Κυριακή, 8 Νοεμβρίου 2009

Ευρωπαϊκό μοντέλο επιλεκτικής μετανάστευσης: ξενοφοβική προσέγγιση ή οικονομικός ρεαλισμός;

Αναδημοσίευση από την ιστοσελίδα www.inegsee.gr του άρθρου με τίτλο "Ευρωπαϊκό μοντέλο επιλεκτικής μετανάστευσης: ξενοφοβική προσέγγιση ή οικονομικός ρεαλισμός;"*
του Απόστολου Καψάλη
Εισαγωγή
H συστηματική παρακολούθηση του ζητήματος της οικονομικής μετανάστευσης μέσα σε ένα έντονα διεθνοποιημένο οικονομικό και πολιτικό περιβάλλον, καταλήγει αναμφίβολα στην διαπίστωση ότι οι πρόσφατες εξελίξεις στην ευρωπαϊκή μεταναστευτική πολιτική ήταν ραγδαίες, ιδιαίτερα κατά την διάρκεια της χρονικής περιόδου από τους τελευταίους μήνες του 2007 μέχρι και σήμερα.
Δεδομένης της ανακήρυξης του 2007 ως έτους για την προώθηση της διαφορετικότητας και την καταπολέμηση των διακρίσεων, η προηγούμενη παρατήρηση θα μπορούσε να θεωρηθεί εύλογη και εν πολλοίς αναμενόμενη.
Έπειτα, όμως, από μια πιο προσεκτική ματιά στο περιεχόμενο αυτών των διεργασιών, που συντελέστηκαν και διενεργούνται ακόμη και σήμερα σε κοινοτικό επίπεδο, συμπεραίνεται ότι η προτεραιότητα της Ενωμένης Ευρώπης δεν αφορά στην προώθηση της διαφορετικότητας ή έστω της ίσης μεταχείρισης προς όφελος των μεταναστών, αλλά σε μια νέα πολιτική θεώρηση των κεντρικών αξόνων για μια σύγχρονη ευρωπαϊκή στρατηγική για την μετανάστευση.
Γίνεται, μάλιστα, πολλές φορές λόγος για στρατηγική και όχι για πολιτική της Ευρώπης, επειδή, καθ’ όλη την διάρκεια των τελευταίων δέκα ετών, το σύνολο των μελετητών του φαινομένου της ευρωπαϊκής μετανάστευσης συγκλίνει σε ένα σχεδόν ομόφωνο συμπέρασμα: η ευρωπαϊκή μεταναστευτική πολιτική, ως ένα σύνολο κανόνων δικαίου και πολιτικών επιδιώξεων, δεσμευτικών για το σύνολο των κρατών-μελών, εξακολουθεί, κατ’ ουσία, να παραμένει το ζητούμενο, ένας ανεκπλήρωτος στρατηγικός στόχος.
Έτσι, ακόμη και σε περιπτώσεις, στις οποίες τα αρμόδια όργανα της Ευρωπαϊκής Ένωσης είτε νομοθετούν είτε συναποφασίζουν σε πολιτικό επίπεδο, η ενσωμάτωση και η εφαρμογή στα κράτη-μέλη των αποφάσεων αυτών πραγματοποιείται, όχι μόνον με διαφορετικές διατυπώσεις ή σε διαφορετικό βαθμό, αλλά πολλές φορές με τέτοιο τρόπο, ώστε να εξυπηρετούνται, ευθέως, συγκεκριμένες εθνικές σκοπιμότητες και επιδιώξεις.
Χαρακτηριστικά παραδείγματα αφορούν στην τύχη πολλών νομικών κειμένων και ιδιαίτερα κοινοτικών οδηγιών. Καθυστέρηση στην ενσωμάτωσή τους, πλημμελής εφαρμογή ή ακόμη και στρέβλωση του γράμματος και του πνεύματός τους είναι συμπτώματα, τα οποία πολλαπλασιάζουν την συχνότητα εμφάνισής τους ανάλογα με το επίπεδο παρέμβασης, που συνεπάγονται για το «άβατο» της εθνικής κυριαρχίας σε θέματα μετανάστευσης.
Όμως, είναι νοητή και η αντίστροφή πορεία. Τα επιτρεπόμενα μεγάλα περιθώρια χάραξης αυτόνομης (εν όλω ή εν μέρει) εθνικής μεταναστευτικής πολιτικής καθιστούν, τελικά, την σχέση ανάμεσα στο εθνικό και το ευρωπαϊκό ρυθμιστικό πλαίσιο αλληλοεξαρτώμενη και εν πολλοίς αμφίδρομη.
Έτσι, οι βασικές διαστάσεις της σύγχρονης ευρωπαϊκής μεταναστευτικής πολιτικής θα πρέπει να διερευνηθούν με δύο τρόπους: αφενός, στο επίπεδο των εξελίξεων, που παρατηρούνται στα κράτη-μέλη και ιδιαίτερα σε όσα από αυτά οι πολιτικές επιλογές τους (λόγω παράδοσης στην υποδοχή μεταναστών, αλλά, κυρίως, λόγω θέσεως οικονομικής και πολιτικής ισχύος στο εσωτερικό της Ένωσης) καθορίζουν, συνήθως, τόσο το μέλλον της ευρωπαϊκής μεταναστευτικής στρατηγικής, όσο και τις επιμέρους εθνικές επιλογές όλων των υπολοίπων κρατών-μελών και αφετέρου, σε ένα αμιγώς κοινοτικό επίπεδο, σε αυτό της Ευρώπης των 27 κρατών-μελών .
Ι. Οι σύγχρονες εξελίξεις στα κράτη-μέλη
Οι κεντρικές πολιτικές επιλογές των κρατών-μελών από το 2000 έως σήμερα εμφανίζονται εξαιρετικά ετερόκλητες μεταξύ τους καλύπτοντας όλο το φάσμα των πιθανών προτεραιοτήτων που θα μπορούσε να περιλαμβάνει η εθνική μεταναστευτική πολιτική μιας χώρας.
Ενδεικτικά, τα διαφορετικά εθνικά συστήματα, που ρυθμίζουν την οικονομική μετανάστευση, περιλαμβάνουν στο σύνολο της περασμένης οκταετίας τις εξής θεμελιώδεις παραμέτρους:
Οργανωμένες και μαζικές μετακλήσεις εξω-κοινοτικών ανειδίκευτων εργατών, όπως των Πολωνών στην περίπτωση της Ιρλανδίας, για την κάλυψη δομικών αναγκών σε εργατικά χέρια σε συγκεκριμένους κλάδους της οικονομίας και ιδιαίτερα στις κατασκευές, με την πλήρη εξασφάλιση κοινωνικών δικαιωμάτων και με αποτέλεσμα να υπολογίζεται ότι το διάστημα 2000-2006 εγκαταστάθηκαν στην χώρα περίπου 1,2-1,5 εκατομμύρια Πολωνοί μετανάστες.
Έμφαση στην καταπολέμηση της αδήλωτης εργασίας σαν ένα κεντρικό εθνικό στρατηγικό στόχο, ο οποίος συγκεκριμένα για την κατηγορία των ανεπισήμων μεταναστών συνεπάγεται επανειλημμένα προγράμματα ευχερούς και ταχύτατης μαζικής νομιμοποίησης, όπως συνέβη στην Ισπανία (ή την Πορτογαλία) σε εκτέλεση, μάλιστα, προηγούμενης κοινής απόφασης μεταξύ των κοινωνικών συνομιλητών και της Πολιτείας.
Συνδυασμό μετάκλησης ανειδίκευτων και εξειδικευμένων μεταναστών είτε από ευρωπαϊκές μη κοινοτικές χώρες είτε από τρίτες χώρες εκτός ευρωπαϊκής ηπείρου, όπως στην περίπτωση του Ηνωμένου Βασιλείου, όπου γίνεται επί σειρά ετών συστηματική μετάκληση «χρήσιμων» μεταναστών από την Βουλγαρία και την Ινδία αντίστοιχα.
Διαδοχικές καμπάνιες νομιμοποίησης ορισμένων κατηγοριών ανεπίσημων μεταναστών, όπως και στις άλλες χώρες του Νότου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και παράλληλα συχνά «προγράμματα» απαλλαγής από αλλοδαπούς πολίτες, μέσα από την προσφυγή σε μαζικές απελάσεις ακόμη και στην περίπτωση που οι μετανάστες αυτοί είναι υπήκοοι άλλων χωρών-μελών, όπως συνέβη κατά κόρον στην Ιταλία. Μόνο για το 2006, από τα επίσημα στοιχεία του αρμόδιου Υπουργείου της Ιταλίας, προκύπτει ότι απελάθηκαν με συνοπτικές διαδικασίες συνολικά 1850 ρουμάνοι μετανάστες.
Οριστική προώθηση και τυπική υιοθέτηση ενός αυθεντικού μοντέλου επιλεκτικής μετανάστευσης με πιο χαρακτηριστική την περίπτωση της Γαλλίας. Ο σχετικός Νόμος, συνεπάγεται τον περιορισμό όλων των «παράλληλων» τρόπων εισόδου στην χώρα και κυρίως του δικαιώματος στην οικογενειακή επανένωση. Και αυτό γιατί, όπως προκύπτει από τις εθνικές στατιστικές, ο μεγαλύτερος αριθμός νέων μεταναστών τα τελευταία χρόνια εισήλθε στην χώρα κάνοντας χρήση αυτής της νομικής δυνατότητας.
Σημειωτέον ότι με πρωτοβουλία της γαλλικής πλευράς, στις 12 Νοεμβρίου 2007 και στα πλαίσια της 8ης Συνόδου του γαλλο-γερμανικού άξονα, το ενδιαφέρον των συνομιλητών μονοπώλησε η συζήτηση για το μέλλον της ευρωπαϊκής μεταναστευτικής πολιτικής και αποφασίστηκε ότι κατά την διάρκεια της επόμενης συνόδου στις αρχές του 2008 στο Παρίσι, οι δύο χώρες θα έπρεπε να επικεντρώσουν ξανά στο ίδιο αυτό σημαντικό ζήτημα, εν όψει και της ανάληψης της Προεδρίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης από την Γαλλία το δεύτερο εξάμηνο του 2008.
Πρέπει να τονιστεί ότι ενώ στην Σύνοδο του Νοέμβρη, στο Βερολίνο, η γαλλική πλευρά προσπάθησε να πείσει την ομόλογη γείτονά της ότι η έμφαση πρέπει να δοθεί στην επιλεκτική μετανάστευση, στην Γερμανία, η οποία είχε αρχικά την Προεδρία της Ευρωπαϊκής Ένωσης σε αυτό το έτος ίσων ευκαιριών (2007), επέμειναν ότι η προτεραιότητα της ευρωπαϊκής στρατηγικής πρέπει να δοθεί αφενός στην ένταξη των, ήδη, εγκατεστημένων μεταναστών και των οικογενειών τους και αφετέρου στην όσο το δυνατόν μεγαλύτερη πρόσβαση των εκατοντάδων χιλιάδων ανέργων, γηγενών και μεταναστών στην αγορά εργασίας.
Επί της ουσίας, η γαλλική πλευρά επιχείρησε να βρει στρατηγικούς συμμάχους[1] στην υλοποίηση μιας, ήδη, αποφασισμένης επιλεκτικής μετανάστευσης, η οποία συνίσταται στην θεσμοθέτηση ποσοστώσεων για την είσοδο νέων μεταναστών, οι οποίοι πρέπει να ικανοποιούν ορισμένες προϋποθέσεις χρησιμότητάς τους για την γαλλική οικονομία, με κριτήρια, τα οποία θα ορισθούν εν ευθέτω χρόνω.
Επίσης, η πολιτική της Γαλλίας διαχωρίζει με ευκρίνεια την οικονομική από την οικογενειακή μετανάστευση, προσπαθώντας να περιορίσει σημαντικά την τελευταία. Ένας από τους ενδεδειγμένους τρόπος για την υλοποίηση αυτού του σχεδίου είναι η υποχρέωση υποβολής σε εξετάσεις DNA των μελών της οικογενείας του αιτούντος την οικογενειακή επανένωση μετανάστη προκειμένου για την ταυτοποίηση του συγγενικού δεσμού. Το συγκεκριμένο μέτρο υιοθετήθηκε έπειτα από μια μακρά περίοδο κοινωνικών αντιπαραθέσεων και νομικών περιπετειών, αφού κρίθηκε, τελικά, ως συμβατό με το Σύνταγμα από το ανώτατο δικαστήριο της χώρας (Conseil Constitutionnel).
Όλες οι προηγούμενες ενδεικτικές περιπτώσεις εθνικής πολιτικής αναφέρθηκαν με σκοπό να καταστεί ευκολότερη μια απόπειρα κατανόησης και αξιολόγησης των πρόσφατων αλλαγών στο ευρωπαϊκό πολιτικό σκηνικό για την μετανάστευση, το οποίο καθορίζεται, πλέον, από δύο συγκεκριμένους παράγοντες.
Ο πρώτος παράγοντας, συνίσταται σε μια συνειδητή προσπάθεια σύνθεσης όλων των προηγούμενων εθνικών πολιτικών προτεραιοτήτων και την μετουσίωσή τους σε μια «νέα» κοινοτική μεταναστευτική στρατηγική, μοιραία, σε συνέχεια και σε αρμονία με τις επιδιώξεις των πιο δραστήριων από αυτές τις χώρες σε κοινοτικό επίπεδο, δεδομένου ότι κάποιες άλλες, δεν επιδιώκουν να επηρεάσουν άμεσα τον ευρωπαϊκό προσανατολισμό, αλλά περιορίζονται σε δράσεις και κατευθύνσεις, τις οποίες θεωρούν συμφέρουσες ή ορθότερες για το εσωτερικό της δικής τους χώρας (Γερμανία, αγγλοσαξονικές χώρες).
Ο δεύτερος παράγοντας, έχει να κάνει με την πολιτική αναταραχή που επιβάλλει η επικαιρότητα των σύγχρονων κοινωνικών διεργασιών, οι οποίες συντελούνται στο εσωτερικών πολλών κρατών-μελών ως αποτέλεσμα της πλήρους αποτυχίας (και ιδίως της επίσημης ομολογίας αυτής της αποτυχίας) όλων των μοντέλων είτε ένταξης και αφομοίωσης, είτε εγκαθίδρυσης μιας πολύ-πολιτισμικής κοινωνίας, όπως αυτή η αναστάτωση προέκυψε έπειτα από τις εκτεταμένες εξεγέρσεις στα γκέτο μεγάλων κεντρο-ευρωπαϊκών πόλεων στα τέλη του 2005.
ΙΙ. Οι βασικές διαστάσεις της μεταναστευτικής πολιτικής σε αμιγώς κοινοτικό επίπεδο
Μια ποιοτική ιστορική αναδρομή κρίνεται απαραίτητη προκειμένου να γίνει απολύτως αντιληπτή η νέα τάση με κέντρο την επιλεκτική μετανάστευση στην Ενωμένη Ευρώπη.
Είναι γεγονός ότι, παρακολουθώντας διαχρονικά τις κεντρικές επιλογές των πολιτικών και, κυρίως, των νομικών κειμένων για την μετανάστευση σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης από το 1990 έως σήμερα, παρατηρείται μια ουσιώδης μεταστροφή.
Από το 2000 και στο εξής η προτεραιότητα της ευρωπαϊκής πολιτικής φαίνεται ότι απομακρύνεται σταδιακά από τους αρχικούς στόχους της καταπολέμησης της παράνομης μετανάστευσης, της φύλαξης των συνόρων, της υιοθέτησης κοινών ρυθμίσεων για την υποδοχή των μεταναστών και γενικότερα της ανάληψης αμυντικογενών πρωτοβουλιών απέναντι στην «εισβολή» υπηκόων τρίτων χωρών.
Η πολιτική πρωτοβουλία δείχνει να αφορά, πλέον, κατά κύριο λόγο, μια προσέγγιση βασισμένη στην προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων των μεταναστών, στην καταπολέμηση του κοινωνικού αποκλεισμού και στην προσπάθεια διαχείρισης των οικονομικών μεταναστεύσεων.
Ακόμη και στη θεματολογία των επίσημων κειμένων η αντικατάσταση των όρων «καταπολέμηση» και «φύλαξη», από άλλους όπως «ένταξη», «διακριτική μεταχείριση» ή «προσέγγιση/ διαχείριση» σηματοδοτεί αυτήν την ριζική μεταστροφή στην αντιμετώπιση της μετανάστευσης. Από μια άμεση απειλή, η μετεγκατάσταση υπηκόων τρίτων χωρών θεωρείται, βαθμηδόν, μια νέα πραγματικότητα, την οποία τα κράτη-μέλη και η Ένωση οφείλουν να διαχειριστούν, όχι με γνώμονα την ασφάλεια των κοινωνιών τους, αλλά στη βάση του σεβασμού των θεμελιωδών δικαιωμάτων των μεταναστών[2].
Πώς όμως, ερμηνεύεται αυτή η μεταστροφή;
Η διαχείριση των μεταναστευτικών ροών με τον τρόπο, με τον οποίο γινόταν αρχικά, από το 1992 (Μάαστριχτ) έως και το 2000 (Σεβίλλη), στερούνταν παντελώς της απαραίτητης κοινωνικής και πολιτικής νομιμοποίησης, αφού ερχόταν σε προφανή αντίθεση με τις διακηρυχθείσες αρχές, που κυριαρχούν παραδοσιακά στην Ευρωπαϊκή Ήπειρο, αλλά και που εμπεριέχονται στις θεμελιώδεις Συνθήκες και τις Χάρτες της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ισοπολιτεία, ανθρώπινα δικαιώματα, σεβασμός της ανθρώπινης αξιοπρέπειας δημοκρατικές ελευθερίες κλπ).
Όλη αυτή η διαδικασία «επαναπροσανατολισμού», όπως συντελέστηκε πρόσφατα στον ευρωπαϊκό χώρο, θυμίζει αρκετά την περίπτωση της εφεύρεσης των θεωριών του βιολογικού ρατσισμού στον Νότο των ΗΠΑ τα χρόνια της δουλείας, οι οποίες ανακαλύφθηκαν και διαδόθηκαν, ακριβώς, με στόχο να δικαιολογηθεί η παραβίαση των δημοκρατικών διακηρύξεων και των Συνταγμάτων της Ανεξαρτησίας.
Σήμερα, εκατοντάδες χρόνια μετά, η κεντρική επιδίωξη παραμένει η ίδια, δηλαδή, η εντατική οικονομική εκμετάλλευση της μαζικής εργασίας πληθυσμών[3] με χαμηλό κόστος και μειωμένα ή καθόλου δικαιώματα, η οποία επιβάλλεται και δικαιολογείται, πλέον, και από δημογραφικούς παράγοντες.
Διαφέρει, μόνον, η τελική επιλογή: επειδή δεν μπορούν σήμερα να γίνονται αποδεκτές ιδεολογικές προσεγγίσεις, που θα επιτρέψουν την παράκαμψη ορισμένων πανανθρώπινων αξιών, δημιουργείται η ανάγκη να επινοηθούν και να προωθηθούν στην δημόσια συζήτηση κάποιες άλλες έννοιες και θεωρίες, με απώτερο σκοπό να απομονωθούν και να ανεξαρτητο-ποιηθούν εντελώς οι πολιτικές για την μετανάστευση από την φιλοσοφία των θεμελιωδών δικαιωμάτων του ανθρώπου.
Δεν μπορεί κανένας να αρνηθεί ότι στην συνείδηση (και) της ευρωπαϊκής κοινής γνώμης, έχει κατοχυρωθεί σε μεγάλο βαθμό μια ιδιότυπη διττή διάσταση, ότι, δηλαδή, πρόκειται, πράγματι, για δύο διαφορετικά πράγματα.
Με άλλα λόγια ότι η μεταναστευτική πολιτική επιτρέπεται να χαράσσεται με οποιοδήποτε πολιτικό ή οικονομικό κριτήριο, αλλά δεν είναι σε καμία περίπτωση δυνατόν να ελεγχθεί ως προς την νομιμότητά της, για παράδειγμα, με βάση τα πολιτικά δικαιώματα ή το δικαίωμα στην αξιοπρεπή και στην επίσημη εργασία ή με κριτήριο το δικαίωμα στην υγειονομική περίθαλψη και την κοινωνική ασφάλιση.
Έχει, λοιπόν, δημιουργηθεί και παγιωθεί ευρύτατα η αντίληψη ότι σε σχέση με τους εξω-κοινοτικούς οικονομικούς μετανάστες, αλλά πολλές φορές ακόμη και σε σχέση και με (ορισμένους) κοινοτικούς αλλοδαπούς είναι επιθυμητές και τελικά αναγκαίες δύο παράλληλες πολιτικές.
Από την μια, η μεταναστευτική πολιτική με την κλασσική παραδοσιακή έννοια του όρου (είσοδος, βίζα, άδειες διαμονής) και από την άλλη, η πολιτική της κοινωνικής ένταξης των υποκειμένων της μετανάστευσης, συνήθως υπονοώντας ότι στο πεδίο ισχύος της δεύτερης εντάσσονται, κυρίως, οι επίσημα διαμένοντες, όσοι δηλαδή -με τον ένα ή τον άλλο τρόπο- έχουν αποκτήσει και διατηρούν σε ισχύ επίσημους τίτλους εργασίας και διαμονής.
Στα πλαίσια, λοιπόν, αυτής της προσπάθειας νομιμοποίησης κεντρικών αντι-μεταναστευτικών στοχεύσεων αμιγώς οικονομικού χαρακτήρα, έπρεπε να ανακαλυφθούν και να διαδοθούν, όσο το δυνατόν συντομότερα και ευρύτερα, «πολιτικές» προώθησης της απασχόλησης, κοινωνικής ένταξης ή καταπολέμησης των διακρίσεων.
Χωρίς, ίσως, να υποχωρεί και σε καμία περίπτωση να εξαλείφεται η προτεραιότητα της φύλαξης των συνόρων του ευρωπαϊκού χώρου, που συμπυκνώνεται περίφημα στην φράση Ευρώπη-Φρούριο[4] αρχίζει σταδιακά και μεθοδευμένα να καλλιεργείται η εντύπωση ότι η προτεραιότητα της ευρωπαϊκής μεταναστευτικής στρατηγικής έχει μετατοπιστεί στην κοινωνική ένταξη και την καταπολέμηση του ρατσισμού.
Ενδεικτικό του προσχηματικού αυτών των επινοήσεων είναι το διόλου τυχαίο γεγονός ότι οι ίδιες οι χώρες-μέλη επιλέγουν να μην πειθαρχούν ούτε στις συμβολικές κοινοτικές νομοθετικές αποφάσεις, οι οποίες υιοθετούνται με αποκλειστικό στόχο να ξεπεραστεί η ατολμία ή η απροθυμία των εθνικών κυβερνήσεων να νομοθετήσουν προς την κατεύθυνση της προώθησης της κοινωνικής ένταξης των μεταναστών.
Κλασσικά παραδείγματα αποτελούν οι δύο οδηγίες για την οικογενειακή επανένωση (2003/86) και για την απόδοση άδειας διαμονής επί μακρόν διαμένοντος μετανάστη (2003/109). «Λεπτομέρειες» και «παράμετροι», όπως οι γραφειοκρατικές διοικητικές διαδικασίες, η άρνηση έκδοσης θεώρησης εισόδου από τις προξενικές αρχές στην χώρα καταγωγής για τα μέλη της οικογένειας, η απαίτηση απόδειξης επαρκούς εισοδήματος και ευπρεπούς καταλύματος, οι τεχνικές και ουσιαστικές δυσκολίες πιστοποίησης της γλώσσας του κράτους-υποδοχής, δεν αποτελούν παρά ορισμένες από τις ευφυείς μεθοδεύσεις του κοινοτικού νομοθέτη προς εξασφάλιση στην πράξη του δικαιώματος κάθε εθνικής κυβέρνησης να αυτό-εξαιρείται κατά το δοκούν από τέτοιου είδους «ανθρωπιστικές» εγγυήσεις.
Μια άλλη χαρακτηριστική περίπτωση αποτελεί η ίδια η σύλληψη της ιδέας των περιοριστικών μέτρων έναντι των υπηκόων των κάθε φορά νεοεισερχόμενων χωρών στην Ευρωπαϊκή Ένωση, η οποία στηρίζεται στην αντίληψη ότι η ελεύθερη μετακίνηση προσώπων είναι μια θεμελιώδης αρχή της Ενωμένης Ευρώπης, αλλά η ελεύθερη μετακίνηση εργαζομένων και η απρόσκοπτη πρόσβασή τους στις εθνικές αγορές εργασίας τελεί υπό όρους και προϋποθέσεις, τις οποίες κάθε κράτος-μέλος επιβάλει ελεύθερα και επιλεκτικά απέναντι σε οποιοδήποτε άλλο νεοεισερχόμενο κράτος επιθυμεί.
Έπειτα από την δολοφονία μιας Ιταλίδας, τον Οκτώβρη του 2007, από νεαρό τσιγγάνο ρουμανικής καταγωγής, συγκλονιστικός αποδείχθηκε ο κυνισμός με τον οποίο η ιταλική κυβέρνηση, με πρόσχημα την ένταση που δημιουργήθηκε εναντίον Ρουμάνων μεταναστών, δικαιολόγησε ένα άνευ προηγουμένου πογκρόμ εναντίον όλων των ομοεθνών του θύτη[5].
Σε σχέση με την οδηγία 2004/38, η οποία κατοχυρώνει το δικαίωμα των πολιτών της Ένωσης και των μελών των οικογενειών τους να κυκλοφορούν και να διαμένουν ελεύθερα στην επικράτεια των κρατών-μελών, ένα ιταλικό προεδρικό διάταγμα στις αρχές Νοέμβρη[6] αναφορικά με τις μαζικές απελάσεις κοινοτικών αλλοδαπών δικαιολογήθηκε ως εξής «βιαστήκαμε να χαρακτηρίσουμε την οδηγία αυτή ως ύμνο στην ελεύθερη μετακίνηση κοινοτικών υπηκόων, αλλά δεν προβλέψαμε το ενδεχόμενο των μαζικών μετακινήσεων από κάποιες χώρες», ενώ συνοδεύτηκε από την κλασσική, πλέον, δικαιολογία «δεν καταργούμε την οδηγία, αλλά την εξειδικεύουμε νομικά για την αντιμετώπιση ορισμένων εθνικών μας ιδιαίτερων προβλημάτων».
Δύο συμπεράσματα εξάγονται από όλα όσα προηγήθηκαν:
α) η ευκολία με την οποία η ίδια η Ευρωπαϊκή Ένωση αναστέλλει ή καταργεί θεμελιώδεις αρχές και ελευθερίες του λεγόμενου κοινοτικού οικοδομήματος και της πορείας προς την λεγόμενη «ευρωπαϊκή ολοκλήρωση» και
β) η αμιγώς εθνοκεντρική οικονομική προσέγγιση της μετακίνησης και της εργασίας μη γηγενών μισθωτών σε μια, κατά τα άλλα, ενοποιημένη εσωτερική αγορά.
Το 2007 θα μνημονεύεται στην ιστορία της ευρωπαϊκής μεταναστευτικής πολιτικής για την καθιέρωση μιας πολύ έντονης φαινομενικής αντίφασης.
Από την μια, στο πλαίσιο του 2007, ως ευρωπαϊκού έτους ίσων ευκαιριών για όλους, υλοποιήθηκαν εκατοντάδες δράσεις και παρεμβάσεις με απώτερο στόχο την καταπολέμηση των διακρίσεων, παραγνωρίζοντας φυσικά ότι την κυριότερη και ταυτόχρονα πιο επικίνδυνη μορφή διακρίσεων αποτελούν οι θεσμικές διακρίσεις, αυτές, δηλαδή, που συνιστούν βασική πολιτική επιλογή και κατά συνέπεια επηρεάζουν άμεσα και ουσιαστικά την ζωή εκατομμυρίων ανθρώπων.
Από την άλλη, επινοήθηκε η επονομαζόμενη και Μπλε κάρτα σε μια προσπάθεια προαγωγής του μοντέλου της επιλεκτικής μετανάστευσης στα πρότυπα της προσέγγισης της Γαλλίας και με ανταγωνιστικό πνεύμα απέναντι στην αντίστοιχη τακτική των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής και την περιβόητη Πράσινη κάρτα.
Η ευρωπαϊκή καινοτόμος πρόταση της Μπλε κάρτας προς υλοποίηση ενός σχεδίου για την επιλεκτική μετανάστευση αποτυπώνει με ιδιαίτερη έμφαση τον χαρακτηριστικό τρόπο, με τον οποίο τέτοιου είδους εθνικές στρατηγικές προτεραιότητες επηρεάζουν άμεσα τον κοινοτικό προσανατολισμό.
Ο αρμόδιος Επίτροπος για θέματα μετανάστευσης, ο Ιταλός Frattini, επιχειρώντας μια σύνθεση όλων των εθνικών πολιτικών που αναλύθηκαν προηγούμενα, επιλέγει για την ομιλία του για την νόμιμη μετανάστευση, στις 13 Σεπτεμβρίου 2007, στην Διάσκεψη της Λισαβόνας τον εξής τίτλο: «Ενισχυμένη κινητικότητα, στρατηγική δυναμικής ενσωμάτωσης και μηδενική ανοχή στην παράνομη εργασία: μια δυναμική προσέγγιση στις μεταναστευτικές πολιτικές της Ευρώπης».
Επ’ αφορμή της Διασκέψεως της Λισσαβόνας, στο κείμενο αυτό συγκεντρώνονται τα κυρίαρχα στοιχεία αυτής της κοινοτικής πρωτοβουλίας και αναλύονται με λεπτομέρειες το περιεχόμενο και η αναγκαιότητα της εισαγωγής και της διευρυμένης χρήσης της μπλε κάρτας, η οποία διακρίνεται από τα εξής στοιχεία:
Εκδίδεται με συνοπτικές, αντι-γραφειοκρατικές και ταχύτατες διοικητικές διαδικασίες.
Ισχύει αρχικά για δύο χρόνια.
Αφορά σε υψηλά εξειδικευμένους εργάτες από τρίτες χώρες.
Δύναται να παραταθεί για 2 ή 3 χρόνια.
Προβλέπεται η δυνατότητα επί μακρόν επέκτασής της με παράλληλο δικαίωμα μετεγκατάστασης σε άλλη χώρα-μέλος.
Το μέτρο ισχύει και για όσους κατοικούν, ήδη, στο εσωτερικό της Ένωσης, ιδίως φοιτητές.
Προς υποστήριξη της σπουδαιότητας της νέας άδειας διαμονής εξειδικευμένου εργατικού δυναμικού η προβαλλόμενη αιτιολογία του αρμοδίου Επιτρόπου αποκωδικοποιείται στην ακόλουθη διαπίστωση: «τα μυαλά επιλέγουν τις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής, ενώ στην Ευρωπαϊκή Ένωση απομένουν τα ανειδίκευτα εργατικά χέρια».
Μάλιστα, δίχως, βέβαια, να τεκμηριώνονται με σαφήνεια οι έννοιες του ειδικευμένου και του ανειδίκευτου εργατικού δυναμικού, ο Επίτροπος Frattini, προσδιορίζοντας τον απώτερο στόχο, δηλαδή, την αύξηση του ανταγωνισμού της ευρωπαϊκής οικονομίας έναντι αυτής των ΗΠΑ, της Αυστραλία ή του Καναδά, παραθέτει στο κείμενό του ορισμένα, αμφιβόλου αξιοπιστίας, σχετικά στατιστικά ποσοστά, σύμφωνα με τα οποία το 85% της παγκόσμιας ανειδίκευτης μετανάστευσης οδεύει προς την Ευρωπαϊκή Ένωση και μόνο το 5% προς τις ΗΠΑ, την στιγμή που το 55% των εξειδικευμένων μεταναστών επιλέγει να εργαστεί στις ΗΠΑ, αλλά μόνο το 5% αυτών στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
Η ενορχηστρωμένη κοινοτική παρέμβαση στο θέμα της προώθησης της επιλεκτικής μετανάστευσης συνοδεύτηκε τέσσερις ημέρες αργότερα από δύο ταυτόχρονες εκθέσεις της Επιτροπής Πολιτικών Ελευθεριών, Δικαιοσύνης και Εσωτερικών Υποθέσεων του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, οι οποίες επιβεβαιώνουν και συγκεκριμενοποιούν το δίπολο που αναφέρθηκε στην εισήγηση Frattini, δηλαδή αφενός, την προώθηση της επιλεκτικής μετανάστευσης και αφετέρου, την καταπολέμηση της παράνομης μετανάστευσης.
Την πρώτη Έκθεση εισηγήθηκε η ευρωβουλευτής Gruber και έχει τίτλο «Σχετικά με το σχέδιο πολιτικής για την νόμιμη μετανάστευση», όπου μεταξύ άλλων εκθειάζεται η μπλε κάρτα εξειδικευμένων εργατών, ως αντιστάθμισμα στην διαρροή εγκεφάλων.
Η δεύτερη Έκθεση είναι αυτή του ευρωβουλευτού Sanchez με τίτλο, «Σχετικά με τις προτεραιότητες για την καταπολέμηση της παράνομης μετανάστευσης υπηκόων τρίτων χωρών», με έμφαση, τόσο στην ενίσχυση των μέτρων για την φύλαξη των εξωτερικών συνόρων, όσο και στην εφαρμογή μιας ευρωπαϊκής πολιτικής επιστροφών. Μάλιστα, δεν παραλείπεται η έντονη κριτική στις μαζικές νομιμοποιήσεις παρανόμων μεταναστών αφού «δεν επιλύει τα βαθύτερα πραγματικά προβλήματα», εξαπολύοντας ταυτόχρονα μια δριμεία επίθεση απέναντι σε επιλογές ευρύτερης νομιμοποίησης της αγοράς εργασίας, σαν αυτές που επέβαλλαν τα συνδικάτα των εργαζομένων σε χώρες, όπως η Ισπανία.
Πολύ σύντομα, στις 23 Οκτωβρίου 2007, είδε το φως η πρόταση οδηγίας[7], με την οποία ρυθμίζονται οι όροι εισόδου και διαμονής των υπηκόων τρίτων χωρών εξ’ αφορμής μιας εργασίας υψηλής ειδίκευσης και λίγο αργότερα επανενεργοποιήθηκε από την Επιτροπή η πρόταση μιας άλλης οδηγίας[8] σχετικά με τους όρους επιστροφής όσων μεταναστών συλλαμβάνονται να διαβιούν στο εσωτερικό της Ευρωπαϊκής Ένωσης χωρίς χαρτιά.
Στο κείμενο αυτής της υπό έκδοσης οδηγίας προβλέπονται μεταξύ άλλων:
Η «προσωρινή» κράτηση ανεπίσημων μεταναστών, που συλλαμβάνονται, μέχρι 18 μήνες συνολικά.
Η κράτηση ακόμη και μικρών παιδιών.
Η απαγόρευση επανεισόδου σε οποιαδήποτε χώρα της Ευρωπαϊκής Ένωσης για διάστημα 5 ετών ή ακόμη και για μεγαλύτερο διάστημα.
Μια μεγάλη καμπάνια ενάντια στην τελική υιοθέτηση αυτής της Οδηγίας[9] συγκροτήθηκε άμεσα από κοινοβουλευτικές και εξωκοινοβουλευτικές προσωπικότητες, πολιτικά κόμματα, συλλόγους μεταναστών, θρησκευτικές οργανώσεις και εργατικά συνδικάτα.
Τελικά, το κείμενο της πρότασης της οδηγίας υιοθετήθηκε από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο στην συνεδρίαση της 18ης Ιουνίου 2008 με ευρεία πλειοψηφία, με 369 ψήφους έναντι 197 και 106 αποχές. Οι έλληνες ευρωβουλευτές της Νέας Δημοκρατίας υπερψήφισαν την οδηγία, ενώ οι ευρωβουλευτές των υπολοίπων κομμάτων την καταψήφισαν, πλην του ευρωβουλευτή του ΛΑΟΣ που ψήφισε «απών».
Επίλογος
Σήμερα στον ευρωπαϊκό χώρο, σύμφωνα μάλιστα με την σύγχρονη εκδοχή μιας ρατσιστικής προσέγγισης της εργασίας των αλλοδαπών μισθωτών, η μετανάστευση, μολονότι δομικό χαρακτηριστικό των σύγχρονων διεθνοποιημένων κοινωνιών και οικονομιών, δεν αντιμετωπίζεται παρά σαν εργαλείο ενίσχυσης της ανταγωνιστικότητας και της εξασφάλισης ενός αριθμού εργατικών χεριών απέναντι στην δημογραφική γήρανση των ευρωπαϊκών πληθυσμών.
Τελικά, όχι μόνο δεν είναι αντιφατική η επιλεκτική μεταναστευτική πολιτική, αλλά μάλλον παραμένει συνεπής στην βασική φιλοσοφία των ηγετών της Ευρωπαϊκής Ένωσης αναφορικά με την κοσμοθεωρία τους για την απασχόληση, την δημοκρατία, τις ελευθερίες και την ανθρώπινη αξιοπρέπεια.
Όσο η μεταναστευτική πολιτική των ΗΠΑ γίνεται απροσχημάτιστα, πλέον, παράδειγμα προς μίμηση, τότε καθίστανται αφενός, αυτονόητες οι άμεσες μελλοντικές εξελίξεις στο θέμα αυτό και αφετέρου, αναμενόμενη η συχνή και επίμονη αναγκαιότητα της επινόησης εργαλείων, θεωριών και προγραμμάτων, που θα νομιμοποιούν κοινωνικά τις αντιμεταναστευτικές και αντεργατικές πολιτικές.
Εν κατακλείδι, η αναζήτηση των αιτίων της έμφασης στην επιλεκτική μετανάστευση δεν θα πρέπει να τίθεται, τελικά, με διαζευκτικό τρόπο, όπως στον τίτλο του παρόντος άρθρου. Και αυτό γιατί μέσω της συγκεκριμένης προσέγγισης επιτυγχάνονται, εν τέλει, και οι δύο στόχοι:
πρώτον, της ικανοποίησης των οικονομικών επιταγών των ευρωπαϊκών και των ισχυρών εθνικών οικονομικών και κοινωνικών ελίτ για μια εικονική ποιοτική αναβάθμιση του αλλοδαπού εργατικού δυναμικού που επιδιώκει, στην πραγματικότητα, την διατήρηση ενός μεταναστευτικής καταγωγής φτηνού εργατικού δυναμικού μειωμένων εργασιακών και ασφαλιστικών δικαιωμάτων και,
δεύτερον, της ικανοποίησης των ανοικτά ξενοφοβικών και ενίοτε μισοξενικών διαθέσεων και πιέσεων που ασκούνται στις συντηρητικές κυβερνήσεις σε πολλές χώρες-μέλη από πολιτικές δυνάμεις οι οποίες κινούνται στον πολιτικό χώρο της άκρας δεξιάς.

* Ορισμένα σημεία του παρόντος άρθρου αποτέλεσαν για πρώτη φορά αντικείμενο εισήγησης , η οποία παρουσιάστηκε προφορικά κατά την διάρκεια Συνεδρίου που πραγματοποίησε το Ελληνικό Φόρουμ Μεταναστών στην Αθήνα, στις 23-25 Νοεμβρίου 2007.
[1] Le Monde, « La France propose l’immigration “choisie et concertée’’ à l’Europe », 31 mai 2008, p. 12.
[2] Για μια εμπεριστατωμένη ανάλυση αυτού του θέματος βλ. Καψάλης Απόστολος (επιμέλεια), Αδήλωτη απασχόληση και «νομιμοποίηση» των μεταναστών, Μελέτη 27, ΙΝΕ/ΓΣΕΕ-ΑΔΕΔΥ, Αθήνα 2007, σελ. 333 επόμ.
[3] Σήμερα των μεταναστευτικών πληθυσμών.
[4] Με συνέπεια την ένταση φαινομένων όπως πνιγμοί ή ακρωτηριασμοί στα σύνορα, στρατόπεδα συγκέντρωσης, αύξηση συστημάτων περιπολίας και φύλαξης, ίδρυση και ενίσχυση σώματος δίωξης λαθρομετανάστευσης.
[5] Le Monde, « Le nouveau gouvernement italien s’attaque à l’immigration clandestine », 14 Mai 2008, p.9
[6] Π.δ. 181 της 1ης Νοέμβρη 2007.
[7] COM (2007) 637, «Σχετικά με τις προϋποθέσεις εισόδου και διαμονής υπηκόων τρίτων χωρών με σκοπό την απασχόληση υψηλής ειδίκευσης».
[8] COM (2005) 391, «Σχετικά με τους κοινούς κανόνες και διαδικασίες για την επιστροφή των παρανόμως διαμενόντων υπηκόων τρίτων χωρών».
[9] www.dierectivedelahonte.org

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου