Σάββατο 3 Ιουλίου 2010

ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΔΡΑΣΗΣ ΓΙΑ ΤΑ ΑΝΘΡΩΠΙΝΑ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ

Η Ελληνική Δράση για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα επισημαίνει τη «δυσοσμία» του ύφους των νέων επιχειρήσεων - σκούπα (οι αποκαλούμενες "ειδικές - στοχευμένες δράσεις" της Γ.Α.Δ.Α.) που έλαβαν χώρα στο κέντρο της Αθήνας.
Σύμφωνα με το σχετικό δελτίο τύπου:

"Δελτίο Τύπου της Γ.Α.Δ.Α. σχετικά με ειδικές δράσεις στο κέντρο της Αθήνας
ΓΕΝΙΚΗ ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΗ ΔΙΕΥΘΥΝΣΗ ΑΤΤΙΚΗΣ

Αθήνα, 3 Ιουλίου 2010

ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ

Ειδικές δράσεις της Γενικής Αστυνομικής Διεύθυνσης Αττικής για παραεμπόριο, παράνομη μίσθωση κτιρίων, ναρκωτικά, πορνεία και άλλα αδικήματα.

Χθες 2/7/2010 η Γενική Αστυνομική Διεύθυνση Αττικής πραγματοποίησε σειρά ειδικών στοχευμένων δράσεων για την αντιμετώπιση εγκληματικών και παραβατικών φαινομένων στην ευρύτερη περιοχή του κέντρου των Αθηνών με τα παρακάτω αποτελέσματα:

Α. Παραεμπόριο:

Σε ελέγχους που ενήργησαν αστυνομικοί, σε συνεργασία με υπαλλήλους της Δημοτικής Αστυνομίας του Δήμου Αθηναίων, για την αντιμετώπιση του παραεμπορίου, σε κεντρικούς δρόμους –πλατείες του κέντρου της Αθήνας ελέγχθηκαν -65- άτομα και κατασχέθηκαν συνολικά -1.522- είδη, τα οποία παραδόθηκαν στη Δημοτική Αστυνομία.

Β. Παράνομη μίσθωση κτιρίων και υγειονομικές παραβάσεις:

Παρασχέθηκε συνδρομή στον Δήμο Αθηναίων, την Δ/νση Υγιεινής της Νομαρχίας Αθηνών και την Υπηρεσία Ειδικών Ελέγχων (ΥΠΕΕ) του Υπουργείου Οικονομικών για τον έλεγχο κτιρίων που είχαν μετατραπεί σε ανθυγιεινές εστίες ή υπήρχαν οικονομικές παραβάσεις, ως προς το καθεστώς παραχώρησης-μίσθωσης ή τα εντός αυτών ευρισκόμενα προϊόντα. Συνολικά ελέγχθηκαν δύο (2) κτίρια και προσήχθησαν δεκαέξι (16) άτομα. Βρέθηκαν δεκαπέντε(15) κούτες που περιείχαν συνολικά εκατόν ογδόντα (180) ζεύγη υποδημάτων που δεν συνοδεύονταν από τα απαραίτητα συνοδευτικά έγγραφα ανωτέρω κατασχέθηκαν και αποδόθηκαν για φύλαξη στο Δήμο Αθηναίων.

Γ. Άλλα αδικήματα:

Σε έκτακτους αστυνομικούς ελέγχους που πραγματοποιήθηκαν στο κέντρο των Αθηνών :

· Ελέγχθηκαν : -230- άτομα, -37- οχήματα και -23- καταστήματα.

· Προσήχθησαν : -7- άτομα.

· Συνελήφθησαν : -54- άτομα (Ν. περί ναρκωτικών -5-, Ν. περί εκδιδομένων προσώπων -4- , Ν. περί αλλοδαπών -44-, ληστεία -1-).

· Κατασχέθηκαν : ηρωίνη -2,3- γραμμ., κοκαΐνη -0,3- γραμμ., κάνναβη -21- γραμμ., φαρμακευτικά δισκία -38-, ένα (1) μαχαίρι.

Σημειώνεται ότι οι ειδικές δράσεις θα συνεχιστούν σε περιοχές και χρόνο που καθορίζεται από την Γενική Αστυνομική Διεύθυνση Αττικής . "


H ΕΛ. ΑΣ. φαίνεται να διαθέτει εν προκειμένω και μαντικές ικανότητες. Δικαιολογεί την επιχείρηση στις πολυκατοικίες με όσα εκτιμά ότι ΘΑ διαπιστώσει εκ των υστέρων, ΜΕΤΑ την εισβολή της σε καταλύματα αλλοδαπών, ΜΕΤΑ τον έλεγχο προσώπων που εμφανώς ανήκουν σε διαφορετικές της ελληνικής εθνότητες, που προέρχονται από τρίτες χώρες καταγωγής (χρώμα δέρματος, φυλή). Δεν αναφέρει σε πόσους από τους 65 (σε έναν ή και στους 65;)ελεγχθέντες ανήκαν τα 1.522 πλαστά είδη που βρέθηκαν κατά τον "έλεγχο" που διενέργησαν οι αστυνομικοί. Κάτι τέτοιο -σε ύφος παρεμφερές με όσα άλλα αποτυπώνονται στις δηλώσεις της ΕΛ.ΑΣ.- προωθεί στη συνείδηση του αποδέκτη της πληροφορίας τη σύνδεση της μετανάστευσης με το έγλημα, ή, με άλλα λόγια, την ίδια την εγκληματοποίηση της μετανάστευσης, και αποτυπώνει -μέσα από τη σύνδεση των δυο φαινομένων- την συμβολή της δημόσια εκπεφρασμένης δράσης των Δυνάμεων Ασφαλείας στην έξαρση της ξενοφοβίας και του ρατσισμού εντός της Ελληνικής κοινωνίας.
Επίσης, δεν αναφέρει αν παραπέμφθηκαν στη Δικαιοσύνη όσοι παρανόμως εκμίσθωσαν (αντί αδρού τιμήματος, ως συνήθως) τα ακίνητά τους σε εξαθλιωμένους ανθρώπους, ούτε αν μεταξύ όσων φαίνεται να παρανομούν στο κέντρο, συναντά κανείς και την Ελληνική υπηκοότητα.
Επισημαίνουμε τις ασάφειες και προτείνουμε στην ΕΛ.ΑΣ. αναδιατύπωση του σχετικού δελτίου τύπου.
Προτείνουμε στα αρμόδια Υπουργεία, αντί να παραβιάζουν καθημερινά θεμελιώδη δικαιώματα με τις πράξεις ή και τις παραλείψεις τους, αντί να σχεδιάζουν "απολύμανση"-εξυγίανση του κέντρου από τους αλλοδαπούς (εν δυνάμει ή εν τοις πράγμασι αιτούντες άσυλο στην πλειοψηφία τους, όπως φάνηκε και από την συντριπτική πλειοψηφία των συλληφθέντων) να κινηθούν προς την κατεύθυνση της αξιοποίησης των χιλιάδων εγκαταλελειμμένων κτιρίων (από τα οποία βρίθει το κέντρο της Αθήνας) προκειμένου να ανταποκριθεί η χώρα μας τουλάχιστον στην υποχρέωση παροχής στέγης – αξιοπρεπούς διαβίωσης στην ομάδα των αιτούντων άσυλο, αλλά και να εγγυηθούν την πρόσβασή των προσώπων αυτών στις διαδικασίες (αίτηση) ασύλου (δεν θα βρίσκονταν χωρίς "ροζ κάρτα", ούτε θα συλλαμβάνονταν αν δεν παραβιάζαμε το δικαίωμα πρόσβασής τους στις διαδικασίες ασύλου). Αν δεν μπορούν να το κάνουν, οφείλουν να προχωρήσουν σε σχετικό διάβημα προς την Ε.Ε. προκειμένου να περάσουν «βαθύτερα» στην Ευρώπη, σε χώρες που μπορούν να ανταποκριθούν στις σχετικές υποχρεώσεις τους, τουλάχιστον 50.000 αιτούντες Άσυλο. Τα αιτήματα ασύλου τους θα πρέπει να διαβιβαστούν προς εξέταση στις νέες χώρες, που μπορούν να διεκδικήσουν το χαρακτηρισμό "χώρες υποδοχής".
Θυμίζουμε ότι από τον Γενάρη του 2010, που περιμένουμε το νέο π.δ. για το Άσυλο, ΔΕΝ ΠΑΡΑΛΑΜΒΑΝΟΝΤΑΙ ΑΙΤΗΜΑΤΑ ΑΣΥΛΟΥ ΑΠΟ ΜΗ ΚΡΑΤΟΥΜΕΝΟΥΣ, πλην εξαιρετικών περιπτώσεων. Ρωτάμε επίμονα τις αρμόδιες Αρχές ΠΟΙΟΣ και ΜΕ ΠΟΙΟ ΔΙΚΑΙΩΜΑ αποφάσισε ότι, εν αναμονή της νέας νομοθεσίας, δεν εφαρμόζεται η υπάρχουσα. Το φαινόμενο είναι πρωτοφανές... Δεν προβλέπεται πουθενά στο δικαιϊκό μας σύστημα να μην εφαρμόζεται ο νόμος επειδή προετοιμάζεται νέος! Δεν νοείται, μετά από τόσες επικοινωνιακές τυμπανοκρουσίες περί "αναμόρφωσης του συστήματος Ασύλου", να βρισκόμαστε στον τραγικότερο απολογισμό πρώτου εξαμήνου έτους, από τότε που θυμόμαστε τις διαδικασίες ασύλου.
Κατά τούτο δε, καλούμε τις αρμόδιες Αρχές αφενός να αντιληφθούν ότι παρανομούν συστηματικά και αφετέρου να το παραδεχθούν, να διατυπώσουν δηλαδή με ειλικρίνεια τις "αδυναμίες" μας –τουλάχιστον- στην επικείμενη απάντηση της χώρας μας στην ευρεία σύνθεση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, το οποίο θα κληθεί ν' αποφασίσει, την 1η Σεπτέμβρη, την αναστολή επιστροφής κάθε αιτούντος άσυλο στην Ελλάδα δυνάμει του Κανονισμού Δουβλίνο ΙΙ, πιθανότατα προκαλώντας με την απόφασή του την οριστική ρωγμή στον Ευρωκανονισμό που δυσχέρανε όσο τίποτα άλλο τις τύχες των προσφυγικών, ανθρώπινων ροών στην ασφαλή Ευρώπη.

ΝΕΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ - ΣΚΟΥΠΑ ΣΤΟ ΚΕΝΤΡΟ ΤΗΣ ΑΘΗΝΑΣ

Νέα επιχείρηση σκούπα πραγματοποίησε χθες η Γενική Αστυνομική Διεύθυνση Αττικής, στην ευρύτερη περιοχή του κέντρου της Αθήνας.

Αναδημοσίευση από www.tvxs.gr, 3/7/10

Όπως έγινε γνωστό από την αστυνομία, σε ελέγχους αστυνομικών, σε συνεργασία με υπαλλήλους της Δημοτικής Αστυνομίας του Δήμου Αθηναίων, ελέγχθηκαν 65 άτομα και κατασχέθηκαν συνολικά 1.522 πλαστά είδη, τα οποία παραδόθηκαν στη Δημοτική Αστυνομία.

Επίσης, κατά τον έλεγχο δύο κτιρίων που είχαν μετατραπεί σε ανθυγιεινές εστίες ή υπήρχαν οικονομικές παραβάσεις, ως προς το καθεστώς παραχώρησης μίσθωσης ή τα εντός αυτών ευρισκόμενα προϊόντα, προσήχθησαν δεκαέξι άτομα. Βρέθηκαν δεκαπέντε κούτες που περιείχαν συνολικά εκατόν ογδόντα ζεύγη υποδημάτων χωρίς τα απαραίτητα συνοδευτικά έγγραφα, τα οποία κατασχέθηκαν και αποδόθηκαν για φύλαξη στο Δήμο Αθηναίων.

Σε έκτακτους ελέγχους στο κέντρο της Αθήνας ελέγχθηκαν 230 άτομα, 37 οχήματα και 23 καταστήματα, προσήχθησαν 7 άτομα, ενώ συνελήφθησαν συνολικά 54 άτομα για παραβάσεις των νόμων περί ναρκωτικών, περί εκδιδομένων προσώπων, περί αλλοδαπών, και ένας για ληστεία.

ΣΥΝΘΗΚΕΣ ΑΝΘΡΩΠΙΣΤΙΚΗΣ ΚΡΙΣΗΣ ΣΤΟΝ ΕΒΡΟ: ΜΙΚΡΟ ΠΟΣΟΣΤΟ ΠΡΟΣΦΥΓΩΝ ΚΑΤΑΦΕΡΝΕΙ ΝΑ ΤΟΝ ΔΙΑΣΧΙΣΕΙ, ΤΕΡΑΣΤΙΟ ΚΟΣΤΟΣ ΣΕ ΑΝΘΡΩΠΙΝΕΣ ΖΩΕΣ

Στον Έβρο περισυλλέγονται διαρκώς πτώματα προσφύγων που χάνουν τη ζωή τους στον αγώνα να φθάσουν στην "Ευρώπη". Ευρώπη είναι και η Ελλάδα, η συνήθης χώρα εισόδου, αλλά σχεδόν κανείς από την ομάδα αυτήν των εισερχόμενων δεν επιθυμεί να παραμείνει εδώ. Είναι όμως υποχρεωμένοι, δυνάμει του Κανονισμού "Δουβλίνο ΙΙ" να παραμείνουν σε μια χώρα που δεν είναι σε θέση να τους εγγυηθεί την άσκηση των δικαιωμάτων τους. Η υπόθεση έχει μεταφερθεί στο Grand Chamber του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, που καλείται την 1η Σεπτέμβρη να αποφανθεί για την αναστολή κάθε επιστροφής αιτούντος άσυλο από άλλη χώρα της ΕΕ στην Ελλάδα.
Παρόλο που το παρακάτω βίντεο της ΥΑ του ΟΗΕ για τους πρόσφυγες είναι σε πολλά σημεία του σοκαριστικό, συστήνουμε να το δείτε:


HUMAN RIGHTS IN BELGIUM: JUSTICE AND THE PREVENTION OF CRIME REQUIRE A REAL INVESTIGATION

Church Sexual Abuse in Belgium: Respecting Privacy or Punishing Those Responsible?

July 2, 2010
by Stijn Smet
Αναδημοσίευση από: www.strasbourgobservers.com

The past week, the Belgian authorities have upped the ante in the fight against sexual abuse by members of the Catholic Church. An investigative judge ordered house searches in several buildings, including a cathedral, belonging to the Church. During the searches, the police looked for evidence of knowledge of – and thus, attempts to hide – the sexual abuse by the Church. They also seized the 475 personal files of victims that had reported their abuse to the so-called Commission Adriaenssens. The Commission had been set up by the Church itself as an organ of independent experts that would examine the sexual abuse by members of the Church in Belgium. Following the search and the confiscation of the files, the Commission decided to disband since it felt it could no longer fulfil its task. The President of the Commission expressed outrage over what he called a violation of the victims’ privacy. Members of the Church, going as high up as the Vatican itself, expressed similar outrage over the searches. The Vatican described these as worse than the practices during the Communist regimes. But also the victims whose files had been confiscated did not go unheard. One victim filed a complaint with the investigative authorities, claiming to be disadvantaged by their actions, in order to get insight into the files and closer involvement in the procedures. Other victims have joined together to, now that the Commission Adriaenssens has disbanded, demand a Parliamentary investigation into the crimes of sexual abuse by Church members.

The various reactions reveal that the house searches, and especially the seizure of the personal files of the victims that had stepped forward, pose difficult issues. I would divide the complaints into two different categories. The complaints of the Church and the Vatican about the manner in which the searches were conducted constitute the first category. The complaints of the Commission and the victims about the violation of the victims’ privacy constitute the second. I will discuss these in turn.


The complaints of the Church basically boil down to outrage over what it concerned to be improper investigation methods. The Church condemned the exaggerated, action movie/book style – reference was made to The Da Vinci Code – manner in which the searches had taken place. It complained specifically about the opening of the grave of a former Cardinal and the destruction of walls behind which the police hoped to – but did not – discover secret hiding places. These complaints are connected to the manner in which the searches were conducted, rather than to the searches as such. Thus, they are closely connected to an increasingly popular notion within the legal academic literature: that of procedural justice. Proponents of procedural justice – in short and as I understand it – argue that it is fundamental for the legitimacy of a justice system or a particular judicial investigation to pay careful attention to elements that are – broadly – related to close involvement of and respect for the persons concerned. These elements – the argument goes – will contribute to the acceptance of decisions that the persons concerned would otherwise consider unfair, because they would, for instance, feel disrespected or feel treated as an object rather than as a subject. I am not very familiar with the full extent of the argument for a theory of procedural justice, but I feel intuitively attracted to it, since it combines arguments of principle with arguments of practice that – at first glance – find support in analogous arguments that have offered a strong defence for, for instance, Dworkin’s right to equal concern and respect and Habermas’ discourse theory of law and democracy and – more particularly – his procedural concept of democracy. Based on arguments of procedural justice, one could argue – and I consider this reasonable – that the Belgian authorities should have acted more prudently while conducting the searches. The same effect could have easily been obtained by taking a more modest stance in carrying out the investigation, rather than pursuing the bombastic route that the investigative authorities did. Of course, this does not say anything about the legitimacy of the searches themselves. I will return to that point later on.

What I consider to be a more important complaint is that of the second category: the complaints related to the victims’ privacy. The argument goes that the victims who had stepped forward to speak to the Commission about their sexual abuse had done so in confidence, believing that the information they supplied would be used only by the Commission. When the investigative authorities seized those files, the argument continues, the victims’ privacy was violated. This argument carries, at least prima facie, some strength. Victims might be afraid that now the public will come to know their identity or that their friends and family, who might not know about the abuse, will find out through the investigation. But there are of course also other considerations at stake. The right to respect for the private life of the victims could be opposed to – I think – three different other rights or interests. Although all three categories present different issues, I will in the end combine two of them in a broader argument that justifies violation of the victims’ privacy.

First of all, during a discussion we had about the seizure of the files, it was suggested that the state has an obligation to investigate the crimes of sexual abuse committed by members of the Church and to punish the ones responsible in order to protect the rights of potential future victims (the right to protection of physical integrity and the right to be free from torture and inhuman treatment). The argument was thus framed as a conflict of rights. However, I do not believe this is accurate. I would not say that this concerns a genuine conflict of rights. Firstly because the group ‘future victims’ is an abstract group, whose size is completely uncertain. It would have to include not only every child currently alive in Belgium, but also all children that will be born in the future. The latter – clearly – cannot be said to have a right to protection of their physical integrity, simply because they do not exist yet. But also regarding the former I do not feel entirely comfortable speaking of a conflict of rights, since it concerns such a large segment of society that is risks distorting the ‘conflict’ if their aggregative interests are put against those of the comparatively small number of persons whose right of privacy is at stake. This brings me to a second remark. The right to physical integrity of the future victims is not necessarily at stake. We clearly spoke of the rights of potential future victims, precisely because we cannot assume that the sexual abuse will continue in the future. We should thus conclude also that any violation of their rights is speculative. When combining the above arguments, I would argue that, rather than resulting in a conflict between rights, a concern for future sexual abuse should be brought under the general interest of prevention of crime. As a result, the right to privacy of the victims whose files have been seized would need to be assessed against the obligation of the state to protect its citizens by preventing future crimes.

A second possible opposition exists within the group of victims whose files have been seized. It is clear that some victims rely on their right to respect for private life to object to the confiscation and use of their files. Presumably they do not wish any criminal proceedings to take place and were content with the Commission set up by the Church. Other victims, on the other hand, clearly want the ones responsible to be punished. Additionally, we need to take into account the fact that the 475 files do not represent the totality of all victims. A member of the Commission, a professor specialized in child abuse, estimates that there could be as much as 5,000 victims. Obviously, there will be victims who want justice, who want a criminal investigation to take place. Thus, we are faced with a dilemma within the group of victims, between those who want their privacy respected and those who want to see those responsible punished (or want to prevent that anyone else would have to suffer what they suffered). Here it seems more conceivable that we would speak of a conflict of rights, where the right to privacy of the first group is opposed to the right to justice of the second (in terms of enforceable legal rights, the latter could be rephrased into a right to an effective investigation into the sexual abuse). I will use this element of justice when drawing a general conclusion on the issue below.

A final opposition could be found within the victims who invoke their right to privacy to prevent the use of their files. One could argue that this right should be disregarded for paternalistic reasons and that prosecution of the perpetrators should take place nonetheless. However, I feel highly uncomfortable with such use of paternalism that disregards the victims’ own preferences, especially when they rely on their individual rights to protect these preferences. I would thus not accept such an argument.

In combining the first two arguments, and adding to them the interest of the entire population of Belgium, I would argue that the right to respect for private life of the victims is outweighed by the demands of justice and prevention of – particularly heinous – crimes. I would argue that the state authorities were thus justified, even under a duty, to confiscate the files in order to institute a formal criminal investigation against those responsible. Not only to potentially punish the actual perpetrators – for whom the prescription period might in many cases already have passed – but also to investigate whether the higher ups within the Church attempted to cover up the crimes. Not acting upon this duty would arguably go against the spirit of the European Court of Human Rights’ findings in E and others v. The United Kingdom (26 November 2002) as described in Alexandra’s post: “The Court found that the social sevices had failed to “discover the exact extent of the problem and, potentially, to prevent further abuse taking place.” (par. 97). Therefore, the Court judged that a violation of article 3 (freedom from torture or inhuman or degrading treatment) had taken place.” However, the investigating authorities should also pay careful attention to concerns of procedural justice in respecting as much as possible the victims’ demands for involvement in the procedure and their concerns about their privacy.

Finally, if the given arguments outweigh the privacy of the victims, they must certainly also outweigh the objections of the Church to the searches themselves. The Church does not have – and cannot be granted – any immunity against criminal investigations. After all, if similar atrocious crimes had been committed within the private school system, certainly no one would be satisfied with the establishment of a Commission by the schools themselves. So why would such an instrument suffice in the case of the Church? Justice and the prevention of crime demand a real investigation.

Πέμπτη 1 Ιουλίου 2010

ΝΕΑ "ΑΣΦΑΙΡΗ" ΕΚΘΕΣΗ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ ΠΟΥ ΔΗΛΩΣΕ ΕΠΙΣΗΜΑ ΚΑΤΑ ΤΗΣ ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΗΣ ΟΥΔΕΤΕΡΟΤΗΤΑΣ

Ακραία, άκαιρη και χωρίς συνταγματική νομιμοποίηση η χθεσινή παρέμβαση της Ελλάδας στο Ε.Δ.Δ.Α.

Ανακοίνωση της Εκτελεστικής Γραμματείας των Οικολόγων Πράσινων
Οι Οικολόγοι Πράσινοι πληροφορήθηκαν με έκπληξη πως η Ελλάδα, κατά τη χθεσινή ακροαματική διαδικασία στο Τμήμα Ευρείας Σύνθεσης του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΔΔΑ), στην υπόθεση Lautsi κατά Ιταλίας για την απομάκρυνση των θρησκευτικών συμβόλων από τα σχολεία, προέβη σε κοινή παρέμβαση (στην οποία συμμετέχουν επίσης η Κύπρος, ο Άγιος Μαρίνος, η Αρμενία, η Βουλγαρία, η Λιθουανία, η Μάλτα, το Μονακό, η Ρουμανία και η Ρωσία) υπέρ της Ιταλίας, η οποία καταδικάστηκε από το αρμόδιο Τμήμα του Ε.Δ.Δ.Α. για παραβίαση του δικαιώματος στην θρησκευτική ελευθερία των μαθητών με την ανάρτηση του Εσταυρωμένου στις σχολικές αίθουσες.

Σε μία εποχή, όπου η χώρα μας ταλανίζεται από τη συρρίκνωση των κοινωνικών δικαιωμάτων των πολιτών, καταργούνται, χωρίς ουσιαστικό κοινωνικό διάλογο, ασφαλιστικά και εργασιακά δικαιώματα των πιο ευπαθών στην οικονομική κρίση κοινωνικών ομάδων και η Ελλάδα βρίσκεται σε εκούσια ευρωπαϊκή απομόνωση, η κυβέρνηση επιλέγει να διεκδικήσει την ευρωπαϊκή νομιμότητα τουλάχιστον αμφιλεγόμενων πρακτικών, ενώ έχει ήδη εκτεθεί διεθνώς, καθώς η χώρα μας έχει προεξάρχουσα θέση στον κατάλογο των χωρών-μελών του Συμβουλίου της Ευρώπης, που έχουν καταδικαστεί για παραβίαση της θρησκευτικής ελευθερίας!

Σαν να μην έφτανε αυτό, στην τοποθέτησή του ο Joseph Weiler, πληρεξούσιος της Ελλάδας, διατύπωσε, μεταξύ άλλων, την άποψη ότι οι παρεμβαίνουσες χώρες όπως η Ελλάδα διαφωνούν με την αρχή της θρησκευτικής ουδετερότητας του κράτους, στην οποία το ΕΔΔΑ βάσισε την αρχική του απόφαση.

Οι Οικολόγοι Πράσινοι υπενθυμίζουμε στην Ελληνική Κυβέρνηση πως η ουδετερότητα της Πολιτείας απέναντι στα θρησκευτικά φρονήματα των πολιτών κατοχυρώνεται στο άρθρο 13 του Συντάγματος, που ανήκει στον σκληρό πυρήνα του και δεν μπορεί να καταργηθεί παρά μόνο με κατάλυση του Πολιτεύματος και την καλούμε να επαναφέρει στην τάξη τον πληρεξούσιό της!

Υπογραμμίζουμε ότι η ανάρτηση θρησκευτικών συμβόλων σε δημόσια κτίρια, όπου ο πολίτης δεν έχει την επιλογή να μην παρίσταται, θίγει στον πυρήνα του το ανθρώπινο δικαίωμα θρησκευτικής ελευθερίας, γεγονός που έχει ήδη αναδειχθεί με την αίτηση τριών δικηγόρων-μελών μας για την αφαίρεση των θρησκευτικών συμβόλων από τις δικαστικές αίθουσες, η οποία βρίσκεται εδώ και πέντε μήνες στα συρτάρια του υπουργείου Δικαιοσύνης, μετά από παραπομπή της αρμόδιας επιτροπής του Δικαστικού Μεγάρου Θεσσαλονίκης.

Περαιτέρω, η κυβέρνηση, παρά τις αρχικές της τοποθετήσεις, τόσο δια στόματος υπουργού Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων στην Βουλή, όσο και δια στόματος του ίδιου του πρωθυπουργού στην τοποθέτησή του ενώπιον της Κοινοβουλευτικής Συνέλευσης του Συμβουλίου της Ευρώπης στις 26 Ιανουαρίου 2010, επαναφέρει το ζήτημα του μονόδρομου ελληνορθόδοξου προσανατολισμού της εκπαίδευσης, όχι μόνο μέσω της παράστασης αυτής στο Ε.Δ.Δ.Α., αλλά και μέσα στα σχολεία: Η έκδοση της υπ’ αριθ. πρωτ. 73735/Γ2/23/06/2010 εγκυκλίου του Υπουργείου Παιδείας, Δια βίου Μάθησης και Θρησκευμάτων, με την οποία το υπουργείο εμμένει στην αναγραφή του θρησκεύματος στο απολυτήριο Γυμνασίου, παρά την ξεκάθαρη απόφαση της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας (αποφάσεις 2280, 2281, 2282, 2283, 2284, 2285/2001) αποτελεί παραβίαση ευαίσθητων προσωπικών δεδομένων, την οποία το Υπουργείο διαπράττει χωρίς κανέναν ενδοιασμό!

Η εκπρόσωπος τύπου των Οικολόγων Πράσινων Ελεάννα Ιωαννίδου έκανε για το ζήτημα την ακόλουθη δήλωση: «καλούμε τον Πρωθυπουργό και τους αρμόδιους υπουργούς Δικαιοσύνης και Παιδείας να διαλέξουν επιτέλους στρατόπεδο και να εξηγήσουν στην Ελληνική κοινωνία με ποιους είναι: Μ’ αυτούς που οραματίζονται ένα σύγχρονο Κράτος Δικαίου, αποδεσμευμένο από προκαταλήψεις και εναγκαλισμούς με τα συντηρητικά κατάλοιπα παλαιότερων εποχών, ή με εκείνους που εμμένουν στο δόγμα ότι γνήσιος Έλλην είναι μόνο όποιος ασπάζεται την ορθόδοξη χριστιανική θρησκεία;»

ΠΡΟΣ ΑΡΧΕΙΟΘΕΤΗΣΗ Η ΥΠΟΘΕΣΗ ΤΗΣ ΚΟΥΝΕΒΑ ΜΕ ΕΙΣΑΓΓΕΛΙΚΗ ΠΡΟΤΑΣΗ

Αναδημοσίευση από την "Καθημερινή" της 1ης Ιουλίου 2010 του άρθρου με τίτλο "Η σκιά της αδικίας"
Του Nικου Kωνστανταρα

Η δολοφονική επίθεση εναντίον της Κωνσταντίνας Κούνεβα τα Χριστούγεννα του 2008 σφράγισε τον ενάμισι χρόνο που πέρασε. Με τη χθεσινή εισαγγελική πρόταση να τεθεί η υπόθεση στο αρχείο υπάρχει κίνδυνος το βιτριόλι που έκαψε τη γενναία συνδικαλίστρια να σημαδέψει ολόκληρη τη δύσκολη εποχή μας: οι παραμορφωτικές πληγές της και η ατιμωρησία των υπευθύνων θα πέφτουν σαν σκιά πάνω σε μια κοινωνία που θα δοκιμαστεί σκληρά τα επόμενα χρόνια.

Η Κούνεβα πλήρωσε πολύ ακριβά το θάρρος της να μιλήσει για τους ανθρώπους στο κατώτερο σκαλί της εργασίας - τους ωρομίσθιους καθαριστές (μετανάστες και Ελληνες)· αν η εισαγγελική πρόταση γίνει αποδεκτή, οι επίδοξοι δολοφόνοι θα βρουν συνεργούς τη χρόνια ολιγωρία και τις ελλείψεις των διωκτικών και δικαστικών αρχών. Δεν θα είναι η πρώτη φορά που μια σημαντική υπόθεση οδηγείται σε τέλμα. Ούτε έχει τις πολιτικές και πολυεθνικές προεκτάσεις άλλων σκανδάλων - τα οποία πρώτα «συγκλόνισαν το πανελλήνιο» και μετά από ατέρμονες συζητήσεις, καταγγελίες και τηλεοπτικές ανοησίες, ξεχάστηκαν και τέθηκαν στο αρχείο.

Μπορεί να φαίνεται μια απλή, προσωπική υπόθεση, αλλά η επίθεση εναντίον της Κούνεβα έχει μεγαλύτερη σημασία, επειδή δείχνει πόσο απροστάτευτος είναι ο πολίτης. Οταν ο ίδιος ο πρωθυπουργός έχει πει ότι ως μετανάστης στη Σουηδία είχε κάνει την ίδια δουλειά με την Κούνεβα, όταν ο υπουργός Προστασίας του Πολίτη δεσμεύτηκε προσωπικά για την εξιχνίαση της υπόθεσης, δεν μπορούμε να δεχτούμε το αδιέξοδο. Η μόνη λύση είναι να ενταθούν οι έρευνες, να καλυφθούν τα κενά των πρώτων εβδομάδων (όταν δεν έγινε καμία ουσιαστική έρευνα) και ο φάκελος να παραμείνει ανοικτός μέχρι να υπάρξει αποτέλεσμα.

Οταν η νέα φτώχεια εξαπλωθεί, όλο και περισσότεροι άνθρωποι θα αναζητούν δουλειές στην γκρίζα ζώνη ανάμεσα στη νόμιμη και την παράνομη εργασία. Οι νόμιμοι εργοδότες θα προσπαθούν να τα βγάλουν πέρα με υψηλότερους φόρους και λιγότερα έσοδα· θα αναγκάζονται να απολύουν εργαζομένους, πολλοί εκ των οποίων θα οδηγηθούν στην παράνομη εργασία και την εκμετάλλευση. Γι’ αυτό, η απόδοση δικαιοσύνης στην περίπτωση της Κούνεβα δεν είναι μόνο θέμα αναγκαίας ηθικής και προσωπικής δικαίωσης, αλλά και σημαντικότατο μήνυμα ότι η χώρα αυτή δεν θα αφήσει τους κατοίκους της στο έλεος της βίας και της ασυδοσίας.

Άλλοι 16 πρόσφυγες νεκροί ενώ διέχιζαν το ποτάμι στον Έβρο

ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ ΥΠΑΤΗΣ ΑΡΜΟΣΤΕΙΑΣ ΟΗΕ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΠΡΟΣΦΥΓΕΣ
Δεκαέξι νεκροί στον Έβρο – Νέα τραγωδία
Αθήνα - Η Ύπατη Αρμοστεία του ΟΗΕ για τους Πρόσφυγες ενημερώθηκε από τον Αστυνομικό Διευθυντή Ορεστιάδας ότι δεκαέξι άνθρωποι πνίγηκαν, στην προσπάθειά τους να διασχίσουν τον ποταμό Έβρο στις 29 Ιουνίου. Έντεκα πτώματα ανασύρθηκαν στην ελληνική πλευρά του ποταμού, ενώ τα υπόλοιπα πέντε εντοπίστηκαν από τις τουρκικές αρχές. Εκτιμάται ότι η πλειονότητα είναι Σομαλοί, συμπεριλαμβανομένων τριών γυναικών.

«Εκφράζουμε τη βαθιά μας θλίψη και αλληλεγγύη προς τις οικογένειες των θυμάτων. Λυπούμαστε για την απώλεια ζωών που για μία ακόμη φορά καταδεικνύει την ευάλωτη κατάσταση στην οποία βρίσκονται όσοι αναγκάζονται να τραπούν σε φυγή και να αναζητήσουν ασφάλεια», δήλωσε ο Γιώργος Τσαρμπόπουλος, επικεφαλής του Γραφείου της Ύπατης Αρμοστείας στην Ελλάδα.



Πρόκειται για το δεύτερο τραγικό συμβάν στην ίδια περιοχή στο διάστημα του τελευταίου μήνα, καθώς τρεις ακόμη νέοι άνθρωποι πνίγηκαν στα τέλη Μαΐου προσπαθώντας να διασχίσουν τον ίδιο ποταμό. Η ροή παράτυπα εισερχόμενων μεταναστών και προσφύγων μέσω του Έβρου έχει τριπλασιαστεί φέτος σε σύγκριση με την αντίστοιχη περίοδο του 2009, ενώ οι αφίξεις μέσω των νησιών του ανατολικού Αιγαίου έχουν μειωθεί σημαντικά. Σύμφωνα με διαθέσιμα στοιχεία, τουλάχιστον 287 άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους το 2009 προσπαθώντας να φτάσουν στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

«Δεκαέξι άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους γιατί θεώρησαν ότι δεν είχαν άλλη επιλογή από το να φτάσουν στην Ε.Ε. με τις παράνομες υπηρεσίες των διακινητών», τόνισε ο Τσαρμπόπουλος. «Έχουμε κάθε λόγο να πιστεύουμε ότι οι περισσότεροι είχαν βάσιμους λόγους για να ζητήσουν διεθνή προστασία στην Ε.Ε. Το τραγικό αυτό συμβάν αναδεικνύει την υποχρέωση των κρατών να προστατεύουν τους ανθρώπους που καταφθάνουν διασχίζοντας θάλασσες ή ποτάμια, ανεξαρτήτως των κινήτρων τους».

Λαμβάνοντας υπόψη τις συνεχιζόμενες συγκρούσεις και τη δραματική ανθρωπιστική κατάσταση στη Σομαλία, η Ύπατη Αρμοστεία καλεί τις κυβερνήσεις να εξετάζουν με τον ευρύτερο δυνατό τρόπο τις αιτήσεις ασύλου από άτομα που προέρχονται από την κεντρική και τη νότια Σομαλία και να χορηγούν συμπληρωματικές μορφές διεθνούς προστασίας, όπου δεν χορηγείται προσφυγικό καθεστώς σύμφωνα με τη Σύμβαση της Γενεύης του 1951.