Τετάρτη, 13 Μαρτίου 2013

ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΔΡΑΣΗΣ ΓΙΑ ΤΑ ΑΝΘΡΩΠΙΝΑ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΔΙΩΞΗ ΔΙΚΗΓΟΡΩΝ ΛΟΓΩ ΤΗΣ ΣΥΝΔΙΚΑΛΙΣΤΙΚΗΣ ΤΟΥΣ ΔΡΑΣΗΣ

ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΔΡΑΣΗΣ ΓΙΑ ΤΑ ΑΝΘΡΩΠΙΝΑ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΔΙΩΞΗ ΔΙΚΗΓΟΡΩΝ ΛΟΓΩ ΤΗΣ ΣΥΝΔΙΚΑΛΙΣΤΙΚΗΣ ΤΟΥΣ ΔΡΑΣΗΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΕΜΠΡΑΚΤΗΣ ΠΕΡΙΦΡΟΥΡΗΣΗΣ ΑΤΟΜΙΚΩΝ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΩΝ

Με το με αριθ. 1254/2011 Βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης παραπέμπονται αύριο, Πέμπτη 14 Μαρτίου 2013, τέσσερις (4) δικηγόροι (πρώην και νυν μέλη της Εναλλακτικής Πρωτοβουλίας Δικηγόρων, ανάμεσά τους και δύο μέλη του Δ.Σ. του Δ.Σ.Θ.) να δικαστούν στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων για διατάραξη συνεδριάσεως δικαστηρίου (άρθρο 197 ΠΚ), γιατί το 2008 διαμαρτυρήθηκαν ενώπιον Δικαστηρίου, του οποίου ο Πρόεδρος αρνούνταν να αναβάλει την υπόθεση, ενώ υπήρχε Πανελλαδική Αποχή των Δικηγόρων.
Το Δικαστήριο, απορρίπτοντας το αίτημα αναβολής, αυτομάτως παραβίασε το άρθρο 6 παρ.3 της ΕΣΔΑ, μην επιτρέποντας στον κατηγορούμενο να εκπροσωπηθεί από συνήγορο. Οι εύλογες αντιδράσεις των συνδικαλιστών κρίθηκε ότι εμπόδισαν το Δικαστήριο να προχωρήσει στην Δίκη, που ήδη, με την απόρριψη του αιτήματος αναβολής και τη στέρηση του κατηγορουμένου από το θεμελιωδέστερο των υπερασπιστικών δικαιωμάτων του, είχε καταστεί Μη Δίκαιη.
Η διατάραξη συνεδριάσεων, με τη μορφή της παρεμπόδισης της συνεδρίασης, που λαμβάνει χώρα όταν με οποιονδήποτε τρόπο παρακωλύεται η έναρξή της, είναι αξιόποινη όταν γίνεται «χωρίς κάποιον λόγο που να δικαιολογεί την πράξη», στηριζόμενο σε κανόνα Δικαίου. Το συνδικαλιστικό δικαίωμα στην αποχή και την περιφρούρησή της, η επιτασσόμενη από Νόμο του κράτους αλληλεγγύη σε συνάδελφο και η επιβαλλόμενη έγκαιρη και κατάλληλη προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στο Δικηγόρο, που είναι ο φυσικός υπερασπιστής τους, δεν κρίθηκε μέχρι σήμερα από την Πολιτεία ότι αποτελούν λόγους που «δικαιολογούν» τη διαμαρτυρία, ώστε να μην κινηθεί δίωξη ή, έστω και καθυστερημένα, να μπει η υπόθεση στο αρχείο.

Σημειώνουμε ότι, σύμφωνα με τον Κώδικα Δεοντολογίας του Δικηγορικού Λειτουργήματος (ΦΕΚ: 0 0 19800104), που τέθηκε σε ισχύ στις 04.01.1980, 
«ο Δικηγόρος είναι "συμπράττων Λειτουργός της Δικαιοσύνης". Αποτελεί το ένα μέρος του Τρίπτυχου της Λειτουργίας και Απονομής της Δικαιοσύνης (Δικαστές - Δικηγόροι - Δικαστικοί Υπάλληλοι)» 
και ειδικότερα σύμφωνα με το άρθρο 2 αυτού:
«Προϋπόθεση για την ορθή απονομή της Δικαιοσύνης είναι η ύπαρξη και η απρόσκοπτη λειτουργία κράτους Δικαίου. Ό Δικηγόρος αγωνίζεται για την ύπαρξη και την κατοχύρωση όλων των προϋποθέσεων της Λειτουργίας του Κράτους Δικαίου και ειδικότερα: 
α) Υπερασπίζεται με θάρρος και αυταπάρνηση το Σύνταγμα και τούς Δημοκρατικούς θεσμούς, τ' ατομικά, πολιτικά και Κοινωνικά Δικαιώματα των πολιτών.
β) Αγωνίζεται με όλες του τις δυνάμεις εναντίον οποιασδήποτε μορφής τυραννίας, παραβιάσεως των συνταγματικών ελευθεριών του λαού, παρανομίας της Διοικήσεως και αυταρχικής εξουσίας
γ) Είναι υπέρμαχος της Ελευθερίας, της Δημοκρατίας και της Κοινωνικής Δικαιοσύνης,
ε) είναι ο φυσικός υπερασπιστής των αδικούμενων, και των καταπιεζομένων.»
Σύμφωνα με το άρθρο 15 του ίδιου Κώδικα, ο Δικηγόρος οφείλει να σέβεται και να τοποτηρεί τις αποφάσεις του Δ.Σ. του Συλλόγου του, ενώ στο άρθρο 21 ορίζεται ως υποχρέωσή του να συμπεριφέρεται με αλληλεγγύη προς τους συναδέλφους του.
Επομένως, οι συνδικαλιστές Δικηγόροι, τους οποίους η νομοθεσία ορίζει ως «φυσικούς υπερασπιστές» των πολιτών και «υποχρεωτικά αλληλέγγυους» των συναδέλφων τους, αφενός μπορεί να υποστηριχθεί ότι ασκούσαν νόμιμο δικαίωμα επισημαίνοντας την παραβίαση δικαιωμάτων, αφετέρου με βεβαιότητα προκύπτει πως θεωρούσαν ότι είναι υποχρέωσή τους να προασπιστούν το συνδικαλιστικό δικαίωμα στην αποχή, αλλά και το θεμελιώδες δικαίωμα του κατηγορουμένου να εκπροσωπηθεί από δικηγόρο.
Η έλλειψη ειδικότερης δικονομικής θέσης στη συγκεκριμένη Δίκη εκτιμούμε ότι δεν δύναται να απεκδύσει τον Δικηγόρο από τις προμνησθείσες υποχρεώσεις του και από τον λειτουργηματικό του ρόλο, ως υπερασπιστή των αδικουμένων, των ατομικών και κοινωνικών δικαιωμάτων, που ανέθεσε η Πολιτεία, αλλά και της υποχρέωσής του να επισημαίνει με θάρρος τις παραβιάσεις και να ενεργεί αμέσως σχετικά.  Δεν είναι, δε, προς το συμφέρον κανενός, ούτε της Πολιτείας, ούτε των πολιτών να καταστρατηγούνται στην πράξη οι παραπάνω επιταγές.
Στην προκειμένη περίπτωση, αντί να ελεγχθούν πειθαρχικά οι υπαίτιοι της παραβίασης (στο πρόσωπο του κατηγορουμένου) του άρθρου 6 παρ.3 της ΕΣΔΑ Δικαστής και Εισαγγελέας, οι συνδικαλιστές Δικηγόροι διώχθηκαν λόγω της συνδικαλιστικής τους δράσης και παραπέμφθηκαν σε Δίκη.
            Αντί να γίνει σεβαστή η διεκδίκηση των κοινωνικών και εργασιακών δικαιωμάτων των -συλλειτουργών της Δικαιοσύνης- Δικηγόρων και το θεμελιώδες δικαίωμα του κατηγορούμενου στην υπεράσπισή του, οι Δικαστές που επιλήφθηκαν μέχρι σήμερα της υπόθεσης έκριναν ότι η «αντιπαράθεση» των Δικηγόρων με τη δικάζουσα σύνθεση του Δικαστηρίου απλώς «δεν συντελούσε στην ομαλή διεξαγωγή της Δίκης», την οποία η δικάζουσα σύνθεση είχε ήδη επιτύχει να απογυμνώσει από τον Δίκαιο χαρακτήρα της, απαξιώνοντας την ΕΣΔΑ και τα συλλογικά δικαιώματα που υποστήριζαν την αποχή.
            Δεν γνωρίζουμε να ελέγχθηκε πειθαρχικά η σύνθεση του Δικαστηρίου εκείνου για την έμπρακτη άρνησή της να σεβασθεί αφενός το δικαίωμα του κατηγορουμένου σε Δίκαιη Δίκη και αφετέρου την Συνταγματικά προστατευόμενη έννοια του συνδικαλισμού και της συλλογικής διεκδίκησης των Δικηγόρων.
Η Ελληνική Δράση για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα εκφράζει την έντονη ανησυχία της για τη συντριπτική σημειολογία της συνδικαλιστικής αυτής δίωξης, η οποία, εν τω μέσω μιας δύσκολης κοινωνικής συγκυρίας, αντιπαραθέτει τους συλλειτουργούς της Δικαιοσύνης, Δικαστές και Δικηγόρους, ενώ στην ουσία στρέφεται εναντίον των ανθρωπίνων δικαιωμάτων του Λαού (στο όνομα του οποίου εκδίδονται όλες οι δικαστικές αποφάσεις) αλλά και του ίδιου του δικαιώματος στον έμπρακτο αγώνα για τα εργασιακά και κοινωνικά δικαιώματα.
Παράλληλα, επισημαίνουμε ότι διώξεις αυτού του είδους μπορούν μόνο να αποδυναμώσουν την προσπάθεια για μιαν εύρυθμη, αποτελεσματική και σεβόμενη θεμελιώδεις αρχές Δικαιοσύνη, υπονομεύοντας τη Δημοκρατία.