την ώρα που μιλά ο Μπαν Κι Μουν, η σαφής δηλαδή διαμαρτυρία που εκφράζεται με μια τέτοια κίνηση, βάλλει άραγε κατά του ΟΗΕ; Τι όφελος θα μπορούσε να έχει μια τέτοια κίνηση για τους μετανάστες;

Είναι αναγκαίο να υπάρξουν ρεαλιστικές και εφαρμόσιμες αντι-προτάσεις, ειδικά όταν κάποιος δηλώνει «ΑΝΤΙ-», τοποθετώντας, δηλαδή, στο χώρο μιαν απουσία.
Το μεταναστευτικό ζήτημα δεν είναι ορθό να χρησιμοποιείται ως όχημα αντικαπιταλιστικής - αντιϊμπεριαλιστικής διαμαρτυρίας και αντιπαράθεσης. Κάτι τέτοιο δεν εξυπηρετεί πρωτίστως τους ίδιους τους μετανάστες. Αν η επικοινωνία της –αυτονόητης!- διάστασης της συμβολής τους στην οικονομική ανάπτυξη ενός τόπου είναι ικανή να βελτιώσει ποικιλοτρόπως το status quo τους και να συμβάλλει στην άρση των ρατσιστικών νοοτροπιών, τότε μια τέτοια προοπτική είναι αναντίρρητα καλοδεχούμενη!

Αν ήθελε κάποιος να συμβάλλει αποτελεσματικά, μέσω διαβούλευσης και δομημένης ανταλλαγής απόψεων, στην βελτίωση της κατάστασης των μεταναστών στην Ελλάδα, θα μπορούσε να ενεργήσει όχι ένα Αντι-Φόρουμ αλλά, ενδεχομένως, ένα «Παράλληλο Φόρουμ», όπου θα επιτυγχανόταν μια ευρύτερη, ανοιχτότερη εκπροσώπηση των ΜΚΟ και συλλογικοτήτων που ασχολούνται με το θέμα, αλλά και την πραγματική παρουσία των οργανώσεων των ίδιων των μεταναστών (κάτι το οποίο το επίσημο 3ο Φόρουμ -μάλλον- υποτίμησε, τόσο σε επίπεδο επικοινωνίας και δημοσιότητας, όσο σε επίπεδο επίτευξης πραγματικής αντιπροσωπευτικής εκπροσώπησης –ούτε αυτό, όμως, μπορεί να το πει κανείς με βεβαιότητα, αφού, προς κατάπληξη πολλών, δεν έχει δοθεί στη δημοσιότητα κατάλογος συμμετεχόντων).

Η «Ελληνική Δράση για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα» (http://hellenicaction.blogspot.com) έχει επανειλημμένα προτείνει τη δημιουργία στην Ελλάδα μιας συνόδου της Κοινωνίας των Πολιτών, η οποία θα συνέρχεται τουλάχιστον μια φορά κάθε δυο μήνες, συζητώντας, προτείνοντας, δημιουργώντας ομάδες εργασίας και δρώντας – παρεμβαίνοντας συλλογικά, δημιουργικά και δυναμικά.
Τόσο με αφορμή τα καταγγελλόμενα «δημοκρατικά» ελλείμματα στη διοργάνωση του 3ου Διεθνούς Φόρουμ, όσο και με αφορμή την –άσφαιρη, κατά την άποψή μας- διενέργεια του Αντι-Φόρουμ, επαναφέρουμε την πρόσκλησή μας αυτή προς ΜΚΟ, συλλογικότητες αλλά ακόμα και φυσικά πρόσωπα με έντονη παρουσία στο χώρο, για τη ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ μιας ΜΟΝΙΜΗΣ ΔΙΑΡΚΟΥΣ ΣΥΝΟΔΟΥ στην Ελλάδα και δεσμευόμαστε ότι θα εργαστούμε προς την κατεύθυνση της υλοποίησής της.

Πέμπτη, 29 Οκτωβρίου 2009

Εμείς είμαστε με την ασφάλεια κι όχι με την "ασφαλίτικη" παραπλανητική εκδοχή της!

Του Δημήτρη Χριστόπουλου*
Τα τελευταία χρόνια σε όλη την Ευρώπη, συμπεριλαμβανομένης και της Ελλάδας, βιώνουμε μια μακρόσυρτη συγκυρία εκφυλισμού κομβικών εννοιών της δικαιοκρατικής ιδέας: αυτή είναι η βασική θέση που εκφράζεται στις γραμμές που ακολουθούν. Οι παραπάνω έννοιες αφορούν τον πυρήνα των εγγυητικών λειτουργιών του πολιτεύματος, με πρώτη και καλύτερη την έννοια της ασφάλειας.
Ας το δούμε. Η ασφάλεια είναι βασική προϋπόθεση του ευ ζην, τόσο σε ατομικό όσο και σε κοινοτικό επίπεδο. Χωρίς μια στοιχειώδη αίσθηση ασφάλειας, δεν νοείται ανθρώπινη κοινότητα διότι ακυρώνονται οι σχέσεις μεταξύ των προσώπων. Χωρίς ασφάλεια, δεν νοείται ουσιαστική ύπαρξη και αποτελεσματική άσκηση δικαιωμάτων από ανθρώπους. Ο άνθρωπος που είτε κινδυνεύει είτε νομίζει ότι κινδυνεύει περιορίζει, εξ ορισμού, και τον χώρο άσκησης της ελευθερίας του, υπό την προφανή έννοια ότι δεσμεύει τις επιλογές του. Περαιτέρω στη διάσταση αυτή, η ίδια η αρχή του κράτους δικαίου --κράτους κανόνων και όχι αποφάσεων-- είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με την ιδέα της ασφάλειας δικαίου, δηλαδή τη μόνιμη ανάγκη για προβλεψιμότητα των έννομων επιπτώσεων των πράξεων και των παραλείψεων των ανθρώπων. Είμαστε ασφαλείς όταν ξέρουμε τι πρόκειται να μας συμβεί εάν κάνουμε ή δεν κάνουμε κάτι.

Μια ασφάλεια ποινικού τιμωρητικού χαρακτήρα
Αυτή η αυτονόητη εκδοχή της ασφάλειας σήμερα απαξιώνεται, αδρανοποιείται και δίνει τη θέση σε μια γενικόλογη αφαίρεση ασφάλειας ποινικού τιμωρητικού χαρακτήρα. Εμβληματικό ρόλο σε αυτή την εννοιολογική εκτροπή παίζει ο τρόπος με τον οποίο προσλαμβάνεται η μετανάστευση. Ας θυμίσουμε λίγο το πρόσφατο Προεδρικό Διάταγμα, το οποίο αναθέτει την εξέταση του αιτήματος ασύλου στην αποκλειστική αρμοδιότητα των αστυνομικών διευθυντών και στερεί από τους αιτούντες άσυλο το δικαίωμα εξέτασης του αιτήματός τους σε δεύτερο βαθμό. Ο αστυνομικός διευθυντής άλλα --οφείλει να-- ξέρει, και όχι σε ποιες περιοχές του πλανήτη διώκονται οι άνθρωποι. Περαιτέρω, το Διάταγμα παρατείνει τη διοικητική κράτηση για περίοδο έως και ένα έτος, προβλέποντας μια υπέρμετρα αυστηρή ποινή στέρησης της ελευθερίας σε βάρος ανθρώπων που δεν έχουν παραβιάσει άλλον κανόνα δικαίου παρά μόνο στερούνται των νομιμοποιητικών εγγράφων παραμονής στη χώρα. Τρίτο και χειρότερο, το Διάταγμα δίνει τη δυνατότητα σε κάθε αστυνομικό διευθυντή να διατάσσει την απέλαση κάθε αλλοδαπού σε βάρος του οποίου έχει ασκηθεί ποινική δίωξη για κάθε πλημμέλημα, χωρίς να απαιτείται τελεσίδικη καταδίκη από δικαστήριο. Όπως έχει ήδη ειπωθεί, πρόκειται για διάταξη που --πέραν των άλλων-- βάλλει ευθέως κατά του τεκμηρίου αθωότητας, εισάγοντας εκ νέου στην ελληνική πολιτική ιστορία ένα αντικειμενικό κριτήριο επικινδυνότητας μιας ομάδας ανθρώπων επειδή δεν είναι Έλληνες. Για να μην ξεχνιόμαστε, μέχρι πριν από 35 χρόνια, το ίδιο κριτήριο επικινδυνότητας υπήρχε για μια μερίδα ημεδαπών "ανάξιων" να είναι Έλληνες.
Η αντιμετώπιση της μετανάστευσης με όρους άμυνας που παραπέμπουν σε υπηρεσίες δίωξης ενισχύει την ανασφάλεια δικαίου, τοποθετώντας κρίσιμα πληθυσμιακά μεγέθη --όχι μόνο μεταναστών-- σε ένα μόνιμο καθεστώς ομηρίας και ατελέσφορης μετάβασης από τη νομιμότητα στην παρανομία όσον αφορά την παραμονή και την εργασία. Οι άνθρωποι παρανομούν διότι αδυνατούν να είναι νόμιμοι, προκειμένου να επιτελούν στοιχειώδεις κοινωνικές λειτουργίες. Η διαρκής λοιπόν αναζήτηση της ασφάλειας με όρους τιμωρίας και δίωξης ενισχύει την ανασφάλεια
α) σε επίπεδο πραγματικής διακινδύνευσης, εφόσον το καθεστώς παρανομίας εκτρέφει δεδομένα παραβατικές συμπεριφορές, εκθέτοντας τους ανθρώπους σε δίκτυα προστασίας που υποκαθιστούν το κράτος
β) τροφοδοτεί το αίσθημα ανασφάλειας, μεταναστών και μη, καθώς αμφότεροι νιώθουν απειλούμενοι
γ) κατεξοχήν ενισχύει την ανασφάλεια δικαίου, καθώς η διαρκής αναζήτηση της ασφάλειας με όρους δίωξης παραπέμπει σε διοικητικές συμπεριφορές που παραβιάζουν συνταγματικές εγγυήσεις.

"Εμείς είμαστε με την ασφάλεια"
Με αφορμή λοιπόν τη μετανάστευση, η οποία ωστόσο δεν είναι το μόνο παράδειγμα ούτε αποσυνδέεται από ευρύτερες εξελίξεις στην κοινωνία, μπορούμε να διαπιστώσουμε τη συστηματική εκτροπή των συλλογικών συνειρμών σχετικά με την έννοια και το περιεχόμενο της ασφάλειας. Η έννοια αυτή συρρικνώνεται πλέον στην αστυνομική διάστασή της, αν δεν ταυτίζεται πλέον με αυτήν. Παράλληλα, εξορίζεται η κοινωνική πρόσληψη της ασφάλειας, τόσο από το συλλογικό συνειρμικό της κοινής γνώμης όσο και από τον δημόσιο λόγο. Η εξέλιξη αυτή προϋποθέτει, αλλά και συνεπάγεται μια γενικότερη απαξίωση της έννοιας της ασφάλειας, με άμεσα θύματα τους κοινωνικά αδύναμους ή εν δυνάμει ύποπτους, με τους μετανάστες πρώτους απ' όλους. Η εν λόγω συρρίκνωση συνοδεύεται επίσης και από τη σταδιακή απαλλαγή της πολιτείας από την ανάληψη ευθυνών για την κοινωνική προστασία των μελών της, πολιτών ή μη.
Το παράδοξο εδώ είναι ότι, δυστυχώς, θύματα αυτής της εννοιολογικής εκτροπής της ασφάλειας δεν είναι μόνο οι εν δυνάμει "διώκτες" αλλά και ο πολιτικός χώρος που τρέφει ειλικρινή αισθήματα αλληλεγγύης προς τον μεταναστευτικό πληθυσμό και αγωνίζεται για τα δίκαιά του. Η ασφάλεια εννοιολογείται σχεδόν αποκλειστικά κατ' αντιπαράθεση εφ' όλης της ύλης με την ελευθερία, ωσάν τα δύο μεγέθη να τελούν σε διαρκή εγγενή αλληλεξουδετέρωση.
Ασφαλώς, είναι αλήθεια ότι διλήμματα μεταξύ ελευθερίας και ασφάλειας δεν είναι ανύπαρκτα, αλλά η εξ ολοκλήρου αντιθετική συμβίωση των δύο είναι πρόσληψη μονομερής και εντελώς παραπλανητική, καθώς αφορά μόνο αυτή την εκφυλισμένη, απαξιωνόμενη έννοια της ασφάλειας που εξομοιώνεται με τη δίωξη και τιμωρία. Η έννοια όμως της ασφάλειας, όπως είδαμε, είναι δεδομένα πιο περιεκτική, καθώς παραπέμπει σε ένα πεδίο ευθύνης, πρόνοιας και προστασίας των ανθρώπων μέσα από τη φροντίδα κοινωνικής ενσωμάτωσης και αποτελεσματικής απολαβής δικαιωμάτων όλων των μελών του κοινωνικού συνόλου. Η ασφαλής κοινωνία έχει μεν αστυνομία, αλλά έχει σχολεία που δεν απαξιώνουν την ταυτότητα των μεταναστών, έχει αξιοπρεπή περίθαλψη όλων των ανθρώπων, αποτελεσματική εργασιακή νομοθεσία και άλλα συναφή.
Ενώ λοιπόν θα περίμενε κανείς από τον πολιτικό χώρο που υπερασπίζεται τους μετανάστες και τα δικαιώματά τους να αναδείξει σε κεντρικό προγραμματικό λόγο τον περιεκτικό κοινωνικό προσανατολισμό της έννοιας της ασφάλειας, συχνά ο χώρος αυτός πέφτει στην παγίδα της εννοιολογικής αυτής εκτροπής, αναπαράγοντας το γνωστό δίλημμα "ασφάλεια ή ελευθερία", με δεδομένη εκ των προτέρων την ελευθερία ως απάντηση. Διότι τι άλλη απάντηση θα μπορούσε να δώσει; Τι καλύτερο δώρο στην ακροδεξιά και τις νεοσυντηρητικές πολιτικές, στις οποίες κληρονομείται διά μαγείας η αποκλειστική νομή, τα πνευματικά δικαιώματα επί της ασφάλειας.
Είναι επιτακτική ανάγκη λοιπόν να αναλάβουμε την πολιτική ευθύνη του επαναπατρισμού της έννοιας της ασφάλειας μέσω της επανεννοιολόγησής της και της απαγκίστρωσής της από την "ασφαλίτικη", πολιτικά μονοδιάστατη και μεθοδολογικά παραπλανητική εκδοχή της. Κι αυτό πλέον μπορεί να γίνει μόνο με όρους επιθετικής πολιτικής ρητορικής και όχι απολογητικά, διότι η ακροδεξιά καιροφυλακτεί, όχι απλώς ενισχύοντας την εκλογική της δύναμη, αλλά κυρίως εισάγοντας την πολιτική της ατζέντα στον αμήχανο αστικό συνασπισμό εξουσίας, όπως είδαμε μετά τις ευρωεκλογές στην Ελλάδα.
Μια απάντηση που μπορούμε και πρέπει να σκεφτούμε είναι: "Εμείς είμαστε με την ασφάλεια, εμείς που παλεύουμε για ατομικά, πολιτικά και κοινωνικά δικαιώματα των μεταναστών και όλων των ανθρώπων, και όχι εσείς που υποδαυλίζετε με τη ρητορεία σας τη μισαλλοδοξία και τον φόβο μεταξύ των ανθρώπων στο όνομα της ασφάλειας τους: διότι εσείς απειλείτε έτσι την ασφάλεια των κοινοτήτων μας".


*Ο Δημήτρης Χριστόπουλος διδάσκει στο Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Ιστορίας του Παντείου Πανεπιστημίου και είναι πρόεδρος της Ελληνικής Ένωσης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου.
Δημοσιευθέν στην εφημερίδα "Αυγή" στις 20/9/2009, διαθέσιμο και στην ιστοσελίδα της "Ελληνικής Ένωσης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου" www.hlhr.gr

Τετάρτη, 28 Οκτωβρίου 2009

Δικαιώματα σε συνθήκες οικονομικής κρίσης

Αναδημοσίευση από την εφημερίδα "Αυγή"
του Δημητρη Χριστοπουλου
Δικαιώματα σε συνθήκες οικονομικής κρίσης
Στις ευρωεκλογές του Ιουνίου η συζήτηση για τη μετανάστευση και την ασφάλεια προσέδωσε μια έντονη χροιά αυταρχισμού στις συζητήσεις μεταξύ των κομμάτων, με τις γνωστές, εκ των προτέρων, λιγοστές εξαιρέσεις. Η ελληνική ακροδεξιά, όπως εκφράζεται μέσα από τον ΛΑΟΣ, κατάφερε όχι απλώς να ενισχύσει τότε τα εκλογικά της ποσοστά, αλλά κυρίως να εισάγει στη μετεκλογική πολιτική ατζέντα το ζήτημα της μετανάστευσης με τον χειρότερο δυνατό τρόπο για την ελληνική κοινωνία. Σε αυτό, βέβαια, βρήκε αμήχανους συμπαραστάτες στο τότε κυβερνητικό στρατόπεδο, οι οποίοι, σε κατάσταση μετεκλογικού πανικού, έκαναν ό,τι μπορούσαν προκειμένου να ενισχύσουν τη φαρέτρα των μισαλλόδοξων επιχειρημάτων, επανεισάγοντας στην ελληνική νομοθεσία και διοίκηση εξαιρετικά βάναυσες για τους μετανάστες πρακτικές, τόσο σε ατομικό όσο και συστημικό επίπεδο. Το ΠΑΣΟΚ, από την πλευρά του, για ακόμη μια φορά, φάνηκε ανίκανο να απομακρυνθεί σε επίπεδο στελεχών από αυτή την αυταρχική υστερία, έστω και εάν, μορφολογικά, ο πολιτικός του λόγος προφανώς διαφοροποιούνταν. Το καλοκαίρι του 2009 θα καταγραφεί ίσως ως το πιο σκληρό της τελευταίας δεκαετίας όσον αφορά τη μεταχείριση μεταναστών χωρίς χαρτιά.
Το --ευχάριστα-- παράξενο είναι ότι η τηλεκατευθυνόμενη συζήτηση σχετικά με την ασφάλεια και τη μετανάστευση, που σχεδόν μονοπώλησε τον γκρίζο πολιτικό ορίζοντα μετά τις ευρωεκλογές, φαίνεται να ξεφούσκωσε: σχεδόν κανένας σήμερα, αν εξαιρέσουμε τις αγοραίες κορώνες της ακροδεξιάς, δεν μοιάζει να δείχνει για τη μετανάστευση το αρνητικά φορτισμένο ενδιαφέρον που εμφανιζόταν μέχρι πριν λίγους μήνες. Σαν να είμαστε σε άλλο κράτος… Πρόσφατη έρευνα της Public Issue δείχνει ότι μόλις το 2% του εκλογικού σώματος θεωρεί το μεταναστευτικό σπουδαίο ζήτημα, σε αντίθεση με το 18% του Ιουνίου.1 Σήμερα, το θέμα είναι το δημοσιονομικό σε συνθήκες οικονομικής κρίσης, ενώ στις πρόσφατες τηλεμαχίες --με τη θλιβερή εξαίρεση του αρχηγού του ΛΑΟΣ, ο οποίος έφτασε ακόμη και στη Συνθήκη του Αγίου Στεφάνου (1878!) για να αιτιολογήσει τις εδαφικές "βλέψεις" που τροφοδοτεί η παρουσία Βουλγάρων μεταναστών στην Ελλάδα-- κανένας από τους πολιτικούς αρχηγούς δεν ασχολήθηκε επισταμένως με το μεταναστευτικό, ούτε καν οι δημοσιογράφοι που το έκαναν πρωτοσέλιδο φόβου τον Ιούνιο.
Σε συνθήκες οικονομικής κρίσης πάντως, αναδεικνύονται εξ αντικειμένου μείζονες απειλές στα δικαιώματα. Καταρχάς, η οικονομική κρίση δημιουργεί προϋποθέσεις υψηλής επικινδυνότητας στην απολαβή των κοινωνικών δικαιωμάτων, με πρώτο αυτό της εργασίας και, γενικότερα, της αξιοπρεπούς διαβίωσης για μείζονα πληθυσμιακά στρώματα. Η εργασιακή απειλή εκτείνεται όμως, κατά δεύτερο λόγο, και στην αποτελεσματική άσκηση των υπολοίπων δικαιωμάτων, καθώς πάγια απάντηση των νεοφιλελεύθερων πολιτικών στη διαμαρτυρία που προκαλεί η συστολή των κοινωνικών δικαιωμάτων είναι ο περιορισμός των ατομικών: η αστυνομική καταστολή και η απαξίωση της ανθρώπινης αξιοπρέπειας είναι αναγκαίο παρακολούθημα συγκεκριμένων επιλογών στον χώρο της οικονομίας που επιχειρούν να αλλάξουν τη σχέση κεφαλαίου-εργασίας, αποδίδοντας στο κεφάλαιο περαιτέρω συγκριτικά πλεονεκτήματα για την αντιμετώπιση της ύφεσης.
Σε αυτό το περιβάλλον, η προστασία των δικαιωμάτων των ανθρώπων και η επεξεργασία στρατηγικών προώθησής τους αποτελεί κεντρικό προγραμματικό καθήκον με δομικές αναφορές στη μείζονα αντίθεση που βιώνει η κοινωνία μας, και όχι περιφερειακή ενασχόληση υπερευαίσθητων πολιτών ή ένδειξη ανθρωπισμού.

Τι έχουμε μπροστά μας στο πεδίο των ατομικών δικαιωμάτων;
I. Aστυνομική καταστολή
Δυστυχώς για το ελληνικό πολίτευμα, η αστυνομική βία προσλαμβάνεται διαρκώς ως φυσιολογική λειτουργία του συστήματος καταστολής· αυτό που αλλάζει είναι οι ομάδες που βρίσκονται στο στόχαστρο. Μια έξη συγκάλυψης και ατιμωρησίας είναι εδραιωμένη στο αστυνομικό σώμα, με αποτέλεσμα, όπως υποδεικνύουν όλες οι καταγραφές κρουσμάτων βίας τα τελευταία χρόνια, να επιβιώνει και να ενισχύεται μια δομική υποκουλτούρα βίας σε μείζονα τμήματα της Ελληνικής Αστυνομίας. Τίθεται πλέον επιτακτικά το ζήτημα της επανεξέτασης της άνευ όρων οπλοχρησίας και οπλοφορίας των σωμάτων Ασφαλείας, της ουσιαστικής διερεύνησης περιστατικών βίας εκ μέρους αστυνομικών οργάνων με απόδοση ευθυνών και πλήρη εφαρμογή των προβλεπόμενων πειθαρχικών και ποινικών μέτρων. Η εκ βάθρων μεταρρύθμιση της δομής και της λειτουργίας της Ελληνικής Αστυνομίας, με στόχο να ξεριζωθεί ο αυταρχισμός και η αδικαιολόγητη βία των αστυνομικών οργάνων κατά ελλήνων πολιτών και μεταναστών ως "θεμιτό" μέσο άσκησης του ρόλου τους, είναι το κατεξοχήν ζητούμενο.
ΙΙ. Σωφρονιστικό
Η κατάσταση στις φυλακές δεν περιποιεί τιμή στην ελληνική πολιτεία. Ο αγώνας των κρατουμένων το φθινόπωρο του 2008 έμεινε σχεδόν αδικαίωτος. Η διαβεβαίωση του Σωφρονιστικού Κώδικα ότι "ο κρατούμενος δεν στερείται κανένα άλλο δικαίωμα παρά μόνο την ελευθερία του" ηχεί σαν κακόγουστο αστείο, αφού κατά κανόνα διακυβεύεται η αξιοπρέπεια, η υγεία, η ασφάλεια, ακόμη και η ίδια η ζωή των κρατουμένων. Η υιοθέτηση σειράς ρυθμίσεων είναι επιτακτική ανάγκη, τόσο στο επίπεδο των υποδομών όσο και στο θεσμικό επίπεδο: άρση του αποκλεισμού επισκέψεων και αυτοψιών στους χώρους κράτησης από ανεξάρτητους φορείς, αποκλιμάκωση της νομοθεσίας για τα ναρκωτικά, απόλυση των κρατουμένων για χρηματικές ποινές με βεβαίωση των οφειλόμενων ποσών στο δημόσιο ταμείο, άμεση μείωση του ανώτατου χρόνου προσωρινής κράτησης στους 12 μήνες, υλοποίηση, ενίσχυση και επέκταση των προβλεπόμενων εναλλακτικών ποινών, της κοινωνικής εργασίας και της ημιελεύθερης διαβίωσης.
ΙΙΙ. Ιδιωτικότητα
Με πρωτοστάτη μερίδα του Τύπου, τα κρυφά βίντεο και η δημοσιοποίηση προϊόντων τηλεφωνικών υποκλοπών φαίνεται πλέον να μονοπωλούν το ενδιαφέρον δημοσιογράφων αλλά και πολιτικών, ως αποδεικτικά στοιχεία εκβιασμών ή άλλων ποινικά κολάσιμων πράξεων. Η εξυπηρέτηση του υπέρτατου σκοπού, της "αποκάλυψης της αλήθειας", διαλύει συθέμελα τον σκληρό πυρήνα της ανθρώπινης ιδιωτικότητας, ατιμώρητα. Παράλληλα, από τα τηλεοπτικά παράθυρα, εγκαλείται όποιος δεν αποδέχεται την κρυφή βιντεοσκόπηση και τη λογική της, τη μετατροπή όλων σε αυτοσχέδιους ντετέκτιβ και της πολιτικής κοινωνίας σε κοινωνία της κλειδαρότρυπας. Φτάνουμε έτσι στον παραλογισμό η κρυφή παρακολούθηση να εμφανίζεται στην κοινή γνώμη ως αυτονόητη και κανονική. Η αντίσταση στην κατάφωρη παραβίαση της ιδιωτικότητας με τη χρήση κρυφών μέσων παρακολούθησης είναι, εν τέλει, αντίσταση στην κρυφή γοητεία της παραβίασης των εγγυήσεων του Συντάγματος.
IV. Θρησκευτική ελευθερία
Κατά κοινή ομολογία, η Ελλάδα την τελευταία εικοσαετία, υπό την πίεση συνεχιζόμενων καταδικαστικών αποφάσεων του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, έχει κάνει βήματα προόδου στο παραδοσιακά ευαίσθητο για τη χώρα ζήτημα της θρησκευτικής ελευθερίας. Ωστόσο, με δεδομένο το υπάρχον καθεστώς σχέσεων κράτους-Εκκλησίας στην Ελλάδα, τα περιθώρια βελτίωσης έχουν συγκεκριμένο όριο. Οι σχέσεις κράτους-Εκκλησίας είναι ζήτημα που αφορά μεν τον οργανωτικό ιστό του πολιτεύματος, ωστόσο έχει πολλαπλές επιπτώσεις για τον ζωτικό χώρο των δικαιωμάτων μας. Σε μεγάλα ζητήματα όπως η καύση των νεκρών, η θρησκευτική κατήχηση, ο όρκος, η προσευχή κλπ. μπορεί ενδεχομένως να βρεθούν επιμέρους αρμόζουσες λύσεις· ωστόσο μια συνολική προοπτική θεσμικής απομάκρυνσης του κράτους από την Εκκλησία2 είναι η μόνη που μπορεί δυνητικά να θεραπεύσει και άλλες ασθένειες που προκαλούν οι υπόγειες --και συχνά παράνομες-- διαδρομές σφιχτού εναγκαλισμού κράτους και Εκκλησίας, όπως έδειξε η πρόσφατη υπόθεση της μονής Βατοπεδίου.
V. Mειονότητες
Στο πρόσφατο ντιμπέιτ των έξι πολιτικών αρχηγών, ο εκπρόσωπος των Οικολόγων ρωτήθηκε δις εάν πιστεύει ότι υπάρχει μακεδονική μειονότητα στην Ελλάδα και εάν επικροτεί την παρουσία στελέχους του κόμματος στην παρουσίαση λεξικού που είχε ετοιμάσει στον Μεσοπόλεμο η ελληνική κυβέρνηση για τους σλαβόφωνους έλληνες αλλά απεσύρθη, πριν διανεμηθεί, εξαιτίας αντιδράσεων -- κάτι σαν την πρόσφατη υπόθεση με το βιβλίο Ιστορίας, δηλαδή... Η ερώτηση, σε στυλ νουθεσίας, υπονοούσε ότι δεν είναι δυνατόν εκπρόσωπος νόμιμου πολιτικού κόμματος" να λαμβάνει τέτοιες θέσεις. Το πρόβλημα στην Ελλάδα με τις μειονότητες δεν αφορά αποκλειστικά τους ανθρώπους που ανήκουν σε αυτές, αν και αυτοί είναι οι πρώτοι που βιώνουν το τίμημα να "επιμένουν μειονοτικά". Εκτείνεται και σε όλους όσοι μιλούν για μειονότητες, οι οποίοι ανακηρύσσονται "εθνικοί εχθροί", υφιστάμενοι τον αυταρχισμό και τη διαπόμπευση, επειδή απλώς επισημαίνουν το αυτονόητο: ότι μπορεί, δηλαδή, μειονότητες για το κράτος να είναι "ανύπαρκτες", αλλά αυτό δεν τις καθιστά και αόρατες.

Τι έχουμε μπροστά μας στο πεδίο των πολιτικών και κοινωνικών δικαιωμάτων
Ι. Ιθαγένεια στους μετανάστες που επιθυμούν

Η μεταπολίτευση έλυσε, κατά κανόνα, τα ζητήματα στέρησης της ελληνικής ιθαγένειας από τους έλληνες αντιφρονούντες, ενώ χρειάστηκε να φτάσουμε αισίως στο 1998 για να καταργηθεί η δυνατότητα αφαίρεσης της ελληνικής ιθαγένειας από μειονοτικούς, διά του περίφημου άρθρου 19 του Κώδικα Ελληνικής Ιθαγένειας. Ευτυχώς η Ελλάδα έχει αφήσει πίσω της αυτήν τη μακρόσυρτη συγκυρία, τα ίχνη της όμως παραμένουν στις αγκυλώσεις με τις οποίες η ελληνική διοίκηση αντιμετωπίζει το ζήτημα της κτήσης της ελληνικής ιθαγένειας από τους εκατοντάδες χιλιάδες μεταναστών που έχουν μετοικήσει στη χώρα. Είναι επιτακτική η ανάγκη μεταρρύθμισης του Κώδικα Ελληνικής Ιθαγένειας καθώς και αναθεώρησης της φοβικής, ενίοτε ρατσιστικής, νοοτροπίας με την οποία η διοίκηση αντιμετωπίζει αυτούς που επιθυμούν να πολιτογραφηθούν. Μια εφ' όλης της ύλης αλλαγή του Κώδικα Ιθαγένειας είναι σπουδαία πρόκληση για την Ελλάδα του 21ου αιώνα, μια ενδεδειγμένη με όρους δικαιωμάτων αλλά και πολιτικά ρεαλιστική προοπτική, η οποία δίνει νέα πνοή στην ταυτότητα της ελληνικής πολιτικής κοινότητας, λύνει πολλά προβλήματα στην καθημερινότητα των μεταναστών και κυρίως αναμετριέται με τους συστατικούς μύθους με τους οποίους έχουμε μάθει να κοιμόμαστε και να ξυπνάμε ως έθνος. Αυτή είναι εξάλλου και η κύρια, αλλά επείγουσα, διακύβευση στο πεδίο των πολιτικών δικαιωμάτων για την Ελλάδα σήμερα.3
II. Κοινωνικές πτυχές του μεταναστευτικού στην Ελλάδα
Τα κοινωνικά δικαιώματα αποτελούν τον αδύναμο κρίκο των δικαιωμάτων, καθώς είναι συνυφασμένα με προνοιακές πολιτικές, τις πρώτες που απωθούνται σε συνθήκες νεοφιλελεύθερης διαχείρισης της ύφεσης. Τα κοινωνικά δικαιώματα στις μέρες μας τελούν περαιτέρω σε καθεστώς κανονιστικής απαξίωσης. Λόγω της περιορισμένης αγωγιμότητάς τους, δεν γεννούν εξατομικευμένες έννομες υποκειμενικές αξιώσεις των ανθρώπων έναντι του κράτους, όπως τα ατομικά. Με απλά λόγια, παρά τη ρητή συνταγματική πρόβλεψη, ο άνεργος δεν μπορεί να στραφεί εναντίον κανενός επειδή είναι άνεργος. Με την έννοια αυτή, περισσότερο ίσως από άλλα δικαιώματα, τα κοινωνικά δικαιώματα είναι αντικείμενο συνεχούς διαπραγμάτευσης και διεκδίκησης. Όσο χαμηλότερης έντασης είναι η διεκδίκηση τόσο λιγότερες και οι πιθανότητες στοιχειωδώς να ικανοποιηθεί. Έτσι, μάλλον δεν πρέπει να εκπλήσσει το ότι οι άνθρωποι που δεν είναι καν σε θέση να διεκδικήσουν στερούνται οποιασδήποτε πρόσβασης στα κοινωνικά δικαιώματα: κατεξοχήν οι μετανάστες, αλλά όχι μόνο αυτοί.
Στην ουσία, οι μετανάστες αποτελούν μια "γκρίζα ζώνη" με δικαιώματα ελαστικά, υπό προθεσμία ή και εντελώς ανύπαρκτα. Η διατήρηση αυτής της απολύτως ρευστής κατάστασης δεν μπορεί να αποδοθεί, όπως συχνά λέγεται, σε "ανυπαρξία μεταναστευτικής πολιτικής" αλλά σε προφανή πολιτική επιλογή, με επίσης προφανή οικονομικά οφέλη από την υπερεκμετάλλευση της εργατικής δύναμης του πληθυσμού αυτού. Αυτό όμως που --κάνει πως-- δεν βλέπει η πολιτική αυτή επιλογή είναι το κολοσσιαίο μακροπρόθεσμο κόστος που έχει σε ό,τι αφορά την κοινωνική συνοχή και την ασφάλειά μας η διαιώνιση της παραμονής ενός πληθυσμού σε μόνιμο καθεστώς απειλής σε ό,τι αφορά την διαμονή, την εργασία του και τις υπόλοιπες βιοτικές του ανάγκες. Εάν η πρώτη γενιά μεταναστών δεν ήρθε με σπουδαίες προσδοκίες σε ό,τι αφορούσε τη ζωή της, τα πράγματα είναι πολύ διαφορετικά, όπως δείχνει με ενάργεια η ευρωπαϊκή εμπειρία, με τη λεγόμενη "δεύτερη γενιά", που δεν διστάζουν να διεκδικήσουν αυτά τα οποία απολαμβάνουν οι συνομήλικοί τους, και μάλιστα με τρόπο που ενίοτε μπορεί να ξενίσει.
Η νομιμοποίηση των ανθρώπων που εργάζονται στην Ελλάδα, και όχι το σπαγκοραμμένο σύστημα "νομιμοποιήσεων" που κρατά τον μισό μεταναστευτικό πληθυσμό στην παρανομία, είναι απαραίτητη. Ένα ρεαλιστικό και ευέλικτο σύστημα κοινωνικής ασφάλισης των αλλοδαπών εργαζομένων, το οποίο θα έχει πολλαπλώς ευεργετικά αποτελέσματα, και γι' αυτούς και για το κράτος, είναι επίσης ζητούμενο. Προτάσεις έχουν κατατεθεί από διάφορους φορείς, ενώ το παράδειγμα της συγκρίσιμης με εμάς Ισπανίας έχει ήδη δώσει ρεαλιστικές διεξόδους. Τέλος, υπάρχει το μείζον εκπαιδευτικό ζήτημα, για τους ανθρώπους που δεν έχουν την ελληνική ως μητρική γλώσσα, το οποίο για τις ελληνικές αρχές θεωρείται απλώς ανύπαρκτο.
Προφανώς, η δίχως χαρτιά μετανάστευση είναι ένα δύσκολο θέμα το οποίο δεν προσφέρεται για μαγικές λύσεις που υπόσχονται κατάργηση των συνόρων ή σύνορα-φρούρια: τα σύνορα ούτε αύριο καταργούνται ούτε άτρωτα είναι. Τα σύνορα είναι φίλτρα. Στις μέρες μας, οι ευρωπαϊκές πολιτικές, αντί της μηδενικής μετανάστευσης που έδειχνε να ακολουθείται την προηγούμενη δεκαετία, προκρίνουν διαδικασίες επιλεκτικής ρύθμισης, οι οποίες ευνοούν την περιορισμένη νομιμοποίηση με σταδιακή --εάν όχι κατάργηση, τουλάχιστον-- αδρανοποίηση του πολιτικού ασύλου.
Το μεταναστευτικό αποτελεί ζήτημα-πιλότο για μια στρατηγική προώθησης των επιμέρους διεκδικήσεων, καθώς τέμνει όλη την ύλη και λογική των δικαιωμάτων, αναδεικνύοντας με τον πιο μεστό τρόπο τα δικαιωματοκρατικά ελλείμματα της ελληνικής πολιτικής και κοινωνίας, στο σύνολό της. Με μια φράση, κακή διοίκηση για τους Έλληνες σημαίνει χειρότερη για τους μετανάστες. Κατεξοχήν θύματα απαξιωτικών μέχρι και βάναυσων συμπεριφορών που εύλογα οργίζουν τους ανθρώπους (αστυνομική βία, θρησκευτική μεροληψία κ.ά.) και κατάφωρα παραβιάζουν ατομικά δικαιώματα. Στο πεδίο των πολιτικών δικαιωμάτων, υποκείμενοι σε νόμους στη δημιουργία των οποίων αδυνατούν να συμβάλουν. Και, τέλος, στο πεδίο των κοινωνικών δικαιωμάτων, σε καθεστώς απόλυτης ανακλητότητας έστω και των πιο στοιχειωδών εγγυήσεων.

Αντί συμπεράσματος: λογοδοσία και δικαιώματα στην Ελλάδα
Η πολιτική κουλτούρα λογοδοσίας στην Ελλάδα είναι ούτως ή άλλως περιορισμένη, ενώ η συρρίκνωση των θεσμικών της ερεισμάτων (ανάμεσα σε άλλα, η προϊούσα απαξίωση ανεξαρτήτων αρχών) έχει συχνά ως αποτέλεσμα τη μετάθεση του ζητήματος της ευθύνης από το πολιτικό πεδίο απευθείας στο ποινικό. Οι εγνωσμένες δυσλειτουργίες του συστήματος απονομής δικαιοσύνης στη χώρα δημιουργούν τις προϋποθέσεις μιας εφ' όλης της ύλης θεσμικής διαστροφής: εφόσον οι θεσμοί δεν αποδίδουν, τότε το δίκιο αναζητείται στα "κανάλια".
Ο μετεκλογικός δρόμος των δικαιωμάτων και της λογοδοσίας είναι ανηφορικός στη χώρα όπου ο εισαγγελέας του Αρείου Πάγου αντιλαμβάνεται το ρόλο του σαν φύλακα-γνωματοδότη επί ζητημάτων δημόσιας ηθικής, τη στιγμή που που βάζει στο αρχείο τα σημαντικότερα σκάνδαλα της μεταπολίτευσης, ενώ ο δήμαρχος Αθηναίων απαξιώνει ευθέως με τον πιο αγοραίο τρόπο το Συμβούλιο της Επικρατείας για να τα έχει καλά με τους Παναθηναϊκούς. Τα παραπάνω μάς θέτουν ενώπιον της ανάγκης επεξεργασίας θέσεων, οι οποίες υπερβαίνουν την καταγγελία. Η καταγγελία χρειάζεται αλλά δεν αρκεί. Η ανηφόρα, για την οποία μιλάγαμε πριν, είναι μονόδρομος.

Υστερόγραφο
Μετά το αποτέλεσμα των εκλογών, καταγράφεται η δυνατότητα να προχωρήσουν σε ταχύτατο πολιτικό χρόνο αλλαγές, οι οποίες θα δώσουν νέο περιεχόμενο στο πεδίο του πολιτικού ανταγωνισμού για το κράτος δικαίου και τα δικαιώματα στην Ελλάδα. Aξιοποιώντας το εκλογικό αποτέλεσμα, την ανυπαρξία εκ δεξιών αντιπολίτευσης (με την εξαίρεση της ακροδεξιάς, που όμως η άνοδός της ήταν συγκρατημένη) και με κινήσεις ελάχιστου οικονομικού κόστους, η νέα κυβέρνηση μπορεί επιτέλους να λύσει κάποιους από τους ανοιχτούς λογαριασμούς της μεταπολίτευσης στο εν λόγω πεδίο. Μένει να δούμε εάν και αυτή τη φορά, το "πολιτικό κόστος" αυτής της αναμέτρησης θα εκτιμηθεί ως ισχυρότερο από το πραγματικό μακροπρόθεσμο κόστος που έχει για την ελληνική κοινωνία και το πολίτευμα η αναπαραγωγή της κατάστασης όπως αυτή έχει.

Ο Δημήτρης Χριστόπουλος διδάσκει στο Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Ιστορίας Παντείου και είναι Πρόεδρος της Ελληνικής Ένωσης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου.
Τμήμα των θέσεων που εκφράζονται στο άρθρο θεμελιώθηκαν σε δημόσιες παρεμβάσεις και την όλη προβληματική της Ελληνικής Ένωσης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου, κατά τη διάρκεια της τελευταίας διετίας (www.hlhr.gr)

1. Πρβλ. σε http://www.iospress.gr/megalo2009/megalo20090919.htm όπου αναδεικνύεται με σαφή τρόπο η χειραγώγηση του εκλογικού σώματος–τηλεοπτικού κοινού, με στόχο τη διαμόρφωση της λεγόμενης "πολιτικής ατζέντας".
2. Όπως αυτή που επεξεργάστηκε η Ελληνική Ένωση για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου το 2003 (πρβλ. www.hlhr.gr).
3. Εξ ου και η σχετική πρόταση νέου Κώδικα Ελληνικής Ιθαγένειας από την Ελληνική Ένωση για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου.

Τρίτη, 27 Οκτωβρίου 2009

Μαθήματα Ελληνικών δωρεάν από την Ελληνική Δράση για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα

Τα μαθήματα ελληνικών της οργάνωσής μας ξεκίνησαν για δεύτερη σεζόν. Υπάρχει τμήμα αρχαρίων, μέσο και προχωρημένων. Για αιτήσεις συμμετοχής παρακαλείσθε να επικοινωνήσετε μαζί μας στα τηλέφωνα 210-6920141 και 6973-373937.

Human Rights Watch: video on the situation of political refugees in Greece

Δείτε το video του HRW για τους πολιτικούς πρόσφυγες στην Ελλάδα. Χωρίς λόγια...
http://www.youtube.com/watch?v=W-OhZRQ_2SM

"Ανεπιθύμητοι Άνθρωποι - παράνομες απελάσεις αιτούντων άσυλο από την Ελλάδα"

Διαβάστε παρακάτω την ελληνική έκδοση της νέας έκθεσης για τις παράνομες απελάσεις προσφύγων και μεταναστών. Η έκθεση αυτή συντάχθηκε από την ΜΚΟ "ΑΙΤΗΜΑ" και δύο Νορβηγικές ΜΚΟ, τη Νορβηγική Επιτροπή Ελσίνκι και το Νορβηγικό Οργανισμό για τους Αιτούντες Άσυλο (NOAS).
Η έκθεση είναι διαθέσιμη και στα αγγλικά στον παρακάτω σύνδεσμο:
The English version of three significant NGOs’ report under the title: «The Dublin II Regulation and illegal deportations from Greece” is accessible here:
http://www.nhc.no/php/files/documents/Publikasjoner/Rapporter/Landogtema/2009/44836_Rapport_out_the_backdoor.pdf


Η «Ελληνική Δράση για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα» επικροτεί τη σημαντική κοινή προσπάθεια που έγινε από τις παραπάνω ΜΚΟ και αναδημοσιεύει αυτούσιο το μέρος με τίτλο «ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ ΚΑΙ ΣΥΣΤΑΣΕΙΣ» της έκθεσης, το οποίο παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον (το πλήρες κείμενο στην ελληνική θα είναι άμεσα διαθέσιμο στην ιστοσελίδα www.noas.org ).
Ελπίζουμε το έργο αυτό να συντελέσει στο να προχωρήσουν γρηγορότερα, βαθύτερα και κάθετα οι ρωγμές που έχουν ήδη δημιουργηθεί στον Κανονισμό "Δουβλίνο ΙΙ".


ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ ΚΑΙ ΣΥΣΤΑΣΕΙΣ
Με βάση τα στοιχεία που συλλέξαμε κατά τη διάρκεια έρευνάς μας στην
Ελλάδα, την Τουρκία και το Ιράκ κατά το διάστημα Απριλίου-Σεπτεμβρίου
2009, τα οποία επιβεβαιώνονται και από τις εκθέσεις και τα ευρήματα διεθνών
οργανισμών καθώς και Μη Κυβερνητικών Οργανώσεων, υποστηρίζουμε ότι η
αρχή της μη επαναπροώθησης παραβιάζεται κατάφωρα από την ελληνική
πρακτική των παράνομων απελάσεων, και συνακόλουθα και από την
μεταφορά στην Ελλάδα αιτούντων άσυλο βάσει του κανονισμού Δουβλίνο ΙΙ.
Σε αυτή την έκθεση παρουσιάζουμε συγκεκριμένες περιπτώσεις παράνομης
απέλασης από τις ελληνικές αρχές ατόμων των οποίων το αίτημα ασύλου
εκκρεμεί καθώς επίσης και άλλων ομάδων. Αυτές οι απελάσεις εκτελούνται με
τέτοιο αυθαίρετο τρόπο ώστε να μην μπορεί να υποστηρίξει κανείς ότι και
όσοι επιστρέφονται στην Ελλάδα βάσει του κανονισμού Δουβλίνο ΙΙ δεν
κινδυνεύουν εξίσου με απέλαση.
Τα κράτη που δεσμεύονται από τον κανονισμό Δουβλίνο ΙΙ θα πρέπει να
σεβαστούν την υποχρέωση που έχουν αναλάβει βάσει του διεθνούς δικαίου
να μην μεταφέρουν έναν αιτούντα άσυλο σε οποιαδήποτε χώρα ενδέχεται να
τον επαναπροωθήσει σε μία άλλη χώρα όπου απειλείται η ζωή και η
ελευθερία του για έναν από τους λόγους που αναφέρονται στην Σύμβαση για
το Καθεστώς των Προσφύγων ή όπου μπορεί να υποστεί μεταχείριση που
αντιβαίνει στο άρθρο 3 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του
Ανθρώπου.
Η υποχρέωση αυτή δεν μπορεί να παρακαμφθεί με αναφορά σε πολυμερείς
συμφωνίες όπως ο κανονισμός Δουβλίνο ΙΙ, ο οποίος καθορίζει ποιο κράτος
είναι αρμόδιο για την εξέταση ενός αιτήματος ασύλου. Η άμεση ή έμμεση
επαναπροώθηση απαγορεύεται τόσο από το άρθρο 33 της Σύμβασης για το
Καθεστώς των Προσφύγων όσο και από το άρθρο 3 της Ευρωπαϊκής
Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Αυτή είναι η ορθή ερμηνεία των
νομικών υποχρεώσεων των Ευρωπαϊκών κρατών που συμβαδίζει και με τη
νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου όπως
αυτή αναπτύσσεται στην απόφαση σχετικά με την υπόθεση ΤΙ εναντίον
Ηνωμένου Βασιλείου1. Σύμφωνα με αυτή την απόφαση η μεταφορά ενός
αιτούντα άσυλο σε ένα ενδιάμεσο συμβαλλόμενο κράτος, δεν αίρει την
αυτόνομη ευθύνη που έχει το κάθε κράτος να διασφαλίσει ότι ο αιτών άσυλο
δεν θα εκτεθεί σε μεταχείριση που αντιβαίνει στο άρθρο 3, λόγω μιας
απόφασης απέλασης.
Με βάση τα ευρήματα της έρευνάς μας και τις εξελίξεις στην ελληνική πολιτική
ασύλου που συντελέστηκαν μετά την έκδοση της έκθεσής μας «Ζήτημα τύχης
το δικαίωμα στο άσυλο στην Ευρώπη» που εκδόθηκε τον Απρίλιο του 2008 2,
συνιστούμε τα ακόλουθα:

-Η Ελλάδα, σε συνεργασία με την Ύπατη Αρμοστεία του ΟΗΕ για τους
Πρόσφυγες, θα πρέπει να αναπτύξει ένα εθνικό σύστημα ασύλου που θα
βασίζεται στην πλήρη διασφάλιση του δικαιώματος να ζητά κανείς άσυλο και
να απολαμβάνει προστασίας καθώς και της δυνατότητας να ασκεί
αποτελεσματική προσφυγή έναντι οποιασδήποτε αρνητικής απόφασης.

-Η Ελλάδα θα πρέπει να αποσύρει το πρόσφατο προεδρικό διάταγμα
81/2009, το οποίο με την κατάργηση του δεύτερου βαθμού εξέτασης των
αιτημάτων ασύλου στερεί από τους αιτούντες άσυλο τη δυνατότητα
αποτελεσματικής προσφυγής.

-Η Ελλάδα θα πρέπει να σεβαστεί τις διεθνείς της υποχρεώσεις και να
σταματήσει την πρακτική της απέλασης αιτούντων άσυλο χωρίς να τους έχει
επιτρέψει να υποβάλουν αίτηση ασύλου ή να προσβάλουν τη νομιμότητα της
απέλασης.

-Η Ελλάδα θα πρέπει να εκδώσει οδηγίες για τους συνοριοφύλακες, τους
αστυνομικούς και το δυναμικό του Λιμενικού Σώματος σχετικά με τα
δικαιώματα των αιτούντων άσυλο. Επιπλέον θα πρέπει να υπάρξει
εκπαίδευση αυτών που λαμβάνουν αποφάσεις για τη χορήγηση ασύλου3

-Η Ελληνική Αστυνομία και ειδικότερα τα Γραφεία Απελάσεων θα πρέπει να
χρησιμοποιούν μία ενιαία βάση δεδομένων η οποία θα περιέχει πληροφορίες
σχετικά με τα εκκρεμή αιτήματα ασύλου.

-Λαμβάνοντας υπόψη την αυτόνομη υποχρέωσή τους για την τήρηση της
αρχής της μη επαναπροώθησης, όλες οι χώρες που δεσμεύονται από τον
κανονισμό Δουβλίνο ΙΙ θα πρέπει να αναστείλουν την μεταφορά αιτούντων
άσυλο στην Ελλάδα και να επιτρέψουν την εξέταση του αιτήματός τους
σύμφωνα με το άρθρο 3 (2) του κανονισμού.

-Η Ευρωπαϊκή Ένωση θα πρέπει να καταδικάσει ρητά τις πρόσφατες
κατασταλτικές πολιτικές της Ελλάδας σε σχέση με τις παράνομες απελάσεις
και επαναπροωθήσεις που παρουσιάζονται τόσο στη δική μας έκθεση όσο και
σε άλλες συναφείς εκθέσεις.

-Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή οφείλει να θέσει την Ελλάδα σε καθεστώς
επιτήρησης με βάση συγκεκριμένο σχέδιο καταπολέμησης των κινδύνων που
αντιμετωπίζουν όσοι επιστρέφονται στην Ελλάδα βάσει του κανονισμού
Δουβλίνο ΙΙ αλλά και οι άλλοι αιτούντες άσυλο που βρίσκονται στη χώρα αυτή.

-Θα πρέπει να συμφωνηθεί στο επίπεδο της Ευρωπαϊκής Ένωσης ένας
μηχανισμός δικαιότερης κατανομής των αιτούντων άσυλο έτσι ώστε να
ελαφρυνθεί η Ελλάδα η οποία με βάση το παρόν σύστημα δέχεται συγκριτικά
μεγαλύτερο αριθμό αιτούντων άσυλο





1 TI vs. UK, ECHR, application no. 43844/98, 7 March 2000.
2 NOAS/The Norwegian Helsinki Committee/Greek Helsinki Monitor: ”A Gamble With the
Right to Asylum in Europe” http://noas.org/file.php?id=53
3 Όλοι όσοι ασχολούνται με την εξέταση των αιτημάτων ασύλου θα πρέπει να έχουν
αντίγραφο των οδηγιών της Ύπατης Αρμοστείας του ΟΗΕ για τους Πρόσφυγες σχετικά με την χορήγηση προσφυγικού καθεστώτος. Επίσης θα πρέπει να δοθεί σε όλους τους συνοριοφύλακες και τους αξιωματικούς της αστυνομίας που υπηρετούν στα σύνορα η Σύσταση R (98) 15 της Επιτροπής Υπουργών του Συμβουλίου της Ευρώπης για την εκπαίδευση όσων έρχονται πρώτοι σε επαφή με αιτούντες άσυλο, ιδιαίτερα στα σύνορα. Το έγγραφο αυτό υπάρχει στην ηλεκτρονική διεύθυνση www.coe.int/t/cm


__