Τετάρτη, 10 Μαρτίου 2010

ΑΣΦΑΛΕΙΑ ΚΑΙ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ ΤΗΝ ΕΠΟΧΗ ΤΗΣ ΤΡΟΜΟΚΡΑΤΙΑΣ

ΣΚΕΨΕΙΣ ΜΕ ΑΦΟΡΜΗ ΤΗΝ ΘΕΑΤΡΙΚΗ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗ SHOOT/GET TREASURE/REPEAT ΤΟΥ MARK RAVENHILL, Η ΟΠΟΙΑ ΠΑΙΖΕΤΑΙ ΑΥΤΗ ΤΗΝ ΠΕΡΙΟΔΟ ΣΤΟ ΘΕΑΤΡΟ ΣΥΝΕΡΓΕΙΟ. ΣΚΗΝΟΘΕΤΟΥΝ: ΓΙΟΛΑΝΤΑ ΜΑΡΚΟΠΟΥΛΟΥ, ΛΙΛΥ ΜΕΛΕΜΕ

ΤΟΥ ΓΙΑΝΝΗ ΤΣΙΜΠΟΥΚΙΔΗ*

Το παρόν σημείωμα δεν αποτελεί κριτική θεάτρου.
΄Αλλωστε ο γράφων δεν είναι θεατρικός κριτικός. Ωστόσο επειδή θεωρώ ότι η δουλειά που γίνεται στο θέατρο ΣΥΝΕΡΓΕΙΟ (και είναι παραγωγή της POLYPLANIΤY PRODUTIONS), είναι αξιοσημείωτη αλλά και επίκαιρη, έκρινα σκόπιμο να συντάξω το παρόν.

Η 11/9/2001 εγγράφεται σαν ένα γεγονός-ορόσημο όχι μόνο στην ιστορία των ΗΠΑ αλλά συνολικά στην παγκόσμια ιστορία. Είναι η ημέρα κατά την οποία όχι μόνο οι ΗΠΑ αλλά συνολικά η ανθρωπότητα δέχτηκαν επίθεση στην καρδιά του νεωτερικού κόσμου, την Ν. Υόρκη. Ως τότε οι τρομοκρατικές επιθέσεις που γίνονταν από την ισλαμοαραβική πλευρά είχαν μεν θεαματικό χαρακτήρα, αλλά συνήθως (όχι πάντα) δεν ήταν τόσο πολύνεκρες (νεκρούς είχαμε αρκετές φορές, όχι όμως χιλιάδες όπως την 11/9/2001), ούτε είχαν γίνει ποτέ σε μία πόλη, όπως η Ν. Υόρκη, η οποία συμβολίζει κάποια πράγματα. Θυμίζω πρόχειρα κάποιες εκδηλώσεις τρομοκρατικής συμπεριφοράς: Την σφαγή στους Ολυμπιακούς Αγώνες του Μονάχου το 1972, τις ανθρωποβόμβες, τις επιθέσεις αυτοκτονίας με καλωδιωμένους ανθρώπους σε πολυσύχναστα σημεία πόλεων στο Ισραήλ, τα οποία συνοδεύονταν από πολλούς τραυματίες και νεκρούς, ποτέ όμως από χιλιάδες. Σχεδόν πάντα, στόχος αυτών των επιθέσεων ήταν το Ισραήλ ή ισραηλινοί στόχοι σε άλλες χώρες. Σπανιότερα, στόχοι αυτού του είδους των επιθέσεων αποτελούσαν κι άλλες δυτικές χώρες. Στις ΗΠΑ, μέχρι την 11/9/2001, τέτοιας έντασης τρομοκρατικό χτύπημα δεν είχε ποτέ σημειωθεί.

Στο έργο SHOOT/GET TREASURE/REPEAT, ο Βρετανός συγγραφέας πραγματεύεται τις φοβικές επιπτώσεις που είχε η 11/9/2001 στον δυτικό κόσμο. Αναμφισβήτητα, πρόκειται για ένα υπαρξιακό όσο και κρίσιμο ζήτημα που αφορά όχι μόνο την Δύση, αλλά κυρίως αυτό που ονομάζεται νεωτερικότητα, νεωτερική κοινωνία.

Η Δύση, αισθάνθηκε δικαιολογημένα μετά την 11/9/2001, ότι απειλείται η ύπαρξή της. Πράγματι το χτύπημα στο κέντρο της Ν.Υόρκης αλλά και της Ουάσινγκτον ήταν τρομακτικό. Στον αντίποδα είχαμε από την μεριά της Δύσης, την σκλήρυνση σε υπέρτατο βαθμό της μεταναστευτικής πολιτικής και της πολιτικής ασύλου: Αντιμεταναστευτικοί νόμοι, τα ατομικά δικαιώματα να περιστέλλονται, τα προσωπικά δεδομένα να μπαίνουν στο στόχαστρο, η ποιοτική και ποσοτική αύξηση της καταστολής της μεταναστευτικής ροής, (η οποία πολλές φορές φτάνει σε δολοφονίες μεταναστών στις συνοριακές ζώνες), είναι η εικόνα που δίνει η Δύση μετά την 11/9/2001. Όλα αυτά στο όνομα της ασφάλειας. Το βασικότερο: Πόλεμος στο Αφγανιστάν (2001) με απόφαση των Ηνωμένων Εθνών, πτώση του καθεστώτος Ταλιμπάν και παράλληλη έκρηξη εμφύλιας διαμάχης στη χώρα αυτή. Ενώ το καθεστώς Ταλιμπάν έπεσε, ο κίνδυνος των Ταλιμπάν δεν έχει ακόμα εκλείψει. Ενδεχομένως έχουν καταστεί πιο επικίνδυνοι. Αυτή η κατάσταση στο Αφγανιστάν που συνεχίζεται μέχρι σήμερα έχει στείλει εκατομμύρια Αφγανούς στη Δύση. Το πρόβλημα επιτάθηκε περαιτέρω με τον πόλεμο στο Ιράκ (2003). Νέα προσφυγικά – μεταναστευτικά κύματα ξέσπασαν, ακόμα πιο ισχυρά συγκριτικά με αυτά του 2001.

Υπάρχει πρόβλημα και μάλιστα σοβαρό, για τις δυτικές κοινωνίες μετά την 11/9/2001: Αμφισβητήθηκε από την αραβοισλαμική τρομοκρατία, η ίδια η ύπαρξή τους και κατά βάση το ιδεολογικό τους βάθρο, αυτό που τις κάνει να υπάρχουν, η νεωτερικότητα. ΄Αρα, αυτό που έπρεπε (και πρέπει) να προστατευτεί είναι η ασφάλεια της νεωτερικής κοινωνίας. Αν καταρρεύσει η νεωτερική κοινωνία, τότε η ανθρωπότητα θα επιστρέψει στον σκοταδισμό, την θεοκρατία, ενδεχομένως και στο χάος, όπου κανένα ανθρώπινο δικαίωμα δεν θα υπάρχει, το δίκαιο του ισχυρότερου θα κυριαρχεί.

Προσπαθώντας να αναλύσουμε το ζεύγος «τρομοκρατία – ασφάλεια» και πως αυτό αλληλοδιαπλέκεται με την έννοια «δικαιώματα» πρέπει να έχουμε σταθερά υπόψη και το εξής: Οι λαοί της Μέσης Ανατολής, του αραβικού κόσμου, στην συντριπτική τους πλειοψηφία κυβερνώνται από αυταρχικά (καμιά φορά και από απολυταρχικά) καθεστώτα. Όπως είναι φυσικό οι έννοιες «ατομικά δικαιώματα», «πολιτικά δικαιώματα», «κράτος δικαίου», «ελευθεροτυπία» κ.λπ. είναι από σχετικές έως άγνωστες στον αραβικό κόσμο. Οι επεμβάσεις των Ηνωμένων Εθνών στο Αφγανιστάν το 2001 και των Αγγλοαμερικανών στο Ιράκ το 2003 επέφεραν ανάμεσα στ’ άλλα – πολύ σοβαρές αλλαγές στο πολιτικό σύστημα των χωρών αυτών: Μπορεί κάποιος ν’ ασκήσει κριτική στην στρατιωτική επέμβαση στις δύο αυτές χώρες. Μάλιστα η κριτική που ασκείται για την στρατιωτική επέμβαση στο Ιράκ, σε αρκετά σημεία έχει βάση. Δεν είναι τυχαία η παγκόσμια κινητοποίηση που έλαβε χώρα την 15/2/2003 κατά της επέμβασης στο Ιράκ. Παρόλα αυτά, ίσως για πρώτη φορά στην ιστορία του Ιράκ αλλά και του Αφγανιστάν, παρατηρούνται φαινόμενα ή ψήγματα – αν θέλετε – αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας. Κοντά σ’ αυτά θα πρέπει βέβαια να συνυπολογίσουμε την τεράστια διαφθορά που παρατηρείται στην κρατική μηχανή των δύο αυτών χωρών καθώς και τις εκατόμβες νεκρών από τις τρομοκρατικές επιθέσεις που λαμβάνουν χώρα ακόμα και σήμερα.

Η μάχη λοιπόν κατά της τρομοκρατίας δεν έχει τελειώσει. Ειδικά μάλιστα στην περίπτωση του Αφγανιστάν, ο αγώνας συνεχίζεται.

Ο μέσος Αφγανός πολίτης μέχρι το 2001 και ο Ιρακινός πολίτης μέχρι το 2003 δεν είχαν καν δικαίωμα στην ασφάλεια (για τα δικαιώματα ούτε λόγος). Η ύπαρξη του κάθε πολίτη ήταν στο έλεος της κρατικής βίας. Μία άλλη κατάσταση προέκυψε μετά το 2001 στο Αφγανιστάν και το 2003 στο Ιράκ: Κάποια στοιχειώδη δικαιώματα αποκαταστάθηκαν, έστω και μερικώς. Το πρόβλημα όμως της ασφάλειας παρέμεινε σ’ αυτές τις κοινωνίες: Η ανεξέλεγκτη κρατική βία έχει υποχωρήσει όμως η τρομοκρατική βία δεν έχει εκλείψει. Αν αυτό συνδυαστεί με την κρατική διαφθορά δημιουργείται ένα εκρηκτικό μείγμα που κάνει εντελώς αβέβαιη την έκβαση του αντιτρομοκρατικού αγώνα. Πόσο ασφαλής μπορεί να αισθάνεται η Δύση 9 χρόνια μετά την 11/9/2001; Πού πέτυχε και που απέτυχε η αντιτρομοκρατική πολιτική των κυβερνήσεων Μπους; Ποιο είναι το διακύβευμα της νεωτερικότητας σήμερα;

Ο αμερικανικός λαός στις κρίσιμες ιστορικές στιγμές ανέθετε πάντα την διακυβέρνηση της χώρας σε Προέδρους οι οποίοι αίροντο στο ύψος των περιστάσεων, καθιστάμενοι προσωπικότητες με παγκόσμιο κύρος. Και στους δύο παγκόσμιους πολέμους οι αμερικανικές κυβερνήσεις όχι μόνο καθόρισαν την τύχη των πολέμων, αλλά έδειξαν στον κόσμο ότι οι ηγεσίες τους, ήταν πράγματι άξιες να υπερασπίζονται την νεωτερικότητα. Ο Γ. Ουίλσον (Πρόεδρος των ΗΠΑ κατά την χρονική περίοδο 1913-1921, όσο και ο Φ.Ν. Ρούζβελτ (Πρόεδρος των ΗΠΑ κατά την περίοδο 1933-1945), ήταν ίσως οι σημαντικότεροι Πρόεδροι των ΗΠΑ κατά τον 20ο αιώνα, όχι μόνο διότι ηγήθηκαν ενός έθνους που νίκησε και στους 2 πολέμους. Αλλά κυρίως διότι ηγήθηκαν ενός έθνους που έστειλε τα στρατευμένα του παιδιά στην μακρινή Ευρώπη για να δώσουν την μάχη της δημοκρατίας κατά του ολοκληρωτισμού, για να υπερασπιστούν την νεωτερικότητα, όντες απόστολοι του αμερικανικού διεθνισμού. Σίγουρα θα ήταν διαφορετική η έκβαση της ιστορίας και μάλλον σε βάρος της νεωτερικότητας, αν ηγούνταν του αμερικανικού έθνους Ρεπουμπλικάνοι (και όχι οι Δημοκρατικοί Πρόεδροι που προαναφέραμε) κατά την διάρκεια των δύο παγκοσμίων πολέμων. Κάτω απ’ αυτό το πρίσμα, αποτελεί πραγματική ιστορική ατυχία τόσο για τον λαό των ΗΠΑ, όσο και για την ανθρωπότητα το γεγονός ότι κατά τα έτη που εκδηλώθηκε η αραβοισλαμική τρομοκρατία (για την ακρίβεια έλαβε νέα, ποιοτικότερα χαρακτηριστικά), οι ΗΠΑ κυβερνώντο από τον Τ. Μπους τον νεώτερο: Η (αποτυχημένη τελικά) πολιτική Μπους έναντι της τρομοκρατίας, προσέλαβε τη μορφή σταυροφορίας της «Πολιτισμένης Δύσης» απέναντι στους «απολίτιστους ανατολίτες». Κάθε ΄Αραβας ή οπαδός του Ισλάμ έγινε ύποπτος για τέλεση τρομοκρατικών πράξεων. Το Γκουαντάναμο και το Αμπού Γκρέϊμπ είναι τα αποτελέσματα αυτής της πολιτικής. Αλλά το σημαντικότερο όλων είναι τα κύματα εκατομμυρίων προσφύγων που κατακλύζουν την Δύση, όπως προαναφέραμε. Η απάντηση της Δύσης απέναντι στην τρομοκρατία, ήταν η σκλήρυνση της μεταναστευτικής πολιτικής. Προτάχθηκε η ασφάλεια έναντι των δικαιωμάτων, τα οποία περιεστάλησαν σε αρκετά σημαντικό βαθμό, ιδιαίτερα όταν οι κυβερνήσεις των προηγμένων δυτικών χωρών είχαν ν’ αντιμετωπίσουν πρόσφυγες και μετανάστες από τις χώρες της Αφρικής και της Ασίας.

Οι συντηρητικές κυβερνήσεις των μεγάλων δυτικών χωρών που βρίσκονται στην εξουσία μετά το 2001 θέτουν την πολιτική ατζέντα με επιτακτικό τρόπο, παίρνοντας αφορμή από το υπαρκτό πρόβλημα της ασφάλειας, κατά διλημματικό τρόπο: Ασφάλεια ή δικαιώματα; Η απάντηση που δίνεται μέχρι στιγμής τόσο από τις κυβερνήσεις όσο και από τις προηγμένες δυτικές κοινωνίες είναι: «Ασφάλεια». Γι’ αυτό ακριβώς και τα δυτικά κράτη οργανώνουν κι εκσυγχρονίζουν την κατασταλτική τους πολιτική αναλόγως.

Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η Γαλλία. Ο νυν Πρόεδρος Ν. Σαρκοζί εξέφρασε με τον πιο εύγλωττο τρόπο την (υπαρκτή) ανάγκη του μέσου Γάλλου για ασφάλεια, στρεφόμενος με ιδιαίτερη σφοδρότητα κατά των δικαιωμάτων: ΄Ηδη η εξέγερση των προαστίων τον Νοέμβριο 2005 έβαλε τον Ν. Σαρκοζί στο επίκεντρο, καθώς ο τελευταίος εξήλθε νικητής στην αναμέτρηση με τους εξεγερμένους νέους, τα «καθάρματα» όπως τα ονόμαζε. Το βασικό όμως ήταν ότι η γαλλική κοινωνία βίωσε την ανάγκη να είναι ασφαλής. Αυτό το εγγυήθηκε επιτυχώς ο Ν.Σαρκοζί, του οποίου το άστρο ως Υπουργού Εσωτερικών και κατόπιν ηγέτη της Κεντροδεξιάς αναδύθηκε τότε: Λίγο καιρό μετά, ο Ν. Σαρκοζί πέτυχε να θέσει στην προεκλογική ατζέντα το ζήτημα της ασφάλειας ως το κεντρικό ζήτημα των προεδρικών εκλογών του 2007: Η επιτυχία ήταν τεράστια, διότι όχι μόνο κατάφερε ν’ ανατρέψει τα αρχικά εις βάρος του προγνωστικά, αλλά κυρίως διότι εμπέδωσε – οικοδόμησε την ιδεολογική ηγεμονία της γαλλικής συντηρητικής παράταξης μέσω του ζητήματος της ασφάλειας. Δεν είναι τυχαία η ίδρυση Υπουργείου από την γαλλική κυβέρνηση, υπό τον εμφανώς ρατσιστικό τίτλο: «Υπουργείο Μεταναστευτικής Πολιτικής και Εθνικής Ταυτότητας».

΄Ετσι λοιπόν φτάνουμε στο κεντρικό ζήτημα γύρω από το οποίο διεξάγεται η παγκόσμια συζήτηση σχετικά με το δίπτυχο: «ασφάλεια - δικαιώματα», το ζήτημα της Ταυτότητας. Η παγκόσμια ιδεολογικοπολιτική σύγκρουση μέχρι το 1989 καθοριζόταν από την σύγκρουση των δύο στρατοπέδων ΕΣΣΔ – ΗΠΑ, Ανατολής – Δύσης, ΝΑΤΟ και Συμφώνου της Βαρσοβίας. Με την κατάρρευση του υπαρκτού σοσιαλισμού, η παγκόσμια σύγκρουση προσέλαβε άλλες διαστάσεις. Πλέον είναι τα ζητήματα ταυτότητας (μαζί με την τρομοκρατία) που καθορίζουν τα στρατόπεδα: Η (απειλούμενη) Δύση, έχει την άποψη ότι το Ισλάμ έχει βαλθεί να την καταστρέψει, να την εξαφανίσει, ενώ πολλές από τις Ισλαμικές χώρες (στις οποίες ο αντιαμερικανισμός και γενικότερα ο αντιδυτικισμός είναι η κυρίαρχη ιδεολογία), αποδίδουν στην Δύση τις ευθύνες για τα δεινά τους. Αυτή λοιπόν είναι η σύγκρουση της σύγχρονης εποχής, στη βάση της οποίας βρίσκεται ο ρατσισμός. Γι’ αυτό ακριβώς μιλήσαμε παραπάνω για την σύγκρουση για ζητήματα ταυτότητας που καθορίζει τον σύγχρονο κόσμο.

Το μέσο άμυνας των συντηρητικών κυβερνήσεων της Δύσης είναι η ενίσχυση της καταστολής έναντι της Ανατολής. Γι’ αυτό ακριβώς η Δύση προτάσσει την ασφάλεια έναντι των δικαιωμάτων. Καταρχάς, θα πρέπει να υπενθυμίσω αυτό που προανέφερα ότι δηλ. το δίπτυχο «ασφάλεια – δικαιώματα» είναι η ατζέντα που επέβαλλαν οι συντηρητικές κυβερνήσεις μετά την 11/9/2001, ξεκινώντας από το υπαρκτό πρόβλημα του τρομοκρατικού χτυπήματος στην Ν.Υόρκη και την Ουάσιγκτων. Με πρόσχημα ένα υπαρκτό πρόβλημα, φόβισαν τις κοινωνίες τους, δημιουργώντας μία άνευ προηγουμένου τρομοϋστερία, η οποία σαν τελικό συμπέρασμα είχε: «Για να ενισχύσουμε την δυνατότητα του να είμαστε ασφαλείς πρέπει να θωρακίσουμε με κάθε τρόπο τις κοινωνίες μας. Τα πολλά δικαιώματα αφήνουν ελεύθερο χώρο δράσης στους τρομοκράτες, οι οποίοι τα χρησιμοποιούν για να μας εξαφανίσουν. ΄Αρα για να διατηρήσουμε τις κοινωνίες μας, πρέπει να περιορίσουμε τα δικαιώματα».

Ασφάλεια λοιπόν εναντίον δικαιωμάτων. Το δικαίωμα στην ασφάλεια υπεράνω όλων, στηρίζονται οι συντηρητικοί. Πράγματι, χωρίς ασφάλεια δεν μπορεί να ζήσει κανένας άνθρωπος, δεν μπορεί να συγκροτηθεί καμία κοινωνία. (Είναι μάλιστα λάθος να υποκύπτουμε στην επιχειρηματολογία κάποιων υπεραριστερών, οι οποίοι ισχυρίζονται ότι το δίλημμα «ασφάλεια ή δικαιώματα» είναι μία απάτη. Στην πραγματικότητα αυτός που αποδέχεται την υπεραριστερή επιχειρηματολογία, ουσιαστικά δίνει όπλα στους συντηρητικούς. Διότι η πραγματικότητα είναι ότι δεν μπορεί να υπάρχει ασφάλεια χωρίς δικαιώματα, αλλά και δεν μπορούν να υπάρξουν δικαιώματα χωρίς ασφάλεια).

Για να είναι ασφαλής μία κοινωνία δεν χρειάζεται να ενεργοποιεί μόνο τις δυνάμεις καταστολής. Διότι όταν η ασφάλεια στηρίζεται μόνο στην καταστολή (αναμφισβήτητα όμως η ασφάλεια χρειάζεται και καταστολή), τότε χάνει το νόημά της. Ασφαλής κοινωνία, εκτός από καταστολή σημαίνει και σεβασμός των δικαιωμάτων κάθε ανθρώπου ανεξάρτητα από φύλο, φυλή, θρησκεία, ηλικία, πολιτική ή ιδεολογική πεποίθηση και αντιρατσιστική διαπαιδαγώγηση και εφαρμογή της εργατικής νομοθεσίας (πράγμα που έχει ιδιαίτερη αξία στις περιπτώσεις των αλλοδαπών όπου η μαύρη εργασία είναι σχεδόν κανόνας) και υγειονομική περίθαλψη και δικαιώματα στην μόρφωση και βέβαια πολυπολιτισμικότητα.

Αντίστοιχα για να είναι μια κοινωνία δίκαιη δεν αρκεί μόνο η χορήγηση δικαιωμάτων ή παροχών σε όσους ζουν στην επικράτειά της. Γιατί για να υπάρχει δίκαιη κοινωνία, προϋπόθεση είναι η ασφάλειά της κι αυτός που καταχράται τα δικαιώματα με σκοπό να δημιουργήσει ανασφάλεια στην κοινωνία πρέπει να διώκεται πάντα με βάση τους κανόνες ενός κράτους δικαίου ακριβώς για να διασφαλίζονται όχι μόνο η ασφάλεια αλλά και τα δικαιώματα μιας κοινωνίας.

Επίσης, αυτός που προτάσσει την ασφάλεια έναντι των δικαιωμάτων, ουσιαστικά προτείνει ένα μοντέλο αυταρχικής (ενδεχομένως και ολοκληρωτικής) οργάνωσης της κοινωνίας, ενώ αυτός που προτάσσει τα δικαιώματα έναντι της ασφάλειας, κλείνει τα μάτια απέναντι σ’ ένα υπαρκτό πρόβλημα, εξοπλίζοντας άθελά του τις συντηρητικές δυνάμεις.

Ο πραγματικά προοδευτικός πολίτης γνωρίζει πώς να ισορροπεί ανάμεσα στις έννοιες «ασφάλεια – δικαιώματα» ενώ επίσης δεν φέρνει σε αντίθεση τις δύο έννοιες, αφού υπάρχει διαλεκτική σχέση μεταξύ αυτών. Όπως προανέφερα, η ασφαλής κοινωνία, είναι μία κοινωνία όπου τα δικαιώματα κατοχυρώνονται πραγματικά κι αντίστοιχα η δίκαιη κοινωνία είναι μία κοινωνία, όπου η ασφάλεια των πολιτών αποκτά ουσιαστικό περιεχόμενο. Η δίκαιη κοινωνία θεμελιώνεται πάνω στην ασφάλεια, όπως και η ασφάλεια των μελών μιας κοινωνίας θεμελιώνεται πάνω στα δικαιώματα αυτών.

Παρακολουθώντας την θεατρική παράσταση SHOOT/GET TREASURE/REPEAT, έκανα αυτές τις σκέψεις. Χωρίς αμφιβολία είναι μία παράσταση πολιτικού θεάτρου. Το πολιτικό θέατρο στην Ελλάδα άνθισε κυρίως στην διάρκεια της Δικτατορίας (1967-1974) και τα πρώτα μεταπολιτευτικά χρόνια. (Δεν πρέπει βέβαια να ξεχνάμε ότι και πριν την Δικτατορία, υπήρχαν αξιόλογες προσπάθειες παραστάσεων πολιτικού θεάτρου). Μπορεί να πει κανείς ότι αν και το πολιτικό θέατρο από την μια πλευρά λειτούργησε ως αγωγός πολιτικοποίησης μεγάλων τμημάτων του ελληνικού λαού, από την άλλη όμως πλευρά, ο λαϊκισμός που αναπτύχθηκε νόθευσε αυτή την πολιτικοποίηση, με αποτέλεσμα την αποπολιτικοποίηση και την ανάπτυξη συντηρητικών ιδεών στην κοινωνία. Επιφανειακά δηλ. είχαμε (ιδιαίτερα κατά τα πρώτα χρόνια της Μεταπολίτευσης), μία έντονη ριζοσπαστικοποίηση (στην οποία σημαντικό ρόλο έπαιξε το πολιτικό θέατρο), η οποία όμως πολύ εύκολα γλίστρησε στον συντηρητισμό. Από το συλλογικό δηλ. στο προσωπικό, χωρίς όμως αυτό να σημαίνει ότι η στροφή στο προσωπικό είναι συντηρητική, ή ότι η συλλογικότητα είχε μόνο προοδευτική βάση. ΄Αλλωστε, η συλλογικότητα των πρώτων χρόνων της Μεταπολίτευσης δεν είχε όπως αποδείχθηκε στέρεες βάσεις, ενδεχομένως ήταν και νόθα.

Έχω την άποψη ότι μία παράσταση πολιτικού θεάτρου, με μία εντελώς σύγχρονη έννοια είναι η παράσταση SHOOT/GET TREASURE/REPEAT. Η παράσταση σκηνοθετείται από δύο νεαρές σκηνοθέτιδες. Την Λίλλυ Μελεμέ και την Γιολάντα Μαρκοπούλου, τα ονόματα των οποίων έχουν συνδεθεί με αρκετές ποιοτικές παραστάσεις των τελευταίων ετών. Δεν είναι επίσης τυχαίο, ότι και οι δύο θήτευσαν δίπλα στον Στ. Λιβαθηνό, το πέρασμα του οποίου από το Εθνικό Θέατρο ήταν καθοριστικής σημασίας, αφού πολλές από τις παραστάσεις που ανέβηκαν κατά την διάρκεια της θητείας του, ήταν εξαιρετικά σημαντικές, ενδεχομένως και ιστορικές.

΄Οσον αφορά την Λίλλυ Μελεμέ, θα σταθούμε σε μία παράστασή της (χωρίς να θέλουμε να υποτιμήσουμε μία σειρά άλλες παραστάσεις στις οποίες εργάστηκε ως σκηνοθέτιδα ή ως βοηθός σκηνοθέτη) την οποία δυστυχώς δεν καταφέραμε να την παρακολουθήσουμε, διότι δεν ανέβηκε ποτέ. Η παράσταση ονομαζόταν «Το Κίτρινο Σκυλί», βασισμένη στον ομώνυμο μονόλογο του Μισέλ Φάις. Ο μονόλογος αυτός αναφερόταν στην τραγική ιστορία της Βουλγάρας εργάτριας καθαρισμού και συνδικαλίστριας Κωνσταντίνας Κούνεβα, η οποία δέχτηκε επίθεση τον Δεκέμβριο του 2008, με αποτέλεσμα να υποστεί σοβαρότατες και εξαιρετικά επικίνδυνες σωματικές βλάβες. Κάποιοι δήθεν «αντιεξουσιαστές», «υπεραριστεροί» κ.λπ., επειδή δεν θεώρησαν ως αρκούντως επαναστατικά, τα όσα διαπραγματευόταν ο Μισέλ Φαις στον μονόλογό του, μπήκαν στο «Από Μηχανής Θέατρο», (όπου θα φιλοξενούνταν η παράσταση) και προκάλεσαν καταστροφές με αποτέλεσμα την ματαίωση της παράστασης. Δυστυχώς όλα όσα ανέφερα παραπάνω περί ασφάλειας των δικαιωμάτων επιβεβαιώθηκαν κατά έναν πολύ παραστατικό τρόπο, στην περίπτωση της παράστασης «Το Κίτρινο Σκυλί». Τελικά, η βία και η καταστολή δεν είναι μόνο κρατική αλλά και ιδιωτική. Το δικαίωμα του οποιουδήποτε να σκηνοθετήσει μία θεατρική παράσταση, δηλ. να εκφραστεί ελεύθερα, καταπατάται βάναυσα. Αλλά και το δικαίωμα στην ασφάλεια επίσης καταπατάται.

Αλήθεια τι έχει να ζηλέψει ο τραμπουκισμός των αντιεξουσιαστών - δήθεν προοδευτικών – απ’ τον τραμπουκισμό των ακροδεξιών;

Η Γιολάντα Μαρκοπούλου έχει κι αυτή με τη σειρά της, παρά το νεαρό της ηλικίας της, την δική της συνδρομή στο πολιτικό θέατρο. Πρέπει να κάνουμε ιδιαίτερη αναφορά στο έργο του Fermin Cabal «Tejas verdes».Το έργο αυτό που ανέβηκε τον χειμώνα του 2007-08 αναφέρεται στις ιστορίες γυναικών πολιτικών κρατουμένων στην Χιλή κατά την διάρκεια της δικτατορίας του στρατηγού Α. Πινοσέτ (1973-1990). Το πείραμα Αλλιέντε, ο θάνατός του, το πραξικόπημα της 11/9/1973 και ό,τι επακολούθησε άσκησαν τεράστια επιρροή στο ελληνικό κίνημα νεολαίας κατά την Μεταπολίτευση. Τα γεγονότα αυτά (μαζί με άλλα βέβαια) συνέβαλαν αποφασιστικά στην πολιτικοποίηση ενός τμήματος του ελληνικού λαού (ιδιαίτερα των νέων). Η Γιολάντα Μαρκοπούλου βρίσκοντας το χαμένο νήμα εκείνης της πολιτικοποιημένης εποχής, επανέφερε το ξεχασμένο θέμα της Χιλής στην θεατρική θεματική. Η πολιτική προβληματική στο θέατρο, το πολιτικό θέατρο εν τέλει, φαίνεται να την απασχολούν αρκετά, καθώς και η παράσταση SHOOT/GET TREASURE/REPEAT μπορεί να ενταχθεί σ’ αυτό το είδος θεάτρου. Το σημαντικότερο είναι ότι σ’ αυτήν την παράσταση δεν έχουμε σκηνοθετικές ή ιδεολογικές ευκολίες, συνθηματολογίες (συνήθως αντιαμερικανικές), κάτι που θα ήταν εύκολο, αφού η θεματολογία του έργου του M. Ravenhill προσφέρεται για κάτι τέτοιο (επέμβαση των ΗΠΑ και της Μ. Βρετανίας στο Ιράκ το 2003). Αλλά τόσο το ίδιο το έργο όσο και η σκηνοθετική ματιά πάνω σ’ αυτό, αποφεύγουν αυτές τις κακοτοπιές. Οι σπουδές της Γιολάντας Μαρκοπούλου στις ΗΠΑ, θα πρέπει να προσθέσουμε, ότι συνέπεσαν με το τρομοκρατικό χτύπημα σε Ν. Υόρκη και Ουάσιγκτων την επέμβαση στο Αφγανιστάν (2001) και το Ιράκ (2003). Βίωσε επίσης όλο εκείνο το κλίμα που επικράτησε στις ΗΠΑ αμέσως μετά την 11/9/2001. Τα πολιτικά ερεθίσματα δηλ. που είχε ήταν πολύ έντονα κι ενδεχομένως αποτυπώνονται και στην σκηνοθεσία.

Είναι πάντως ξεκάθαρο ότι η ημερομηνία της 11ης Σεπτεμβρίου αποτελεί για την ίδια αντικείμενο βαθέος πολιτικού και καλλιτεχνικού προβληματισμού και έμπνευσης είτε στην εκδοχή του πραξικοπήματος (11/9/73) στην Χιλή, είτε στην εκδοχή του τρομοκρατικού χτυπήματος (11/9/2001) στις ΗΠΑ.

Κάπως έτσι έχουμε την αίσθηση ότι αναπτύσσεται το σύγχρονο πολιτικό θέατρο στην Ελλάδα, πέρα από κούφιες συνθηματολογίες και εύκολες προσεγγίσεις.

Οι ηθοποιοί που ερμήνευσαν τα 4 μονόπρακτα του Μ. Ravenhill, έχω την αίσθηση ότι έδωσαν τον καλύτερό τους εαυτό (Μαρία Αιγινήτου, μόνιμη συνεργάτιδα της Γιολάντας Μαρκοπούλου, Στέλιος Ανδρονίκου, ΄Αννα Κουτσαφτίκη, Γιώργος Στάμος, Χάρης Χαραλάμπους). Χρωστάμε, νομίζω, πολλά στην σκηνοθετική δύναμη της Γιολάντας Μαρκοπούλου και της Λίλλυς Μελεμέ. Είναι γεγονός μεγάλης καλλιτεχνικής σημασίας, το ανέβασμα αυτού του έργου στην Ελλάδα, μία χώρα όπου ο αντιαμερικανισμός και ο αντιδυτικισμός γενικότερα, ανθούν. Χωρίς υπερβολή, πρέπει να πούμε ότι τέτοιου είδους έργα, σπάνια ανεβαίνουν στην ελληνική θεατρική σκηνή.

Γιατί οι Γιολάντα Μαρκοπούλου και η Λίλλυ Μελεμέ αυτό προσπαθούν να κάνουν: Πολιτικό θέατρο στην Ελλάδα με σύγχρονους όρους. Γιατί τελικά, το ανέβασμα της θεατρικής παράστασης SHOOT/GET TREASURE/REPEAT είναι μια πράξη βαθιά πολιτική.

* Ο Γιάννης Τσιμπουκίδης είναι Δικηγόρος.
Αναδημοσίευση από το www.typos.metarithmisi.gr, 23-02-2010

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου