Κυριακή, 5 Δεκεμβρίου 2010

Και οι δικαστές έχουν ιδιωτική ζωή

source: http://elawyer.blogspot.com (5/12/2010)

Σε δημοσίευμα εφημερίδας που έχει αναρτηθεί και στο Διαδίκτυο αναγράφεται το ονοματεπώνυμο δικαστικής λειτουργού του εφετείου Αθηνών, στην οποία αποδίδεται η δημιουργία ενός ιστολογίου, στο οποίο αναρτούσε αντισημιτικά σχόλια, ενώ η ίδια μετείχε στη σύνθεση δικαστηρίου που εκδίκαζε υπόθεση παραβίασης της αντιρατσιστικής νομοθεσίας (ν.927/1979). Ωστόσο, από το συγκεκριμένο ρεπορτάζ, προκύπτει ότι η εφέτης δεν είχε αναφέρει την δικαστική της ιδιότητα, ούτε όμως και το ονοματεπώνυμό της στο ιστολόγιο. Η εφημερίδα αναφέρει ότι τα στοιχεία αυτά που την ταυτοποιούν περιέχονται σε υπόμνημα- αναφορά που έχει καταθέσει μια δικηγόρος εναντίον της εφέτη, επειδή στο ιστολόγιο εφέρετο να προσβάλλει την δικηγόρο και τον πατέρα της. Ως στοιχεία ταυτοποίησης το ρεπορτάζ, επικαλείται κάποια θολή φωτογραφία της δικαστικού κι εμμέσως το ψευδώνυμο που χρησιμοποιούσε, το οποίο θυμίζει μεταγραφή στοιχείων του ονόματός της στα αγγλικά.


Με την υπόθεση αυτή τίθενται μια σειρά από άκρως ενδιαφέροντα νομικά ζητήματα που αφορούν την ελευθερία της έκφρασης, το ποινικό αδίκημα του ρατσιστικού λόγου, αλλά και την προστασία της ιδιωτικότητας των δημόσιων λειτουργών.


Θα σημειώσω πρώτα ότι όσα διαβάζουμε σ΄εκείνο το ρεπορτάζ έρχονται πολύ κοντά στην προσβολή ομάδας προσώπων λόγω της φυλετικής/εθνικής τους καταγωγής, το ποινικό αδίκημα που προβλέπεται από το ν.927/1979. Βέβαια η εφαρμογή του συγκεκριμένου νόμου παραμένει άκρως αμφίβολη, ιδίως μετά την απόφαση της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου στη γνωστή υπόθεση του βιβλίου "Εβραίοι όλη η αλήθεια". Ωστόσο, σε εκείνη την υπόθεση η αθώωση οφείλεται μάλλον στο ότι το βιβλίο θεωρήθηκε επιστημονικό σύγγραμμα, προστατευόμενο από την συνταγματικά κατοχυρωμένη προστασία της έρευνας και της επιστήμης. Οπότε στη συγκεκριμένη υπόθεση των ρατσιστικών σχολίων στο ιστολόγιο, μάλλον εκλείπει το συγκεκριμένο επιχείρημα της ιστορικής έρευνας, εάν όντως υπάρχουν εκφράσεις όπως "κωλοεβραίοι".


Το δεύτερο πολύ σημαντικό ζήτημα είναι η ταυτοποίηση του φερόμενου ως δράστη, την στιγμή που δεν έχει διενεργηθεί άρση του απορρήτου, η οποία δεν προβλέπεται για προσβολές κατά της τιμής και για την αντιραστιστική νομοθεσία. Σύμφωνα με το ρεπορτάζ, υπάρχει κάποια θολή φωτογραφία και κάποια αντιστοιχία του ονόματος της δικαστικού με το ψευδώνυμό της. Σύμφωνα με την απόφαση 44/2008 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ροδόπης (βλ. εδώ), η ύπαρξη ενός αναγνωριστικού στοιχείου (όπως το όνομα) σε ένα κατά τ' άλλα ανώνυμο ή ψευδώνυμο ιστολόγιο δεν αρκεί για να αποδοθούν τα κείμενα που έχουν αναρτηθεί εκεί στο πρόσωπο που προσωπικά δεδομένα του υπάρχουν στο ιστολόγιο.


Έπειτα, οι ονομαστικές πληροφορίες που δημοσιοποιεί η εφημερίδα φέρονται να προέρχονται μάλλον από το υπόμνημα που έχει υποβάλλει η δικηγόρος, δηλαδή από ένα έγγραφο που καλύπτεται από τη μυστικότητα της ποινικής προδικασίας. Η μυστικότητα αυτή κατά τη γνώμη μου δεν εξυπηρετείται όταν τόσα στοιχεία της προδικασίας δίνονται στη δημοσιότητα. Εφόσον η υπόθεση έχει ήδη αχθεί στη Δικαιοσύνη, η εμπλοκή ενός μέσου ενημέρωσης χωρίς την τήρηση ίσων αποστάσεων και με πλήρη υποστήριξη της κατηγορούμενης πράξης χωρίς την παράθεση της τυχόν αντίθετης άποψης βρίσκεται σε σχέση έντασης προς το τεκμήριο της αθωότητας (δεδομένου ότι ο ρατσιστικός λόγος είναι ποινικό αδίκημα). Οι αποστάσεις από την δημοσιογραφική δεοντολογία δεν δικαιολογούνται ούτε λόγω της δικαστικής ιδιότητας της φερόμενης ιστολόγου: το τεκμήριο της αθωότητας ισχύει για όλους, ανεξάρτητα από την ιδιότητά τους.


Τα πιο ουσιαστικά όμως γενικά ζητήματα αυτής της υπόθεσης είναι δύο: (α) έχει δικαίωμα ένας δικαστής να έχει τόσο ακραίες απόψεις; και κυρίως (β) υπάρχει μια σφαίρα προστατευμένης ιδιωτικότητας εντός της οποίας ο δικαστής μπορεί να ανακοινώνει αυτές τις απόψεις του, χωρίς να είναι ελεγκτέος;


Στην υπόθεση, όπως την αναπαράγει η εφημερίδα, η δικαστής φέρεται να μην έχει ανακοινώσει στο ιστολόγιο ούτε το ονοματεπώνυμό της, αλλά ούτε και την επίσημη ιδιότητά της. Φέρεται να σχολιάζει όμως υποθέσεις που έχει χειριστεί, γεγονός που κατά το δημοσίευμα την ταυτοποιεί. Το βέβαιο είναι ότι η ίδια δεν δημοσιοποιούσε ενυπόγραφα της αναρτήσεις στην ιστοσελίδα της, επομένως το κατά πόσον είχε λάβει ή όχι επαρκή μέτρα για την προστασία της ταυτότητάς της είναι ένα πραγματικό θέμα, το οποίο δεν αφορά το γενικό ζήτημα του κατά πόσον υπάρχει ιδιωτικότητα για τους δικαστές.


Όπως έχω γράψει πολλές φορές, το ψευδώνυμο blogging είναι συνδυασμός δύο θεμελιωδών δικαιωμάτων: ελευθερία έκφρασης (για όσα δημοσιοποιεί ο blogger) και προστασία της ιδιωτικότητας (για την προστασία της ταυτότητάς του). Η δημοσιότητα των απόψεων δεν επιβάλλει και δημοσιότητα των στοιχείων του συντάκτη. Το γεγονός ότι το Συνταγμα επιτρέπει την άρση του απορρήτου μόνο για "ιδιαιτέρως σοβαρά αδικήματα", στα οποία η νομοθεσία δεν συγκαταλέγει τις προσβολές κατά της τιμής, σηματοδοτεί μια κεντρική αξιολόγηση της έννομης τάξης: το απόρρητο των επικοινωνιών είναι ένα συνταγματικό δικαίωμα που κάμπτεται μόνο υπό αυστηρές δικαστικές και νομοθετικές προϋποθέσεις. Πρέπει να συμπράξουν δύο από τις τρεις κρατικές λειτουργίες για την άρση του απορρήτου. Η "τέταρτη" μόνη της δεν αρκεί.


Ένας δικαστής μετέχει τόσο του δικαιώματος στην ελευθερία της έκφρασης όσο και του δικαιώματος στην ιδιωτικότητα. Ενδεχομένως μια δημόσια τοποθέτησή του να τον καθιστά εξαιρετέο από κάποια συγκεκριμένη δικαστική σύνθεση (όπως προβλέπει η δικονομία για τους Ευρωπαίους Δικαστές του Στρασβούργου που εξαιρούνται όταν καλούνται να δικάσουν υπόθεση για την οποία έχουν τοποθετηθεί εκ των προτέρων δημόσια), αλλά αυτές οι υποχρεώσεις αυτο-περιορισμού δεν σημαίνει ότι τους αφαιρούν το δικαίωμα της ελεύθερης έκφρασης. Φυσικά σε αυτό το δικαίωμα δεν περιέχεται ο ρατσιστικός λόγος, αλλά ούτε και ο λόγος που θα μπορούσε να θίξει το "κύρος και την αμεροληψία της δικαστικής λειτουργίας", όπως αναφέρει το άρθρο 10 παρ. 2 της ΕΣΔΑ (βλ. εδώ). Όταν όμως ο δικαστής εκφράζεται μεν δημόσια, αλλά πίσω από ένα ψευδώνυμο που δεν επιτρέπει στον αναγνώστη να ταυτοποιήσει τον συντάκτη με την δικαστική λειτουργία, τότε αυτή η δημόσια έκφραση γίνεται χωρίς να θίγεται το "κύρος και η αμεροληψία της δικαστικής λειτουργίας".


Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου στην υπόθεση Kudeshkina καταδίκασε την Ρωσία για παραβίαση της ελευθερίας της έκφρασης μιας δικαστή που κατήγγειλε περίπτωση διαφθοράς δικαστών και στη συνέχεια αποπέμφθηκε από το δικαστικό σώμα (βλ. εδώ). Σύμφωνα με αυτή την απόφαση: "Η φράση «αυθεντία της δικαιοσύνης» περιλαμβάνει, ιδίως, την έννοια ότι τα δικαστήρια είναι –και αναμένεται από το ευρύ κοινό να είναι- το κατάλληλο πεδίο για την επίλυση των νομικών διαφορών και για τον καθορισμό της ενοχής ή αθωότητας ενός προσώπου επί μίας ποινικής κατηγορίας (βλ. Worm κατά Αυστρίας, 29 Αυγούστου 1997, § 40, Εκθέσεις 1997-V). Αυτό που κρίνεται όσον αφορά την προστασία της αυθεντίας της δικαιοσύνης είναι η εμπιστοσύνη την οποία πρέπει να εμπνέουν τα δικαστήρια σε μια δημοκρατική κοινωνία, στους κατηγορούμενους εφόσον πρόκειται για ποινικές υποθέσεις, αλλά επίσης και στο ευρύ κοινό (βλ, mutatis mutandis, μεταξύ πολλών άλλων κεντρικών αποφάσεων, Fey κατά Αυστρίας, 24 Φεβρουαρίου 1993, Συλλογή A αρ. 255-A). Γι’ αυτό το λόγο, το Δικαστήριο έκρινε ότι οι δημόσιοι λειτουργοί που υπηρετούν στην δικαιοσύνη θα πρέπει να δείχνουν επιφύλαξη στην ενάσκηση της ελευθερίας του λόγου τους σε όλες τις περιπτώσεις στις οποίες η αυθεντία και η αμεροληψία της δικαιοσύνης φαίνεται ότι αποτελεί το ζητούμενο."


Σε αντίθεση όμως με τη δικαστή Kudeshkina που βγήκε επωνύμως στο ραδιόφωνο και κατήγγειλε το δικαστικό σύστημα, στην υπόθεση της δικαστή - φερόμενης ιστολόγου η έκφραση έγινε μέσα στην προστατευόμενη σφαίρα του ψευδώνυμου λόγου. Ενώ στην υπόθεση Kudeshkina το θέμα είναι η ελευθερία της έκφρασης του δικαστή, στην υπόθεση της φερόμενης ιστολόγου το θέμα είναι η διάρρηξη της ψευδωνυμίας μιας δικαστή, δηλαδή η παραβίαση της ιδιωτικότητάς της. Οι ρατσιστικές εκφράσεις της δεν δημοσιοποιήθηκαν ενυπόγραφα και υπό την φερόμενη επίσημη ιδιότητά της. Διότι η αποκάλυψη του ονοματεπωνύμου δεν εγινε από την φερόμενη ιστολόγο, ούτε βέβαια από μία θολή φωτογραφία, ούτε από το ψευδώνυμο που "μοιάζει" με το όνομα, ούτε από την αναφορά της σε υποθέσεις που φέρεται ότι είχε δικάσει: η αποκάλυψη του ονοματεπωνύμου και της ιδιότητας γίνεται από την εφημερίδα. Η κοινή γνώμη πληροφορείται σε ευρύτατη έκταση το εν λόγω ονοματεπώνυμο και την ιδιότητα της δικαστού - φερόμενης μπλόγκερ όχι από το μπλογκ της, αλλά από την εφημερίδα που προβάλλει ως ρεπορτάζ ένα υπόμνημα που καλύπτεται από την μυστικότητα της προδικασίας.


Εφόσον λοιπόν η κοινή γνώμη, κατά το χρόνο των φερόμενων επίμαχων ρατσιστικών αναρτήσεων, δεν γνώριζε την φερόμενη ιδιότητα της ιστολόγου, τότε δεν πλήττεται από τις εν λόγω δηλώσεις το "κύρος και η αμεροληψία της δικαστικής λειτουργίας", όπως αναφέρει η ΕΣΔΑ, οπότε εάν η ιστολόγος είναι όντως η αναφερόμενη δικαστής, αρκεί που έλαβε συγκεκριμένα μέτρα για την προστασία της επίσημης ιδιότητάς της. Επίσης, η αποκάλυψη του ονόματος ενώπιον της κοινής γνώμης δεν φαίνεται να οφείλεται σε υπαιτιότητα της εν λόγω δικαστή - φερόμενης ιστολόγου, αλλά μάλλον στην εφημερίδα που αποκάλυψε σε ευρεία κλίμακα το όνομά της και σύνδεσε την ιδιότητά της με το συγκεκριμένο ιστολόγιο.


Δεν θέλω να υποτιμήσω το τεράστιο ζήτημα των ρατσιστικών απόψεων των δικαστών μάλιστα εκείνων που καλούνται να εφαρμόσουν την αντιρατσιστική νομοθεσία. Όποιος παραβιάζει το ν.927/1979 πρέπει να τιμωρείται, οποιαδήποτε ιδιότητα κι αν έχει, όπως και όποιος παραβιάζει οποιονδήποτε άλλο νόμο.


Αλλά πρέπει να τιμωρείται από τα δικαστήρια, όχι από τα μέσα ενημέρωσης

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου